Σημειώσεις κεφαλαίου 03

Σημειώσεις Κεφαλαίου 3

[←1]

Ciriaco, Ep. xxix, στο Cod. Palat. Florent., 49 (Serie Targioni), φύλλο 26, με ημερομηνία «Ex Bizantio XIIII Kl. Sextilis. Euggenii ppe. A. XIIII» [19 Ιουλίου 1444]. Giov. Targioni Tozzetti, Relazioni d’ alcuni viaggi, V (Φλωρεντία, 1773, ανατυπ. Μπολώνια, 1971), 66-69. L. T. Belgrano, «Seconda Serie di documenti riguardanti la colonia di Pera», στο Atti della Società ligure di storia patria, XIII (1877-84), 977-79, λανθασμένα με ημερομηνία 18 Ιουλίου.

Η κυνηγετική παρέα ξεκίνησε «στις 15 Ιουλίου, μια Τετάρτη» (ad lduum Quintilium serenum et genii nostri iocundissimum diem). Πρβλ. Francisc Pall, «Ciriaco d’ Ancona e la crociata contro i Turchi», Bull. hist. Acad. roum., XX (1938), 42-43. Σύμφωνα με τον Oskar Halecki, The Crusade of Varna, Νέα Υόρκη, 1943, σελ. 26-31, η πληροφορία που έδωσε με αυτή την ευκαιρία ο Κυριάκος Αγκωνίτης στον αυτοκράτορα Ιωάννη Η’ Παλαιολόγο οδήγησε τον τελευταίο να σπεύσει αμέσως στον Μοριά (φτάνοντας στον Μυστρά ύστερα από δύο περίπου εβδομάδες), προκειμένου να διαβουλευθεί με τον αδελφό του, τον δεσπότη Κωνσταντίνο.

Ο Halecki θεωρεί ότι η επιστολή στα λατινικά που απευθυνόταν στον Λάντισλας τής Ουγγαρίας και αποδίδεται στον Ιωάννη Η’ [και παρέχεται από τον Jan Dhigosz (Historia polonica, βιβλίο xii, εκδ. Λειψία, 2 τόμοι, 1711-12, II, στήλες 790-93) και τον I. Z. Pauli επιμ., τόμ. IV στο Alex. Przezdziecki επιμ., Joannis Długosz senioris canonici cracoviensis opera omnia, 14 τόμοι, Κρακοβία, 1863-87, τόμ. XIII, σελ. 704-7, γραμμένη στον Μυστρά με ημερομηνία 30 Ιουλίου], αποτελεί κακή λατινική μετάφραση αυθεντικού ελληνικού κειμένου. Σε αυτή την επιστολή ο Ιωάννης παροτρύνει τον Λάντισλας να μην κάνει ειρήνη με τον σουλτάνο Μουράτ Β΄, παρά το γεγονός ότι «έχει υποπέσει στην αντίληψή μας ότι ο δεσπότης Γεώργιος [Μπράνκοβιτς] και η Γαληνότητά σάς έχετε ξεκινήσει και μάλιστα διεκπεραιώσει κάποιες συνθήκες ειρήνης με τον εν λόγω Μουράτ και ότι ο τελευταίος στέλνει απεσταλμένους τού στην Εξοχότητά σας για τη σύναψη και επικύρωση των συμφωνιών». Αναφέρεται προφανώς στο σύμφωνο τής Αδριανούπολης στις 12 Ιουνίου, παρόλο που ο Pall, ό. π., σελ. 43, σημείωση 3 μπορεί να έχει δίκιο απορρίπτοντας τον Μυστρά ως τόπο από τον οποίο ο Ιωάννης έστειλε την επιστολή.

[←2]

Η αποστολή τού Ρεγκουαρντάτι με ημερομηνία 6 Μαρτίου 1444 έχει δημοσιευθεί από τον Aug. Cieszkowski, Fontes rerum polonicarum e tabulario reipublicae venetae, σειρά I, fasc. 2 (Poznan, 1890), αριθ. xxxιχ, σελ. 79-84. Τού δόθηκαν περαιτέρω οδηγίες στις 23 Mαρτίου (στο ίδιο, σελ. 84-85). Πρβλ. πιο πάνω, Κεφάλαιο 2, σημείωση 134. Tα έγγραφα τής 6ης και τής 23ης Mαρτίου έχουν αναδημοσιευθεί από τον Giuseppe Valentini, Acta Albaniae veneta saeculorum XIV et XV, XVIII (1974), αριθ. 4.925, 4.933, σελ. 129 και εξής.

[←3]

Βλέπε N. Iorga, Notes et extraits pour servir a l’ histoire des croisades, II (Παρίσι, 1899), 404-5, επιστολή στις 2 Ιουλίου προς τούς Φλωρεντινούς και Pall, στο Bull. hist. Acad. roum., XX. 27-31, με παραπομπές, επιστολή τής ενετικής Γερουσίας με ημερομηνία 9 Σεπτεμβρίου 1444 προς τον Αλβίζε Λορεντάν, διοικητή τού παπικού στόλου στα ανατολικά ύδατα [Arch. di Stato di Venezia, Senatus Secreta, Reg. 16, φύλλα 119-120], δημοσιευμένη από τούς Cieszkowski, Fontes rerum polonicarum, 1-2, αριθ. lvii, σελ. 129-31 και Sime Ljubić, Listine, IX (Ζάγκρεμπ, 1890), 212, στα Monumenta spectantia historiam slavorum meridionalium, τόμ. XXI, που αναφέρει ότι οι επιστολές τής 12ης και 14ης Aυγούστου που είχαν μόλις παραληφθεί στη Βενετία από τον καρδινάλιο Τσεζαρίνι και τον Ρεγκουαρντάτι περιείχαν τη διαβεβαίωση, ότι είχαν τηρήσει τον Λορεντάν πλήρως ενήμερο

«για κάποιες πρακτικές που προέρχονται από τον αυτοκράτορα των Τούρκων, τόσο με τον γαληνότατο κύριο βασιλιά Ουγγαρίας και Πολωνίας, όσο επίσης με τον επιφανή κύριο δεσπότη, οι οποίοι όμως δεν γνωρίζουμε αν βρίσκονται στον ίδιο τόπο με τον αιδεσιμότατο κύριο λεγάτο τού Σαντ’ Άντζελο [Τσεζαρίνι] και τον γραμματέα μας [Ρεγκουαρντάτι], που μάς γράφουν για το εν λόγω γαληνότατο κύριο βασιλιά και για τούς βαρώνους τής Ουγγαρίας, ότι, παρά τα προαναφερθέντα, υπόσχονται να προχωρήσουν φέτος με στρατό για την καταστροφή των Τούρκων» [φύλλο 119].

(de nonnullis praticis habitis per imperatorem Teucrorum tam cum serenissimo domino rege Hungarie et Polonie quam etiam cum illustrissimo domino despoto quas tamen nescimus si locum habiture sint cum idem reverendissimus dominus legatus Sancti Angeli ac secretarius noster nobis scribant serenissimum dominum regem predictum ac barones Hungarie, predictis non obstantibus, promisisse velle procedere exercitualiter anno isto ad exterminium Teucrorum…)

Ο Λορεντάν είχε πάρει την εντολή να προχωρήσει στην αποστολή του αν ο βασιλιάς Λάντισλας και ο χριστιανικός στρατός αναλάμβαναν επιθετική δράση εναντίον των Τούρκων «για να τούς εκδιώξουν από την Ελλάδα» (ut ex Grecia expellantur), αλλά αν εγκατέλειπαν την επιχείρηση, τότι οι Ενετοί δεν έπρεπε να προσπαθήσουν να πολεμήσουν μόνοι τούς Τούρκους και ο Λορεντάν έπρεπε να απέχει από επιθέσεις σε εδάφη που ανήκαν στον σουλτάνο.

[←4]

Πρεσβευτές τής Ραγούσας στην αυλή τής Boσνίας ανέφεραν στην κυβέρνηση τού κράτους τους σε επιστολή που έφτασε στη Ραγούσα στις 15 Αυγούστου 1444, ότι

«έχουμε δει μια επιστολή τού γαληνοτάτου βασιλιά τής Ουγγαρίας, που γράφτηκε στην Ουγγαρία στις 14 τού περασμένου μήνα, ο οποίος γράφει στον εν λόγω βασιλιά τής Βοσνίας, λέγοντας ότι ετοιμάζεται τώρα να ξεκινήσει για την καταστροφή των καταραμένων Τούρκων…»

(haver vista una lettera del serenissimo rè de Ungaria, fata in Ungaria alle XXIIII del passato, la qual scrive al deto rè de Bosina, digando chome de presente se mette in ordene per andar alla destrution delli maledeti Turchi…)

[Iorga, Notes et extraits, II, 407]. Πρβλ. Pall, Bull. hist. Acad. roum., XX, 3739.

[←5]

Ο Iorga, ROL, VII (1900, ανατυπ. 1964), 423-24 και Notes et extraits, III (Παρίσι, 1902), 182-83 δημοσιεύει απόσπασμα από το «μανιφέστο τού Σέγκεντ (Szeged)». Το κείμενο υπάρχει στον Cieszkowski, Fontes rerum polonicarum, 1-2, αριθ. lv, σελ. 119-25. Σημειώστε την αναφορά του από τον Πολωνό ιστορικό τής εποχής Jan Dhigosz, γνωστό εφημέριο τής Κρακοβίας, στο Historia polonica, βιβλίο xii, επιμ. I. Z. Pauli, τόμ. IV (Opera omnia, επιμ. Alex. Przezdziecki, XIII), Κρακοβία 1877, σελ. 708-11 και εκδ. Λειψίας 1711-12, II, στήλες 794-96, στον οποίο οφείλουμε την πληρέστερη και πρωιμότερη περιγραφή τής συνάντησης τού Σέγκεντ. Αρχειακή πηγή για τα πρακτικά τής 4ης Αυγούστου 1444 αποτελούν τα ενετικά Commemoriali, Reg. 13. φύλλα 161-162, επίσης παρεχόμενα από τον Predelli, Regesti dei Commem., IV (1896), βιβλίο xiii, αριθ. 26-1, σελ. 286-87. Πρβλ. Halecki, Crusade of Varna, σελ. 35-50, αλλά βλέπε επίσης Pall, Bull. hist. Acad. roum., XX, 28-41, 44 και Franz Babinger, Maometto il Conquistatore e il suo tempo, Τορίνο, 1957, σελ. 66-67.

O Halecki, ό. π., έχει προσπαθήσει να αποδείξει, ότι ο Λάντισλας δεν επικύρωσε τη συνθήκη τού Σέγκεντ, άποψη την οποία είχε προηγουμένως προωθήσει ο Πολωνός ιστορικός Ρrochaska. Το βιβλίο τού Halecki είναι πολύ ενδιαφέρον (και έχει προκαλέσει συζήτηση), αν και η προφανής ανακρίβεια τού συγκεκριμένου ισχυρισμού έχει προκαλέσει ισχυρή αντίθεση, για την οποία βλέπε Fr. Pall, «Autour de la croisade de Varna, La question de la paix de Szeged et de sa rupture», Bull. hist. Acad. roum., XXII (1941), 144-8 και «Un moment decisif de l’ histoire du sud-est europeen: la croisade de Varna (1444)», Balcania, VII (1944), ιδιαίτερα σελ. 108-18. Βλέπε επίσης γενικά Fr. Babinger, «Von Amurath zu Amurath. Vor- und Nachspiel der Schlacht bei Varna», Oriens, III (1950), ιδιαίτερα σελ. 239-42 και Maometto, σελ. 65-67.

Οι Pall και Babinger πιστεύουν ότι ο Λάντισλας όντως υπέγραψε τη συνθήκη ειρήνης τού Σέγκεντ, ενώ (όπως σημειώθηκε στο προηγούμενο κεφάλαιο) το ίδιο πιστεύει και ο Domenico Caccamo, «Eugenio IV e la crociata di Varna», Archiivio della Società romana di storia patria, LXXIX (3η σειρά, X, 1956), 35-87, ιδιαίτερα σελ. 78-79. Για λεπτομέρειες σχετικές με τη θανάσιμη εκστρατεία τού 1444 και γενικά για τη βιβλιογραφία βλέπε το άριθρο τού Caccamo και τη μονογραφία τού Dabrowski για το L’ année 1444 (1952). Ο τελευταίος επίσης δεν έχει αμφιβολία, ότι ο Λάντισλας παραβίασε τούς όρκους τής Αδριανούπολης και τού Σέγκεντ.

Έργα δημοσιευμένα πριν χρησιμοποιήσει ο Pall τις επιστολές τού Κυριάκου Αγκωνίτη για να απεικονίσει το ιστορικό τής ειρήνης τού Σέγκεντ έχουν αναπόφευκτα περιoρισμένο πεδίο εφαρμογής, π.χ. David Angyal, «Le traite de paix de Szeged avec les Turcs (1444)», Revue de Hongrie, VII (1911), 255-68, 374-92, Angyal, «Die diplomatische Vorbereitung der Schlacht von Varna (1444)», Ungarische Rundschau, II (1913), 518-24 και Rudolf Urbanek, Vladislav Varnenčík : Skutečnost i legenda (στα τσεχικά με γαλλική περίληψη), Prague, 1937, σελ. 43-94. Ο T. V. Tuleja, «Eugenius IV και the Crusade of Varna», Catholic Historical Review XXXV (1950), 257-75, πιστεύει ότι το Crusade of Varna τού Halecki «καταστρέφει εντελώς την παραδοσιακή ερμηνεία τής σταυροφορίας τής Βάρνας», πράγμα που βέβαια δεν ισχύει.

[←6]

Πρβλ. Franz Babinger, «Von Amurath zu Amurath. Vor- und Nachspiel der Schlacht bei Varna (1444)», Oriens, III (1950), 240, 242-43, ανατυπωμένο στο δικό του Aufsätze und Abhandlungen zur Geschichte Südosteuropas und der Levante, 2 τόμοι, Μόναχο, 1962-66, I, 137, 138-39.

[←7]

Αργότερα οι Ενετοί συνέχαιραν τον Μπράνκοβιτς μαθαίνοντας τα νέα «ότι η λαμπρή Μεγαλειότητά σας ανέκτησε εδάφη και τόπους και αποκατέστησε την κυριαρχία της» (vestram inclitam magnificentiam terras et loca sua recuperasse et in dominio suo restitutam esse), και επιδίωξαν να τακτοποιήσουν κάποιες διαφορές με αυτόν [Sen. Secreta, Reg. 16. φύλλα 139-140, έγγραφο με ημερομηνία 17 Ιανουαρίου 1444, Cieszkowski, Fontes rerum poloniearum, 1-2, αριθ. lxi, σελ. 140].

[←8]

Για τη στρατηγική σημασία τού Γκόλουμπατς βλέπε Dobrowski, L’ année 1444, σελ. 22-24.

[←9]

Πρβλ. Halecki, Crusade of Varna, σελ. 54-57.

[←10]

Marino Sanudo, Vite de duchi στο L. A. Muratori (επιμ.), RISS, XXII (Μιλάνο, 1733), στήλη 1114D. Στις 12 Φεβρουαρίου 1444 ο πάπας Ευγένιος έγραφε στον Τσεζαρίνι, ότι οι χριστιανικές επιτυχίες στην Κεντρική Ευρώπη προμήνυαν την επερχόμενη απελευθέρωση εκείνων των τμημάτων τής Ελλάδας και τής Ευρώπης που είχαν καταληφθεί από τούς Τούρκους, έτσι ώστε οι Έλληνες και άλλοι ανατολικοί να απολαύσουν σύντομα τούς καρπούς τής ένωσης των Εκκλησιών, που είχε διακηρυχθεί στη Φλωρεντία. Ο πάπας διαβεβαίωνε επίσης τον Τσεζαρίνι, ότι προωθούνταν σχέδια για την αποστολή στην Ανατολική Μεσόγειο παπικού στόλου, τον οποίο θα διοικούσε ο ανηψιός τού πάπα καρδινάλιος Φραντσέσκο Κοντουλμέρ, «καρδινάλιος ιερέας τού Αγίου Κλήμεντος, αντικαγκελλάριος τής Αγίας Ρωμαϊκής Εκκλησίας» (tituli Sancti Clementis presbyterem cardinalem Sancte Romane Ecclesie vicecancellarium), για υπηρεσία εναντίον των Τούρκων. Arch. Segr. Vaticano, Reg. Vat. 382. φύλλα 206-208, «γραμμένη στη Ρώμη, στον Άγιο Πέτρο, το έτος κλπ. 1443, μια μέρα πριν τις ίδες Φεβρουαρίου, κατά το 13ο έτος τής παπικής μας θητείας» (datum Rome apud Sanctum Petrum, anno etc., MCCCCXLIII, pridie Id. Februarii, pontificatus nostri anno XIII). Πρβλ. J. Gelcich και L. Thallóczy, Diplomatarium ragusanum, Βουδαπέστη, 1887, αριθ. 268, 270, σελ. 448 και εξής και αριθ. 273, σελ. 457-59, όπου το τελευταίο έγγραφο, γραμμένο στη Ραγούσα στις 31 Ιουλίου 1444, πιστώνει τον πάπα με οκτώ γαλέρες, τη Βενετία με πέντε και το δούκα τής Βουργουνδίας με τέσσερις, ενώ αναγνωρίζει τη συνεισφορά τής Ραγούσας ως δύο γαλέρες. Πρβλ. B. Krckić, Dubrovnik [Raguse] et le Levant au moyen âge, Παρίσι και Χάγη, 1961, αριθ. 1060, σελ. 340.

[←11]

Sen. Secreta, Reg. 16. φύλλα 9-10, Iorga, ROL, VII, 98-99, Notes et extraits, III, 125-26, επιστολή τής Γερουσίας προς τον Λεονάρντο Βενιέρ, Ενετό πρεσβευτή στον παπισμό, με ημερομηνία 10 Μαΐου 1443. Ένα χρόνο αργότερα, στις 23 Μαρτίου 1444, οι Ενετοί πληροφορούσαν τον δούκα τής Βουργουνδίας, ότι δεκατέσσερις γαλέρες θα αρκούσαν για τη φρούρηση των στενών [Sen. Secreta, Reg. 16, φύλλο 81, με ημερομηνία, λόγω λάθους τού γραφέα, «23 Μαρτίου 1464 (!)» (MCCCCLXIIIΙ [!] die XXIII Martii), ROL, VII, 403]. Όμως τον επόμενο Μαϊο αναφερόταν στη Βενετία, ότι ο δούκας εξόπλιζε στη Νις (Nice) τρεις ακόμη γαλέρες και μια γαλιότα, καθώς κι άλλο ένα σκάφος που ετοιμαζόταν αλλού για ναυμαχία [Sen. Secreta, Reg. 16, φύλλο 91. ROL, VII, 408, «12 Μαΐου 1444, αιδεσιμότατο κύρο καρδινάλιο τού Σαντ’ Άντζελο, αποστολικό λεγάτο» (MCCCCXLIIII, die XII Maii, reverendissimo domino cardinali sancti Angeli legato apostolico)]. Για τις δύο γαλέρες που διέθεσε η Ραγούσα βλέπε Iorga, Notes et extraits, II, 403, 407, 412 και πρβλ. σελ. 417 και Gelcich και Thallóczy, Diplomatarium ragusinum, αριθ. 268, 270, σελ. 448 και εξής, επιστολές με ημερομηνία 17 Δεκεμβρίου 1143 και 10 Φεβρουαρίου 1444. Eπίσης Bariša Krekic, «Dubrovnik’s participation in the war against the Ottomans in 1443 and 1444» (στα σερβοκροατικά με αγγλική μετάφραση), Ζbornik Radova Vizantološkog Instituta, 11 (1953), 145-58.

[←12]

Iorga, ROL, VII, 100 και Notes et extraits, III, 159, επιστολή τού Κριστόφορο Κόκκο προς τον καρδινάλιο τού Σαντ’ Άντζελο (Τσεζαρίνι), με ημερομηνία 15 Μαρτίου 1444:

«… παρά το γεγονός ότι … το ταμείο … έχει σχεδόν εξαντληθεί από συνεχείς πολέμους, εν τούτοις μπορούν έξυπνα να φτιαχτούν 14 γαλέρες, από τις 60 που έχουμε επιλέξει να παραγγείλουμε…».

(… quamvis … aerarium … nostrum non parum exhaustum sit continuis bellis, tamen triremes XIIII scite factas ex LX eligi iussimus…)

Οι Γενουάτες ζητούσαν από τον πάπα να εξαιρεθεί ο κλήρος τους από τον εκκλησιαστικό φόρο δεκάτης, ο οποίος επιβαλλόταν για την υποστήριξη τού στόλου [ROL, VII, 382, 388. Notes et extraits, ΙΙΙ, 141, 147].

[←13]

Πρβλ. Iorga, ROL, VII, 99-100, 101-2, 107, 376, 377, 379-80, 386-88, 389-90, 391, 393, 397-98, 400-1, 403-4, 408-11, 413-17 και Notes et extraits, III, 126-27, 128-29, 134, 135, 136, 137-38, 145-47, 148-49, 150, 152, 156-57, 159-60, 162-63, 167-70,172-76.

Tο συνολικό πρόβλημα ήταν, ότι ενώ το κέλυφος και ο βασικός εξοπλισμός των γαλερών κόστιζε στην ενετική κυβέρνηση 2.000 δουκάτα το κομάτι και ενώ η Βενετία είχε διεκπεραιώσει το δικό της μέρος, ο πάπας (λόγω άλλων υποχρεώσεων) δεν μπορούσε για μερικούς μήνες να αντιμετωπίσει τις δαπάνες επάνδρωσης των δέκα γαλερών του. Η χρηματοδότηση ρυθμίστηκε όμως τελικά, σε μεγάλο βαθμό από ενετικές πηγές.

[←14]

Sen. Secreta, Reg. 16, φύλλα 10010P. Valentini, Acta Albaniae veneta, XVIII, αριθ. 4.983, σελ. 195-99. Iorga, ROL, VII, 414-15. και Notes et extraits, III, 173-74. έγγραφο με ημερομηνία 17 Ιουνίου 1444:

«Πραγματοποιήθηκε η αποστολή τού ευγενούς Αλβίζε Λορεντάν, επίτροπου τού ναού τού Αγίου Μάρκου, διοικητή των γαλερών, που στο όνομα τού ανώτατου ποντίφηκα εξοπλίστηκαν εδώ: … στο καλό και με τη νίκη σημερινέ διοικητή των γαλερών, οι οποίες, στο όνομα τού Ρωμαίου ποντίφηκα και σύμφωνα με τις υποσχέσεις μας, αρματώθηκαν εδώ και εκστρατεύουν στα στενά τής Καλλίπολης, σε τέτοιο θείο έργο εναντίον των απίστων Τούρκων. … Αλλά επειδή οι εν λόγω γαλέρες ετοιμάστηκαν και εξοπλίστηκαν εδώ στο όνομα τού ανώτατου ποντίφηκα μόνο για χρήση εναντίον των αθλιότατων Τούρκων, όπως είπαμε στον αιδεσιμότατο κύριο καρδινάλιο λεγάτο και ακριβώς όπως ο ίδιος μάς υποσχέθηκε πλήρως ότι θα κάνει, δηλώνουμε προς εσάς, ότι αν ίσως βρεθούν στη θάλασσα κάποιες γαλέρες, φούστες ή άλλα ενοπλα σκάφη τού σουλτάνου [της Αιγύπτου] ή βγουν έξω από την επικράτεια και τούς τόπους τού σουλτάνου κατά τον χρόνο που παραμένετε έξω, πρόθεση και επιθυμία μας είναι σε καμία περίπτωση να μην προκύψει κάποιου είδους καινοτομία απέναντί τους, αλλά μάλλον θα θέλαμε οι γαλέρες που εξοπλίστηκαν εδώ να κρατούν απόσταση από αυτόν τον στόλο από φούστες και άλλα σκάφη τού σουλτάνου και να απέχουν εντελώς από οποιαδήποτε παρενόχληση και καινοτομία. Θέλουμε επίσης να μην κατευθυνθείτε σε καμία περίπτωση στη Ρόδο με τις εν λόγω γαλέρες, ούτε επιτρέπεται να συνάψετε κάποιου είδους συνθήκη με αυτούς, γιατί ορισμένες από τις εν λόγω γαλέρες έχουν ανατεθεί από τη Ρόδο» [φύλλο 100].

(Quod fiat commissio viro nobili Alvisio Lauredano procuratori ecclesie S. Marci, capitaneo galearum nomine summi pontificis hic armatarum: … in bona gratia et victoria vadas capitaneus presentium galearum que iuxta promissiones nostras nomine Romani pontificis hic armate sunt ut in strictum Galipolis in tam divino opere contra perfidos Teucros exerceantur . … Verum quia galee predicte hic armate nomine summi pontificis solummodo pro agendo contra nequissimos Teucros parate et expedite sunt, sicut diximus reverendissimo domino cardinali legato et sicut ipse nobis amplissime promisit se facturum, declaramus tibi quod si forte alique galee sive fuste aut alia navigia sive armata sultani se repperirent in mari seu exirent de terris et locis sultani pro tempore quo stabis extra, nostre intentionis est et volumus quod nullo modo aliqua novitas eis inferratur, immo volumus quod ab ipsa armata, fustis, aut aliis navigiis sultani galee hic armate se allonginquare debeant et ab omni molestia et novitate penitus abstinere. Volumus quoque quod Rhodum nullo modo cum galeis predictis te conferas nec etiam pacto aliquo permittere quod aliqua de predictis galeis Rhodum se conferrat…)

Η Γερουσία δεν ήθελε παρακώλυση των κερδοφόρων ακόμη εμπορικών δρομολογίων προς Αλεξάνδρεια και Βηρυτό, ούτε εμπλοκή με τούς Ιωαννίτες, με τούς οποίους οι Ενετοί επί γενιές δεν τα πήγαιναν πολύ καλά.

[←15]

Sen. Secreta, Reg. 16, φύλλο 103, Valentini, Acta Albaniae veneta, XVIII, αριθ. 4.996, σελ. 213-15, Iorga, ROL, VII, 417 και Notes et extraits, III, 176, επιστολή τής Γερουσίας προς τον Τσεζαρίνι με ημερομηνία 4 Ιουλίου 1444:

«…Καλούμε και προτρέπουμε τον αιδεσιμώτατο πατέρα [καρδινάλιο Φραντσέσκο Κοντουλμέρ], όταν βρεθεί στο στενό τής Καλλίπολης να ενημερώσει τον διοικητή των γαλερών τού ανώτατου ποντίφηκα, στον οποίο έχουμε επίσης γράψει εγκαίρως, να στείλει για την καλύτερη εκτέλεση τής επιχείρησης, η οποία μπορεί να γίνει πιο ισχυρή, ενώ έχουν ακόμη να γίνουν πολλά, οκτώ ή περισσότερες γαλέρες με τη σειρά που θα φανεί κατάλληλη, ώστε να φτάσει το έργο από το Δούναβη μέχρι τη Νικόπολη ή όπου αλλού χρειαζεται για κάθε πιθανή ευνοϊκή επέκταση, ώστε ο στρατός των χριστιανών να μπορέσει να διασχίσει τον Δούναβη, από την οποία διέλευση θεωρούμε ότι εξαρτάται η νίκη σε αυτή τη λαμπρή επιχείρηση…».

(…Commemoramusque et hortamur suam reverendissimam paternitatem ut cum erit in strictu Galipolis, communicata re ista cum capitaneo galearum summi pontificis cui etiam nos scripsimus opportune, mittat pro meliori executione facti utque potentius fiant quecunque fienda sunt, octo vel plures galeas cum illo ordine qui videbitur opportunus que per Danubium usque Nicopolim seu quo opus erit vadant ad omnem favorem possibilem impendendum ut exercitus Christianorum Danubium transire possit in quo transitu consistere videmus victoriam illus gloriose impresie…)

Σημειώστε επίσης Sanudo, Vite de duchi στο RISS, XXII, στήλες 1106C, U09B, 1114, ο οποίος δεν πέφτει πολύ έξω τοποθετώντας την αναχώρηση τού στόλου στις 21 Ιουνίου (1444). Πρβλ. Marcantonio Coccio Sabellico, Historiae rerum venetarum (Βενετία, 1718), decad. ΙΙΙ, βιβλίο vi, σελ. 654-55, Raynaldus, Annales ecclesiastici ad ann. 1444, αριθ. 1-4, τόμ. XVIII (Cologne, 1694), σελ. 289-91, Alberto Guglielmotti, Storia della marina pontificia, II (Ρώμη. 1886), 158 και εξής, N. Iorga, Gesch. d. osman. Reiches, I (Γκότα, 1908), 436 και εξής.

Στις 4 Αυγούστου (1444) η κυβέρνηση τής Ραγούσας έγραψε στους απεσταλμένους της στη βοσνιακή αυλή

«ότι οι τέσσερις γαλέρες τού δούκα τής Βουργουνδίας έφτασαν εδώ στις 22 τού περασμένου μήνα ωραία και θριαμβευτικά αρματωμένες και στις 23 αναχώρησαν, για να ακολουθήσουν τον στρατό, που προχωρά μπροστά…».

(chome le quattro galee del ducha de Bergogna zonsino qui alle 22 del passato bene et triumfevelmente armate, et alle 23 del detto se partirno per seguir l’armata che era passata avanti…)

Τρεις γαλέρες τού βασιλιά τής Αραγωνίας είχαν φτάσει στο Τράνι και τέσσερις άλλες αναμένονταν, αλλά «προς το παρόν δεν ξέρουμε με ποια πρόθεση» (a che intentione, per ora non savemo) [Iorga, Notes et extraits, II (Παρίσι, 1899), 405-6]. Στις 20 Αυγούστου οι Ραγουσαίοι πληροφορούσαν τούς απεσταλμένους

«ότι ολόκληρο τον μήνα Ιούλιο έφτασαν εδώ κα κατευθύνθηκαν στο στενό τής Καλλίπολης … περισσότερες από 25 [γαλέρες]»

(che per tuto lo mexe de luyo debiano esser arivate et zonte nel streto de Galipoli … a numero più che XXV)

[στο ίδιο, II, 406 και J. Krekic, Dubrovnik (Raguse) et le Levant, αριθ. 1060-61, 1066, σελ. 340-41].

[←16]

Cieszkowski, Fontes rerum polonicarum, 1-2 (1890), αριθ. ii, σελ. 110-14, ιδιαίτερα σελ. 112, Iorga, ROL, VII, 418 και Notes et extraits, III, 177, Sen. Secreta, Reg. 16, φύλλο 104. Στις 28 Αυγούστου (1444) οι Ενετοί πληροφορούσαν τον πάπα, ότι είχαν ξοδέψει περισσότερα από 40.000 δουκάτα στον στόλο [ROL, VII, 425-26, Cieszkowski, ό. π., αριθ. lvi, σελ. 127, Sen. Secreta, Reg. 16, φύλλο 116]. Όμως λιγότερο από δύο εβδομάδες αργότερα, στις 9 Σεπτεμβρίου, όταν εξεταζόταν στη Βενετία η πιθανότητα να κάνει ο Λάντισλας ειρήνη με τούς Τούρκους, τούς οποίους οι Ενετοί δεν ήθελαν να πολεμήσουν μόνοι, ο Λορεντάν πήρε εντολή να πληροφορήσει τον σουλτάνο (στην περίπτωση ειρήνης), ότι οι γαλέρες ανήκαν στον πάπα, ο οποίος τις είχε εξοπλίσει με δικές του δαπάνες και «τον οποίο ήταν αναγκαίο να υπακούουμε εμείς, αφού είναι ο ανώτατος άρχοντας στην πίστη μας και δεν μπορούμε να κάνουμε αλλιώς» [ROL, VII, 427-28, Cieszkowski, ό. π., αριθ. lvii, σελ. 129-31, Sen. Secreta, Reg. 16, φύλλα 119121].

[←17]

Iorga, ROL, VII, 421, 425 και Notes et extraits, III, 180, 184. Η τελευταία παραπομπή αφορά επιστολή τής ενετικής Γερουσίας προς τον πάπα με ημερομηνία 28 Αυγούστου 1444 [Sen. Secreta, Reg. 16, φύλλο 116]:

«… Ενημερώνουμε … τον σεβασμιώτατο άρχοντα καρδινάλιο αντικαγκελλάριο αποστολικό λεγάτο, ο οποίος με γαλέρες δεσμευμένες για την αιδεσιμότητά του και με γαλέρες από άλλα μέρη και δικές μας φούστες, στις οποίες έχει ανατεθεί αυτό το ιερότατο έργο, έφτασε σώος στις 17 τού παρελθόντος Ιουλίου στη Μεθώνη και στις 20 τού μηνός αναχώρησε από εκεί, για να φτάσει υπό την αιγίδα τού Θεού και να επιτεθεί στο στενό …».

(… Significamus … reverendissimum dominum cardinalem vicecanecllarium legatum apostolicum cum triremibus sue rev. dominationi commissis ac cum aliqua parte galearum et fustarum nostrarum ad hoc opus sanctissimum dessignatarum die XVII Julii preteriti Mothonum incolumen [sic] attigisse indeque ipse die XX discessit ut accessum suum Deo auspice persequeretur in strictum…)

[←18]

Raynaldus, Annales ecclesiastici ad ann. 1444, αριθ. 1, τόμ. XVIII (1694), σελ. 289-90.

[←19]

A. Sokolowski και J. Szujski, Codex epistolaris sueculi decimi quinti, I-l (Κρακοβία, 1876, ανατυπ. 1965), αριθ. cxxv, σελ. 140-44. Πρβλ. Dobrowski, L’ année 1444, σελ. 21 και για τούς Τατάρους σημειώστε O. Halecki, «La Pologne et l’empire byzantin», Byzantion, VII (1932), 62-63.

[←20]

Jehan de Waurin (Wavrin), Recueil des croniques et anchiennes istories de la Grant Bretaigne (βλέπε πιο πάνω, Κεφάλαιο 2, σημείωση 134), VI, i, 11, επιμ. Wm. Hardy και E. L. C. P. Hardy, τόμ. V (1891, ανατυπ. 1967), σελ. 45-46 και πρβλ. N. Iorga, La campagne des croisés sur le Danube, Παρίσι, 1927, σελ. 30-31. Γίνεται πιθανώς αναφορά στην προκαταρκτική ειρήνη τής Αδριανούπολης (12 Ιουνίου 1444). Ο σουλτάνος λεγόταν ότι είχε «καλή ειρήνη με τον βασιλιά τής Ουγγαρίας» (Bonne paix au roy de Hongrye), όπως μπορούσαν να δείξουν οι Τούρκοι με τις «επιστολές τής συνθήκης» (les lettres du traitie), για το οποίο πρβλ. Halecki, Crusade of Varna, σελ. 68. Ο χρονικογράφος Jehan, όπως έχουμε ήδη παρατηρήσει, ήταν θείος τού Βουργουνδού διοικητή Waleran de Wavrin.

[←21]

Halecki, Crusade of Varna, σελ. 68, 92-93 (επιστολή Κυριάκου προς Τσεζαρίνι, 12 Σεπτεμβρίου 1444).

[←22]

«Ad IIII Kal. Octob. ex orientali Imbre littore una viro cum docto et Imbriote nobili Hermodoro Michaeli Critobulo ad occidentalem eiusdem iusulae partem, ad Imbron antiquam insignemque olim et vetustissimam civitatem terrestri itinere equis devecti, et arduos per colles et prope civitatem planiciem venimus, ubi ad summam civitatis arcem Manuelem Acanium, virum ex Byzantio nobilem, et eius insulae pro Johanne Palaeologo Imperatore benemerentem praesidem, quem et arcem ipsam duabus iam ex partibus noviter condisse comperimus. Ibidem vero longe antiqui et vetustate collapsi muri vestigia vidimus, et hic nonnullam e moenibus partem extare pulcherrimae suae architecturae ordine conspicuam vidimus, et ingentes ad portum antiqua ex mole lapides, et nonnulla marmorum statuarumque fragmenta, bases, et vetustissimis characteribus epigrammata. …». Από τον μικρό τόμο (αντίγραφο) των Οδοιπορικών σχολίων (Commentarii odeporici) τού Κυριάκου στη Bibl. Apost. Vaticana, Cod. lat. 5.250, φύλλο 11. Διαφορετικό κείμενο έχει αντιγραφεί από τον G. B. de Rossi στο Schede de Rossi στο Cod. Vat. lat. 10.518, φύλλο 2, αριστερή στήλη (από το «Schede epigrafiche relative a Ciriaco d’ Ancona e notizie intorno ad esso»). Το ίδιο κείμενο σε λιγότερο καλή μορφή υπάρχει επίσης στο Cod. Napol. lat. V. E. 04, φύλλο 2.

Η ίδια περίπου περιγραφή υπάρχει σε επιστολή που έστειλε ο Κυριάκος στις 29 Σεπτεμβρίου στον Γεώργιο Σχολάριο, ο οποίος αργότερα πήρε το μοναστικό όνομα Γεννάδιος και έγινε πατριάρχης Κωνσταντινούπολης κάτω από τούς Τούρκους [δημοσιευμένη από τον Erich Ziebarth, «Cyriacus von Ancona in Samothrake» στο Mitteilungen des Deutschen Archäologischen Instituts, Athen, Abteilung XXX (1906), 105-6 και πρβλ. Pall, Bull. hist. Acad. roum., XX. 46-47].

Το διάσημο έργο τού Κριτόβουλου για τον σουλτάνο Μωάμεθ Β΄ πρωτοανακαλύφθηκε από τον Constantin Tischendorf στις 19 Σεπτεμβρίου 1859 στην Ισταμπούλ, στη βιβλιοθήκη (Kütüphane) τού Αχμέτ Γ΄ και διασώζεται σε ένα μοναδικό αντίγραφο, προφανώς το πιο σημαντικό των 5.000 χειρογράφων, που υποτίθεται ότι περιλαμβάνονται στη συλλογή [πρβλ. Adolf Deissman, Forschungen und Funde im Serai, Βερολίνο και Λειψία, 1933, σελ. 28, 43-44].

Η πολιορκία τής Ρόδου από τούς Μαμελούκους, στην οποία αναφέρεται το κείμενο, κράτησε σαράντα μέρες. Ο στόλος τους με εβδομηνταπέντε σκάφη εμφανίστηκε στα ανοιχτά τη Δευτέρα, 10 Αυγούστου 1444. Οι δυνάμεις των Μαμελούκων έλυσαν το στρατόπεδό τους στις 13 Σεπτεμβρίου και ο στόλος αναχώρησε στις 18 τού μηνός. Η κύρια επίθεση έγινε την Πέμπτη 10 Σεπτεμβρίου Η σημαντικότερη περιγραφή τής εποχής είναι ένα ποίημα στα καταλανικά με 240 στίχους με ομοιοκαταληξία, από κάποιον Φραντσέσκ Φερρέρ, το Roman. dels actes e coses que larmada del gran solda feu en Rodes, που έχει δημοσιευθεί από τον Nicolau d’Olwer, «Un Temoinage Catalan du siege de Rhodes en 1444», Estudis universitaris Catalans, XII (1927), 376-87. Ο Φερρέρ ήταν παρών σε όλη τη διάρκεια τής πολιορκίας και μάς παρέχει χρονολόγηση των γεγονότων.

[←23]

Babinger, Maometto, σελ. 69-71. To επεισόδιο με τον Πέρση κήρυκα πρέπει να έγινε ευρέως γνωστό στην Ευρώπη. Πρβλ. Sanudo, Vite de duchi, στο RISS, XXII (1733), στήλη 1116. Βλέπε επίσης τo απόσπασμα από το Cronaca Zancaruola, επιμ. Babinger, στο Oriens, III (1950), 244-45 και για το δόγμα των Χουρούφι στο ίδιο, σελ. 245-48, ανατυπ. στο Babinger, Aufsätze und Abhandlungen, I, 139-43.

Νωρίτερα στον αιώνα ένας δερβίσης ονομαζόμενος Μουσταφά, ο οποίος λέγεται ότι είχε έρθει από τη Σάμο, είχε επίσης κηρύξει την πνευματική φιλία μουσουλμάνων και χριστιανών. Βλέπε Δούκα, κεφ. 21, CSHB, Βόννη, σελ. 111-15:

«Εκείνες τις ημέρες εμφανίστηκε κοντά στο βουνό που βρίσκεται στην είσοδο τού κόλπου τής Ιωνίας και ονομάζεται συνήθως Στυλάριον, στα ανατολικά, απέναντι από τη Χίο, ένας απλοϊκός Τούρκος αγρότης. Δίδασκε στους Τούρκους ότι δεν έπρεπε να κατέχουν ιδιοκτησία και ότι με εξαίρεση τις γυναίκες, όλα τα άλλα έπρεπε να τα μοιράζονται από κοινού: προμήθειες, ρούχα, ζευγάρια ζώων και χωράφια. «Θα μπαίνω στο σπίτι σου σαν να ήταν δικό μου και θα μπαίνεις στο σπίτι μου σαν να ήταν δικό σου, με εξαίρεση τις γυναίκες». Αφού εξαπάτησε τούς αγρότες με αυτό το δόγμα, επιδίωξε απατηλά να κερδίσει τη φιλία των χριστιανών. Διακήρυσσε το δόγμα ότι όποιος Τούρκος υποστήριζε ότι οι χριστιανοἰ δεν φοβούνταν τον Θεό, ήταν ο ίδιος ασεβής. Οι οπαδοί τής διδασκαλίας του, όταν συναντούσαν χριστιανό, τον φιλοξενούσαν και τον τιμούσαν ως άγγελο τού Δία. Ο ίδιος έστελνε καθημερινά διαλεκτούς απεσταλμένους στους άρχοντες τής Χίου και στους κληρικούς τής εκκλησίας, εξηγώντας τους το δόγμα του, ότι ο μόνος τρόπος για να σωθούν όλοι, ήταν να είναι σύμφωνοι με την πίστη των χριστιανών. Συνέβη τότε να ζει στο νησί, στο μοναστήρι που ονομάζεται Τουρλωτή, ένας γέρος Κρητικός αναχωρητής. Αυτός ο ψευτοκαλόγερος έστειλε στον αναχωρητή δύο δικούς του απεσταλμένους, που φορούσαν ένα μόνο χιτώνα, είχαν τα κεφάλια τους ξυρισμένα και ξεσκέπαστα και τα πόδια τους χωρίς σανδάλια, να τού απευθυνθούν και να πουν: «Κι εγώ δικός σου συνασκητής είμαι και λατρεύω τον ίδιο Θεό που λατρεύεις κι εσύ. Απόψε θα περπατήσω με γυμνά πόδια πάνω από τη θάλασσα για να βρεθώ μαζί σου». Ο αληθινός μοναχός, παραπλανημένος από τον ψευτοκαλόγερο, άρχισε να λέει παράλογα πράγματα γι’ αυτόν: «Όταν ήμουν στο νησί τής Σάμου, αφοσιωμένος στον Θεό, έγινε κι εκείνος συνασκητής μου. Διέσχιζε μέρα παρά μέρα τη θάλασσα και συνομιλούσε μαζί μου». Έλεγε κι άλλες τέτοιες θαυμαστές ιστορίες μπροστά σε εμένα τον γράφοντα. Ο γιος τού Σισμάν, ο κυβερνήτης τής επαρχίας τού Μεχμέτ, συγκέντρωσε στρατό και βάδισε εναντίον τού ψευτοκαλόγερου, αλλά δεν μπόρεσε να διασχίσει τα στενά τού Στυλαρίου. Οι Στυλάριοι ενώθηκαν και αποτελώντας δύναμη περισσότερων από έξι χιλιάδες άνδρες, πήραν τις θέσεις τους στα δύσβατα περάσματα και σκότωσαν όλα τα στρατεύματα τού Σισμάν και μαζί τους τον ίδιο τον Σισμάν. Τότε οι οπαδοί τού Μπορκλουτζέ Μουσταφά (γιατί αυτό ήταν το όνομά του), επιβεβαιώνοντας τον σεβασμό τους για τον ψευτοκαλόγερο και υμνώντας τον περισσότερο από προφήτη, διατύπωσαν το δόγμα ότι κάποιος δεν πρέπει να καλύπτει το κεφάλι με καπέλο, το οποίο ονομάζουν ζερκουλά, και ότι πρέπει να ζει φορώντας μόνο έναν απλό χιτώνα και με ξεσκέπαστο κεφάλι, ακολουθώντας τις πεποιθήσεις των χριστιανών και όχι των Τούρκων. Ο Μεχμέτ διέταξε στη συνέχεια τον κυβερνήτη τής Λυδίας, τον Αλή Μπεγ, να βαδίσει εναντίον των Στυλαρίων με όλες τις δυνάμεις τής Λυδίας και τής Ιωνίας. Και πάλι οι Στυλάριοι, παίρνοντας θέσεις στις εισόδους των δύσβατων περασμάτων, επέτρεψαν στα περισσότερα στρατεύματα τού εχθρού να περάσουν και στη συνέχεια τούς έσφαξαν όλους οι αγρότες. Ο Αλή Μπεγκ διέφυγε με δυσκολία μαζί με λίγους κσι πήγε στη Μαγνησία. Όταν ο Μεχμέτ έμαθε για την τραγική κατάληξη, έστειλε τον δωδεκάχρονο γιο του, τον Μουράτ, μαζί με τον βεζύρη Βαγιαζήτ επικεφαλής τού θρακικού στρατού. Οι δυνάμεις του, αυξημένες με Βιθυνούς, Φρύγες, Λυδούς και Ίωνες, διείσδυσαν σε αυτά τα δύσβατα μέρη. Χτυπούσαν ανελέητα όλους όσους έβλεπαν, τόσο τούς ηλικιωμένους όσο και τα βρέφη, τούς άνδρες και τις γυναίκες. Με μια λέξη, σκότωναν όλους, ανεξάρτητα από ηλικία, καθώς προχωρούσαν στο βουνό που υπερασπίζονταν οι δερβίσηδες. Ακολούθησε μάχη με πολλή σφαγή. Ο Μουράτ υπέστη τεράστιες απώλειες, αλλά οι Στυλάριοι τελικά παραδόθηκαν μαζί με τον ψευτοκαλόγερο. Τούς έδεσαν και τούς μετέφεραν στην Έφεσο, όπου ο Μπορκλουτζέ Μουσταφά υποβλήθηκε σε πολλαπλά βασανιστήρια. Παρέμεινε όμως ακλόνητος και ανυπότακτος στην αυταπάτη του. Τότε τον σταύρωσαν. Τον ανέβασαν σε καμήλα με τα χέρια τεντωμένα, καρφωμένα σε σανίδες με καρφιά, και τον παρέλασαν μέσα από την πόλη. Επειδή οι μαθητές του αρνούνταν να παραιτηθούν από το δόγμα τού δασκάλου τους, σφάχτηκαν όλοι μπροστά στα μάτια του. Καλωσορίζοντας τον θάνατο με χαρά, δεν έλεγαν τίποτε άλλο παρά «ντεντέ σουλτάν ερής», δηλαδή, «κύριε πατέρα, έλα σε εμάς». Για κάποιο διάστημα υποστηριζόταν από πολλούς από τούς μαθητές του η άποψη, ότι δεν είχε πεθάνει αλλά ήταν ακόμη ζωντανός. Ύστερα από αυτά τα γεγονότα, συνάντησα τυχαία τον Κρητικό μοναχό που αναφέρθηκε πιο πάνω. Τον ρώτησα για αυτό το ζήτημα, τι πραγματικά πίστευε ότι είχε συμβεί σε εκείνον [τον Μπορκλουτζέ Μουσταφά]. Μού είπε ότι εκείνος [ο Μπορκλουτζέ Μουσταφά] δεν είχε πεθάνει, αλλά είχε περάσει στο νησί τής Σάμου, όπου συνέχιζε να ζει όπως και πριν. Δεν τον πίστεψα ούτε υιοθετώ τις αυταπάτες του. Ο Βαγιαζήτ πήρε το παιδί [Μουράτ] και διέσχισε την Ασία και τη Λυδία. Όσους Τουρκοκαλόγερους που ζούσαν σε ακτημοσύνη συναντούσε στον δρόμο, τούς θανάτωνε όλους. Αφού διέσχισε τη Φρυγία και πέρασε τον πορθμό, έφτασε στην Αδριανούπολη όπου παρουσίασε τον γιο Μουράτ στον πατέρα Μεχμέτ ως νικητή και τροπαιούχο. Τότε ο Μεχμέτ δώρισε στον Μουράτ, που ήταν ακόμη νέος, την ηγεμονία τής Αμάσειας και τα μέρη προς την Καππαδοκία, ενώ διόρισε ως διοικητή των υποθέσεων έναν από τούς ευγενείς και αξιωματούχους του, τον ονομαζόμενο Γιοργίτς Μπεγκ».

«…ἐν δὲ ταῖς ἡμέραις ἐκείναις ἠγέρθη τις τῶν Τούρκων ἰδιώτης καὶ ἄγροικος ἐν τοῖς μέρεσι τοῦ ὄρους τοῦ κειμένου ἐν τῇ ἐμβολῇ τοῦ κόλπου τῆς Ἰωνίας, ὅ κοινῶς καλοῦσι Στυλάριον, πρὸς ἀνατολἡν καταντικρύ Χίου. καὶ ἐδίδαξε τοῖς Τούρκοις ἀκτημοσύνην, καὶ πλήν τῶν γυναικῶν τὰ λοιπά πάντα κοινά ἐδογμάτισεν, καὶ τροφάς καὶ ἐνδύματα καὶ ζεύγη καὶ ἀρούρας. ἐγὼ εἰς τὸν σόν οἶκον ὡς ἐμόν, σύ δὲ εἰς τὸν ἐμον ὡς σόν, πλήν τοῦ θήλεος μέρους. πλανησας δὲ τοὺς πάντας ἀγροίκους ἐν αὐτῷ τῷ δόγματι, ὑπούλως ἐπραγματεύετο καὶ τὴν τῶν Χριστιανῶν φιλίαν· ἐξέθετο γὰρ δόγμα, ὅστις τῶν Τούρκων εἴποι ὅτι χριστιανοί οὐχ ὑπάρχουσι θεοσεβεῖς, οὗτος ἀσεβής ἐστι. καὶ πάντες οἱ ὑπήκοοι τοῦ φρονήματος αὐτοῦ συναντώντές τινα τῶν Χριστιανῶν ἐφιλοξένουν καὶ ὡς ἄγγελον τοῦ Διός ἐτίμων. αὐτὸς δὲ καθ’ ἑκάστην ἐν Χίῳ οὐ διέλειπε στέλλων ἐν τοῖς ἡγεμοσι καὶ τοῖς κλήρου τῆς ἐκκλησίας κατειλεγμένοις ἀποστόλους, μηνύων αὐτοῖς τὸ αὐτοῦ φρόνημα, καὶ οὐκ ἔστιν ἄλλως σωθῆναι τῶν ἁπάντων εἰ μὴ ἐν τῇ ὁμονοίᾳ τῆς πίστεως τῶν Χριστιανῶν. ἔτυχε δὲ τῷ καιρῷ ἐκείνῳ κατοικεῖν ἐν τῇ νήσῳ ἀναχωρητήν ἕνα Κρῆτα γέροντα, ἐν τῇ μονῇ τῇ καλουμένῃ Τουρλοτῇ· καὶ στείλας ὁ ψευδαββᾶς ἐκεῖνος δύο τῶν ἀποστόλων αὐτοῦ τῶν μονοχιτώνων, ἔχοντας τὴν κεφαλήν κατεψιλωμένην ἀσκεπῆ καὶ τοὺς πόδας χωρίς σανδάλια καὶ πῖλον ἕνα μονοχιτωνίσκον ἐνδεδυμένους, προσαγορεύων αὐτὸν καὶ μηνύων ὡς ὅτι “κἀγώ συνασκητής σού εἰμί, καὶ τῷ θεῷ ᾧ λατρεύεις, ἐκείνῳ κἀγώ την προσκύνησιν φέρω, καὶ μετά σου εἰμί νύκτωρ διαβαίνων ἀψόφῳ ποδί τὸ πέλαγος.” ὁ δὲ ἀληθής ἀββᾶς πλανηθείς ὑπὸ τοῦ ψευδαββᾶ ἤρξατο καὶ αὐτὸς ἀλλόκοτα ὑπὲρ ἐκείνου φθέγγεσθαι, λέγων ὅτι “ἐν τῇ νήσῳ Σάμῳ σχολάζων καὶ αὐτὸς συνασκητής μου ἐγένετο, καὶ νῦν ἡμέραν παρ’ ἡμέραν διαβαίνων συνομιλεῖ μοι,” καὶ ἄλλα τινὰ τέρατα, ἅ ἐνώπιον ἐμοῦ τοῦ γράφοντος ἔλεγε. ὁ δὲ τοῦ Μαχουμέτ ἐπίτροπος, ὅν ὁ λόγος φθάσας ἐδήλωσεν, ὁ τοῦ Σουσμάνου υἱός, ὅς τὴν επαρχίαν τῆς ἡγεμονίας αὐθέντευε, στρατόν ἀθροίσας καὶ ἐλθών κατ’ αὐτοῦ οὐκ ἠδυνήθη διαβῆναι τὰ στενωπά τοῦ Στυλαρίου. οἱ δὲ Στυλάριοι εἰς ἕν συναχθέντες καὶ ὑπὲρ τοὺς ἐξακισχιλίους ὄντες, εἰς τὰ δύσβατα στάντες ἅπαντας τοὺς σὺν τῷ Σουσμάνῳ κατέσφαξαν, καὶ αὐτὸν ὁμοῦ τὸν Σούσμανον. τότε οἱ τοῦ Περκλιτζία Μουσταφᾶ (οὕτω γὰρ ἐκαλεῖτο) τὴν αὐτῶν ὑπόληψιν ἐν τῷ ψευδαββᾷ στερεώσαντες, καὶ ὑπέρτερον προφήτου τοῦτον ὑμνήσαντες, ἐξέθεντο δόγμα τοῦ μὴ ἐνδύσεσθαι τὴν κεφαλήν πῖλον, ὅ καλοῦσι ζαρκουλᾶν, ἀλλὰ ζῆν μονοχίτωνα καὶ ἀσκεπῆ βίον, καὶ προστίθεσθαι πλέον Χριστιανοῖς ἤ Τούρκοις. μετά δὲ ταῦτα μηνύει ὁ Μαχουμέτ τῷ ἐπάρχῳ Λυδίας Ἀλίπεγι τοῦ στρατεῦσαι σὺν πάσῃ δυνάμει Λυδίας καὶ Ἰωνίας κατά τῶν Στυλαρίων. οἱ δὲ Στυλάριοι πάλιν φυλάξαντες τὰς ἐμβολάς τῶν στενόδων, καὶ τὸ πλεῖστον τῶν ὑπεναντίων εἰσελθόν πάντας οἱ ἄγροικοι ἐφόνευσαν, ὡς μόλις σὺν ὀλιγοις ὁ Ἀλίπεγις διασωθείς εἰς Μαγνησίαν ἧκε. τότε ὁ Μαχουμέτ μαθών το δρᾶμα πέμπει τὸν υἱόν αὐτοῦ Μωράτ, παιδίον ὄντα δωδεκαετές, καὶ σὺν αὐτῷ τὸν Παγιαζήτ μεσάζοντα σὺν τῷ θρακικῷ στρατῷ· καὶ Βιθυνούς καὶ Φρύγας καὶ Λυδούς καὶ Ἴωνας πάντας ἀθροίσας εἴσεισιν ἐν τοῖς δυσβάτοις ἐκείνοις τόποις σὺν δυνάμει πολλῇ, καὶ ἀπαντῶντας πάντας ἀφειδῶς ἐξεθέριζεν, γέροντας ὁμοῦ καὶ νήπια, ἄνδρας τε καὶ γυναίκας, καὶ ἁπλῶς εἰπεῖν πᾶσαν ἡλικίαν ἀνηλεῶς ἔσφαττον, ἕως οὗ φθάσαντες ἐν τῷ ὄρει ὅ εἶχον εἰς φυλακήν οἱ μονοχίτωνες, καὶ κροτήσαντες πόλεμον, μετά πολλῶν τῶν πεσόντων ἀπὸ τοῦ μέρους τοῦ Μωράτ ὑπὲρ ἀριθμόν, παρεδόθησαν σὺν τῷ ψευδαββᾷ. παραλαβόντες δὲ καὶ δεσμήσαντες αὐτοὺς ἦλθον εἰς Ἔφεσον, κἀκεῖ ἐξετάσαντες αὐτὸν διὰ πολλῶν τιμωριῶν εὗρον ἀκλόνητον καὶ ἀμετάπτωτον τῆς φαντασίας αὐτοῦ. τότε σταυρώσαντες αὐτόν, καὶ ἐπιθέντες καμήλῳ ἐκτεταμένας ἔχων τὰς χεῖρας πεπερονημένας ἐν σανίσι διὰ τῶν ἥλων, ἐθριάμβευσαν αὐτὸν ἐν μέσῳ τῆς πόλεως. τοὺς δὲ μαθητάς αὐτοῦ μὴ ἀπαρνησαμένους το φρόνημα τοῦ διδασκάλου αὐτῶν πάντας ἐπ’ ὄψει τούτου κατέσφαττον, οὐκ ἄλλο λέγοντες πλήν το “τετέ σοῦλταν ἐρής” ἤγουν κύριε ἀββᾶς φθάσον. καὶ τότε ἡδέως τὸν θάνατον ἐλάμβανον. ἐκράτει γὰρ ἄχρι καιροῦ δόξα πολλῶν τῶν αὐτοῦ φοιτητῶν ὡς οὐ τέθνηκεν ἀλλὰ ζῇ· ὡς καὶ τῷ ἀσκητῇ τῷ προειρημένῳ ἐντυχών ἐγὼ μετά τὸ ταῦτα γενέσθαι, καὶ ἐρωτήσας περί τούτου, τὶ ἄρα τὸ δοξάζον περι ἐκείνου, εἴρηκέ μοι ὅτι ἐκεῖνος οὐκ ἀπέθανεν, ἀλλὰ περάσας ἐν τῇ νήσῳ Σάμῳ ἐκεῖ καὶ ὡς πρώην αὐλίζεται, εἰς ούδέν ἐγὼ τὰς φαντασίας αὐτοῦ οὔτε πιστεύσας οὔτε κατά νοῦν λαβών. ὁ δὲ Παγιαζήτ λαβών τὸ παιδίον καὶ διελθών τὴν Ἀσίαν καὶ Λυδίαν, καὶ ὅσους ἐντυχών ἐν ἀκτημοσύνῃ ζῶντας Τουρκοκαλογήρους ἅπαντας πικρῷ θανάτῳ παρέδωκεν. περασας δὲ τὴν Φρυγίαν καὶ τὸν πορθμόν διαβάς ἦλθεν ἐν Ἀδριανοῦ, παραστήσας τὸν υἱόν Μωράτ τῷ πατρί Μαχουμέτ νικητήν τροπαιοῦχον. τότε καὶ ὁ Μαχουμέτ ἐδωρήσατο τὴν ἡγεμονίαν τῆς Ἀμασείας καὶ τὰ πρὸς τὴν Καππαδοκίαν μέρη ἔτι νέῳ ὄντι, καὶ τῶν μεγιστάνων καὶ πρακτικῶν ἕνα διοικητήν τῶν πραγμάτων κατέστησεν Γεωργίτζπεγιν οὕτω καλούμενον».

Βλέπε επίσης H. I. Cotsonis (Kotsonis), «Aus der Endzeit von Byzanz: Burkludsche Mustafa», Byzantinische Zeitschrift, L (1957), 397-404.

[←24]

Στις 19 Οκτωβρίου 1444 οι Ενετοί έγραφαν στον πάπα:

«…Ιδού στέλνουμε στην Αγιότητά σας μεγάλο μέρος ενός κεφαλαίου επιστολής που μάς έγραψε από τη Βούδα ένας από τούς γραμματείς μας [Ρεγκουαρντάτι], με ημερομηνία 6 αυτού τού μηνός, με την οποία μάς γράφει ως αίσιο οιωνό, ότι ο χριστιανικός στρατός πέρασε τον Δούναβη στις 20 Σεπτεμβρίου, σπεύδοντας τώρα να προχωρήσει για την καταστροφή των δολίων Τούρκων»

(…Ecce mittimus Sanctitati vestre copiam unius capituli literarum nobis scriptarum per unum ex secretariis nostris, Reguardati] ex Buda, datarum VI presentis, perquas nobis scribit, Christianorum exercitum in felici omine Danubium traiecisse die XX Septembris nuper decursi ut ad exterminium perfidorum Teucrorum procederet)

[Sen. Secreta, Reg. 16, φύλλο 126, με λάθος αντιγραφή στο Cieszkowski, Fontes rerum polonicarum, 1-2 (1890), αριθ. viii, σελ. 132 και πρβλ. αριθ. I, ix, σελ. 134 και Valentini, Acta Albaniae veneta, XVIII, αριθ. 5.036, σελ. 266-67].

[←25]

Πρβλ. Raynaldus, Annales ecclesiastici ad ann. 1444, αριθ. 6-10, τόμ. XVIII (1694), σελ. 292-97. Στις 4 Οκτωβρίου 1444 ο Ευγένιος έστειλε συλλυπητήριο σημείωμα στον Λοντοβίκο Β΄ (Γ΄) Γκονζάγκα, συλλυπούμενος για τον θάνατο τού πατέρα του Τζιαν Φραντσέσκο, πρώτου μαρκήσιου τής Μάντουα [Arch. di Stato di Mantova, Arch. Gonzaga, Busta 834], ενώ έξι εβδομάδες αργότερα, στις 16 Νοεμβρίου, τον πληροφορούσε ότι έστελνε κάποιον Τζάκοπο ντε Κορτόνιο στη Μάντουα, να επιβλέψει τη συλλογή τού σταυροφορικού φόρου δεκάτης [στο ίδιο]:

«Προς αγαπημένο μας γιο ευγενή Κάρολο ντε Γκονζάγκα, μαρκήσιο Μάντουα: Αγαπημένε μας γιε, τούς χαιρετισμούς μας και την αποστολική ευλογία μας. Για να τεθούν σε εφαρμογή οι επιστολές μας, που εκδόθηκαν πριν από λίγο καιρό, για να υπάρξει σε πολλά μέρη τού κόσμου εξ ολοκλήρου καταβολή ενός φόρου δεκάτης, για τη φροντίδα και τη ναυτική εκστρατεία εναντίον των Τούρκων και άλλων βαρβάρων δεδηλωμένων εχθρών τής χριστιανικής πίστης, όπως περιγράφεται πληρέστερα στην επιστολή μας που γράφτηκε για τον λόγο αυτόν, στέλνουμε τον αγαπημένο μας γιο διδάσκαλο Ιάκωβο ντε Κορτόνιο και δύο διδάκτορες τού δικαίου επικεφαλής τού δικού μας μητρώου παρακλήσεων. Έτσι από την εξοχότητά σας, για τη δική μας και τής Αποστολικής Έδρας ευλάβεια προς τον Κύριο, ζητάμε και σάς προτρέπουμε, για την αποτελεσματική και ταχεία εκτέλεση αυτού τού είδους των εντολών μας, να συμπαρασταθείτε και να βοηθήσετε τον εν λόγω Ιάκωβο με τις κατάλληλες συμβουλές, συνδρομές και χάρες, ώστε με τη δική σας σύνεση και αφοσίωση προς εμάς και την ανωτέρω ειδική έδρα να αποκτήσουμε εμπιστοσύνη στον Κύριο. Σφραγίστηκε στη Ρώμη, στο ναό τού Αγίου Πέτρου, με το μυστικό δαχτυλίδι μας στις 16 τού μηνός Νοεμβρίου, κατά το δέκατο τέταρτο έτος τής παπικής μας θητείας».

(Dilecto filio nobili viro Carolo de Gonragha [!], marchioni Mantuano: Dilecte fili, salutem et apostolicam benedictionem. Pro executione litterarum nostrarum dudum promulgatarum cum istic tum in quampluribus partibus orbis super solutione unius integre decime pro apparatu et expeditione maritima adversus Teucros et alios barbaros Christiane fidei hostes indicte, prout in nostris litteris inde confectis plenius continentur, mittimus dilectum filium Magistrum Jacobum de Cortonio utriusque iuris doctorem in nostro registro supplicationum presidentem. Quocirca nobililatem tuam pro nostra et Aposlotice Sedis reverentia in domino requirimus et hortamur quatenus pro efficatiori et magis celeri executione huiusmodi mandatorum nostrorum eidem Jacobo faveas et assistas consiliis, auxiliis et favoribus oportunis prout de tua prudentia et devotione erga nos et sedem predictam specialem in domino flduciam obtinemus. Datum Rome apud Sanctum Petrum sub anulo nostro secreto die sextadecima mensis Novembris pontificatus nostri anno quartodecimo)

[←26]

Raynaldus, Annales ecclesiastici ad ann. 1144, αριθ. 6, τόμ. XVIII (1694), σελ. 292-93 και για τον Αριανίτι, μια από τις κόρες τού οποίου παντρεύτηκε τον Σκεντέρμπεη, βλέπε Franz Babinger, Das Ende der Arianiten, Μόναχο, 1960, σελ. 9-27 στα Sitzungsberichte d. bayer. Akad. der Wissen., Philos.-Hist. Kl., 1960, Heft 4 και Francisc Pall, «Skanderbeg et Ianco de Hunedoara», Revue des études sud-est européennes, VI (1968), 7, 9.

[←27]

Πρβλ. γενικά Halil Inalcik, «Byzantium and the Origins of the Crisis of 1444…», Actes du XIIe Congres international d’ études byzantines, II (1964), 159-63 (το οποίο αναφέρθηκε πιο πάνω, Κεφάλαιο 2, σημείωση 132).

[←28]

Στον επικήδειό του για τον καρδινάλιο Τσεζαρίνι, που σκοτώθηκε στη Βάρνα, ο Πότζο γράφει:

«Ούτε το αποτέλεσμα σημαίνει ότι έλειπε το σχέδιο … αν ο στόλος, για τον οποίο μέγιστη φροντίδα είχε ληφθεί από τον ανώτατο ποντίφηκα, εμπόδιζε στον Ελλήσποντο την είσοδο των Τούρκων στην Ευρώπη. … Αλλά ο Τούρκος αυτοκράτορας, που βρισκόταν τότε στην Ασία, εξασφαλίζοντας πολλές δυνάμεις και βοήθεια, την οποία ζήτησε από όλους τούς γείτονές του, [πέρασε] στην Ευρώπη με 30 χιλιάδες από τα στρατεύματά του, από αμέλεια τού στόλου, που έπρεπε να τού απαγορεύσει τη διέλευση …»

(…Neque eventus consiliis defuisset si classis, que summa cura a summo pontifice Helesponto ad id parata erat, Teucros aditu Εurope [MS. Euripi] prohibuisset. … At vero Teucrorum imperator, qui id temporis erat in Asia, contractis plurimis copiis et auxiliis undique a finitimis accitis, cum XXX milibus hominum in Europa [transivit] per negligentiam classis, que aditum ilium prohibere debebat…)

[Iorga, «Notes et extraits», ROL, VIII (1900-1, ανατυπ. 1964), 271].

Πρβλ. την περιγραφή τού Μωάμεθ Β΄, τουλάχιστον όπως την αναφέρει ο Δούκας, Hist. byzantina, κεφ. 34, CSHB, Βόννη, σελ. 239-40, για τη διάσχιση τού Βόσπορου από τον πατέρα του, τον Μουράτ:

«Όταν οι Ρωμιοί άκουσαν αυτά τα πικρά νέα, τόσο οι χριστιανοί τής Κωνσταντινούπολης όσο και εκείνοι που κατοικούσαν σε όλη την Ασία, τη Θράκη και τα νησιά, ένιωσαν βαρύ πόνο, αποσβολώθηκαν. Δεν έλεγαν τίποτε άλλο, παρά μόνο: «Έφτασε τώρα το τέλος τής πόλης. Τώρα χτυπούν τα σήμαντρα τής καταστροφής τού έθνους μας. Τώρα έρχονται οι ημέρες τού Αντίχριστου. Τι θα απογίνουμε; Τι θα κάνουμε; Ας παρθεί από εμάς η ζωή, Κύριε. Ας μη δουν τα μάτια των δούλων σου την καταστροφή τής πόλης, ούτε να πουν, δέσποτα, οι εχθροί σου, πού είναι οι άγιοι που προστατεύουν αυτή την Πόλη;» Δεν ήταν μόνο οι χριστιανοί στην Πόλη που θρηνούσαν δυνατά με τέτοιον τρόπο, αλλά και όλοι οι χριστιανοί που ήσαν διασκορπισμένοι σε όλη την Ανατολή και τη Δύση, καθώς και εκείνοι που κατοικούσαν στα νησιά, έκλαιγαν επίσης δυνατά. Με τον ερχομό τής άνοιξης, ο Μεχμέτ έστειλε παραγγελίες παντού για να συγκεντρωθούν οι κτίστες και οι εργάτες. Ο αυτοκράτορας έστειλε πρέσβεις στον Μεχμέτ στην Αδριανούπολη, όχι για να ζητήσει κάτι από τα πράγματα που ήθελε, ούτε για να διπλασιαστεί η πρόσοδος, αλλά για να τού πει: «Έχουν περάσει εκατό περίπου χρόνια ή και περισσότερο από τότε που ο προ-προπάππους σου Μουράτ [Α’], ο γιος τού Ορχάν, κατέλαβε την Αδριανούπολη. Από τότε, στις συνθήκες που έκαναν μαζί μυς οι απόγονοί του, μέχρι εσένα, κανένας δεν σκέφτηκε ποτέ να στήσει πύργο ή καλύβα μέσα στην αυλή τής πόλης. Ακόμη και όταν υπήρχε αιτία και οι δύο πλευρές συγκρούονταν σε μάχη, όμως κάνοντας κάποιον συμβιβασμό διατηρούσαν την ειρήνη. Γιατί όταν ο παππούς σου Μεχμέτ [Α’] ήθελε να χτίσει φρούριο στην περιοχή που βρίσκεται ανατολικά τού πορθμού, αυτό το αίτημα, που δεν ήταν μικρό, το ζήτησε παρακλητικά ο Μεχμέτ από τον αυτοκράτορα Μανουήλ, όπως ζητάει ένας γιος από τον πατέρα του. Συγκατάνευσε [ο Μανουήλ], με την αιτιολογία ότι το έργο θα κατασκευαζόταν στην Ανατολή, και ὀλη την Ανατολή την είχαν προσεταιριστεί αυτοί [οι Οθωμανοί] εδώ και πολλά χρόνια. Τώρα που όλα πηγαίνουν καλά για σένα, βλέπουμε προφανώς ότι θέλεις να κάνεις τον Εύξεινο Πόντο άβατο για τούς Φράγκους, με σκοπό να λιμοκτονήσεις την Πόλη και να τής στερήσεις τα έσοδα από τούς τελωνειακούς της δασμούς. Σε παρακαλούμε λοιπόν να παραιτηθείς από αυτό το σχέδιο και θα είμαστε αληθινοί φίλοι σου, όπως ήμασταν φίλοι τού πατέρα σου, τού αξιότιμου ηγεμόνα. Αν θέλετε να σού πληρώνουμε και φόρο, θα το κάνουμε». Ο Μεχμέτ απάντησε: «Εγώ δεν παίρνω τίποτε από την Πόλη. Γιατί εκτός από την τάφρο, δεν κατέχει τίποτε άλλο. Αν ήθελα να χτίσω φρούριο στο Ιερό Στόμιο, ο αυτοκράτορας δεν θα είχε δικαίωμα να με εμποδίσει. Γιατί όλα βρίσκονται κάτω από τη δική μου εξουσία. Τόσο τα φρούρια που βρίσκονται ανατολικά τού Ιερού Στομίου, μέσα στα οποία κατοικούν Τούρκοι, καθώς και όλα τα ακατοίκητα στη Δύση, βρίσκονται υπό την εξουσία μου. Οι Ρωμιοί δεν έχουν την άδεια να κατοικήσουν εκεί. Ή μήπως δεν ξέρετε σε πόσο δύσκολη και φοβερή κατάσταση βρέθηκε ο πατέρας μου, τότε που ο αυτοκράτορας συνωμοτούσε με τούς Ούγγρους; Δεν έβαλε ο αυτοκράτορας τις γαλέρες των Φράγκων στον Ελλήσποντο και αποκλείοντας τον πορθμό τής Καλλίπολης, εμπόδιζαν τον πατέρα μου να περάσει; Μετακίνησε λοιπόν τα στρατεύματά του κοντά στο Ιερό Στόμιο, και από τη θέση τού φρουρίου που είχε χτίσει ο παππούς του, πέρασε με ελαφρά σκάφη, Θεού θέλοντοε. Γιατί οι γαλέρες τού αυτοκράτορα βρίσκονταν σε περιπολία εκεί, για να αποτρέψουν τη διέλευση. Εγώ καθόμουν στην Αδριανούπολη, όντας παιδί, περιμένοντας την άφιξη των Ούγγρων. Οι Ούγγροι λεηλατούσαν την περιοχή γύρω από τη Βάρνα και ο αυτοκράτορας ενθουσιαζόταν, το μουσουλμανικό έθνος βρισκόταν σε κίνδυνο και οι γκιαούρηδες χαίρονταν. Τότε ο πατέρας μου, αφού πέρασε με πολλούς κινδύνους, ορκίστηκε να χτίσει άλλο φρούριο στη δυτική ακτή, απέναντι από το φρούριο στην ανατολική. Δεν έζησε για να το επιτύχει αυτό, αλλά, με τη βοήθεια τού Θεού, θα το κάνω εγώ. Γιατί με εμποδίζετε; Ή μήπως δεν επιτρέπεται να κάνω στη χώρα μου ό,τι θέλω; Πηγαίνετε και πείτε στον αυτοκράτορα: «Ο σημερινός ηγεμόνας δεν είναι σαν τούς προηγούμενους. Αυτά που δεν μπορούσαν να κάνουν εκείνοι, ο ίδιος μπορεί να τα πετύχει με ευκολία, ενώ τα πράγματα που δεν ήθελαν εκείνοι να κάνουν, ο ίδιος θέλει και είναι αποφασισμένος να τα πετύχει. Τον επόμενο άνδρα που θα έρθει εδώ για να συζητήσει αυτό το θέμα, θα τον γδάρω ζωντανό».

«…τότε οἱ Ῥωμαῖοι ἀκούσαντες τὴν πικράν ταύτην ἀγγελίαν, καὶ οἱ ἐν Κωνσταντίνου καὶ οἱ ἐν πάσῃ τῇ Ἀσίᾳ τε καὶ Θρᾴκῃ καὶ οἱ ἐν ταῖς νήσοις οἰκοῦντες χριστιανοί ὑπερήλγησαν, ἐξηράνθησαν. οὐκ ἦν ἐν ἀλλἡλοις γλῶσσα ἤ διαλαλία πλήν “νῦν τὸ τέλος ἤγγισε τῆς πόλεως· νῦν τὰ σήμαντρα τῆς φθορᾶς τοῦ ἡμετέρου γένους, νῦν αἱ ἡμέραι τοῦ ἀντιχρίστου. καὶ τὶ γένωμεν ἤ τὶ ποιήσωμεν; ἀρθήτω ἀφ’ ἡμῶν ἡ ζωή ἡμῶν, κύριε, καὶ μὴ ἴδοσαν οἱ ὀφθαλμοί τῶν δούλων σου τὴν φθοράν τῆς πόλεως, μηδέ εἴπησαν οἱ ἐχθροί σου, δέσποτα, ποῦ εἰσιν οἱ φυλάσσοντες ταύτην ἅγιοι;” ταύτην γὰρ τὴν φωνήν σὺν κλαυθμῷ οὐ μόνον οἱ τῆς πόλεως ἀλλὰ καὶ οἱ τῆς ἀνατολῆς σποράδην οἰκοῦντες χριστιανοί καὶ οἱ ἐν ταῖς νήσοις καὶ οἱ ἐν τῇ δύσει τὸ αὐτὸ μετά κλαυθμοῦ ἐβόων, ὁ δὲ Μεχεμέτ ἤδη τοῦ ἔαρος ἀρξαμένου ἔστειλεν ἁπανταχοῦ τοὺς τεχνίτας καὶ τοὺς ἐργάτας συνάγων. ὁ βασιλεύς δὲ στείλας ἐν Ἀδριανουπόλει πρέσβεις, οὐχ ὅτι ζητῆσαί τι τῶν ὧν ἠβούλετο, οὐδὲ διπλασιάσαι τὴν πρόσοδον, ἀλλ’ εἶπον αὐτῷ “ἡμεῖς ἤδη τὴν σήμερον ἔτος ἐστὶ που ἑκατοστόν καὶ ἐπέκεινα ἀφ’ οὗ τὴν Ἀδριανούπολιν ὁ σός πάππος Μωράτ ὁ τοῦ Όρχάν υἱός ἔλαβε· καὶ ἔκτοτε συνθήκας ποιήσαντες οἱ ἐκ τοῦ γένους αὐτοῦ καταγόμενοι μέχρι σοῦ, οὐδείς ἐμελέτησε πύργον ἤ καλύβην πῆξαι ἐν τῇ αὐλῇ τῆς πόλεως. εἰ γὰρ καὶ αἰτία τις εὑρίσκετο καὶ μάχην ἀμφότεροι συνίστων, ἀλλὰ δι’ ἄλλης συμβιβάσεως τὰ τῆς εἰρήνης ἐπράττοντο. ὁ γὰρ σος πάππος ὁ Μεχεμέτ βουληθείς ἐν τῇ πρὸς ἀνατολήν κειμένῃ τοῦ πορθμοῦ γῇ κτίσαι φρούριον, παρακλητικῶς, καὶ ὡς υἱός πρὸς πατέρα, τὴν αἴτησιν οὐ μικράν ὁ Μεχεμέτ πρὸς τὸν βασιλέα Μανουήλ ἐποίησεν· ὅθεν καὶ κατένευσεν ἐπὶ σκοπῷ ὅτι ἐν τῇ ἀνατολῇ ᾠκοδόμητο τὸ ἔργον καὶ ἡ ἀνατολή πᾶσα πρὸ χρόνων πολλῶν ἦν αὐτοῖς προσῳκειωμένη. τὸ δὲ σύ τὴν νῦν καλῶς ἐχόντων πάντων σὺν σοί, ὁρῶμεν ἀσφαλῶς ὅτι μέλλεις τὴν θάλασσαν τὴν Ποντικήν ἄβατον ποιῆσαι τοῖς Φράγγοις καὶ τὴν πόλιν λιμοκτονῆσαι καὶ τὰς εἰσόδους τῶν ἐν αὐτῇ τελουμένων κομμερκίων κωλῦσαι. δεόμεθα οὖν, ταύτην τὴν βουλήν ἀπόκοψον, καὶ ἐσόμεθα φίλοι σου χρηστοί καθά καὶ σὺν τῷ πατρί σου τῷ χρηστῷ ἡγεμόνι. εἰ βούλει καὶ τέλος διδόναι, δώσομεν”. ὁ δὲ Μεχεμέτ ἀπεκρίνατο “ἐγώ ἐκ τῆς πόλεως οὐ λαμβάνω τι. ἐκτος τῆς τάφρου οὐκ ἔχει οὔτε κέκτηταί τι. καὶ γὰρ εἰ ἤθελον κτίσαι ἐν τῷ ἱερῷ στομίῳ φρούριον, οὐκ εἶχε δίκαιον τοῦ κωλύειν με. πάντα γὰρ ὑπὸ τὴν ἐμήν ἐξουσίαν εἰσὶν καὶ τὰ πρὸς ἀνατολήν κείμενα τοῦ στομίου φρούρια, καὶ ἐντὸς αὐτῶν Τοῦρκοι κατοικοῦσι, καὶ τὰ ἐν τῇ δύσει ἄοικα ἐμά εἰσι· καὶ γὰρ Ῥωμαῖοι οὐκ ἔχουσιν ἐπ’ ἀδείας τοῦ οἰκῆσαι. ἤ οὐκ οἴδατε ἐν ποίᾳ στενοχωρίᾳ ὑπέστη καὶ δεινῇ περιστάσει ὁ ἐμός πατήρ, ὅταν τοῖς Οὔγγροις ὁ βασιλεύς συνετέθη, καὶ διὰ ξηρᾶς ἐλθόντες ἐκεῖνοι, διὰ θαλάσσης τὰς τῶν Φράγκων τριήρεις ἐν ταύτῃ τῇ Ἑλλησπόντῳ ἠγάγετο, καὶ τὸν Καλλιουπόλεως πορθμόν ἀποκλείσαντες οὐκ ἐδίδουν πορείαν τῷ ἐμῷ πατρί; ἀναβάς οὖν μέχρι τοῦ τόπου τοῦ ἱεροῦ στομίου ἐγγύς, καὶ ἐν τῷ πολιχνίῳ ὅ ἐδείματο ὁ πατήρ αὐτοῦ, σὺν ἀκατίοις περάσας θεοῦ εὐδοκοῦντος. καὶ γὰρ αἱ τριήρεις τοῦ βασιλέως ἐκεῖ κατεσκόπευον τοῦ κωλῦσαι τὴν διάβασιν· ἐγὼ δὲ ἐκαθήμην ἐν Ἀδριανουπόλει παιδίον ὤν, ἐκδεχόμενος τὴν τῶν Οὔγγρων ἄφιξιν· οἱ δὲ Οὖγγροι ἐλεηλάτουν τὰ πέριξ τῆς Βάρνης, καὶ ὁ βασιλεύς εὐφραίνετο, καὶ τὸ τῶν μουσουλμάνων γένος ἐδυσφόρει, καὶ οἱ καβούριδες ἐχαίροντο. τότε ὁ ἐμός περάσας μετά πολλούς τοὺς κινδύνους ὤμοσε τοῦ ποιῆσαι καταντικρύ τοῦ φρουρίου τοῦ κειμένου πρὸς ἀνατολήν ἕτερον φρούριον πρὸς δύσιν. ἐκεῖνος οὐκ ἔφθασε τοῦ ποιῆσαι· ἐγὼ τοῦτο μέλλω ποιῆσαι θεοῦ ἀρωγοῦντος. τὶ με κωλύετε; ἤ οὐκ ἔξεστι ποιῆσαι ἐν τοῖς ἐμοῖς ὅ βούλομαι; ἀπέλθατε, εἴπατε τῷ βασιλεῖ· ὁ νῦν ἡγεμών οὐκ ἔστι τῶν πρώην ὅμοιος· ἅ οὐκ ἠδύναντο ἐκεῖνοι ποιῆσαι, οὗτος ὑπὸ τὴν χεῖρα καὶ εὐκόλως ἔχει τοῦ πρᾶξαι, καὶ ἅ οὐκ ἐβούλοντο ἐκεῖνοι, οὗτος θέλει καὶ βούλεται. καὶ ὁ ἐλθών ἀπὸ τοῦ νῦν ἕνεκα τῆς ὑποθέσεως ταύτης ἀφαιρεθήσεται τὴν δοράν”.»

Για τις επακόλουθες κινήσεις των Τούρκων βλέπε τα έγγραφα από τη Ραγούσα στις 10 και 20 Οκτωβρίου στον V. V. Makušev, Monumenta historica slavorum meridonalium vicinorumque populorum deprompta e tabulariis et bibliothecis italicis, II (Belgrade, 1882), 81-84.

[←29]

Ήδη στις 7 Οκτωβρίου 1444 ο Ευγένιος Δ’ είχε καταδικάσει εκείνους τούς χριστιανούς, που παρείχαν «όπλα, σίδερo, τρόφιμα και άλλα είδη βοήθειας προς τούς Τούρκους» [επιστολή που παρέχεται στο Raynaldus, Annales ecclesiastici ad ann. 1444, αριθ. 8, τόμ. XVIII (1694), σελ. 294]. Οι Γενουάτες καταγγέλονταν ιδιαίτερα για τέτοιες δοσοληψίες με τούς Τούρκους. Πρβλ. Guglielmotti, Storia della marina pontificia, II, 160. Ο Αινείας Σύλβιος Πικκολομίνι έγραφε στον επίσκοπο τού Πάσσαου στις 28 Οκτωβρίου 1445, ότι

«… ο μεγάλος Τούρκος … όχι χωρίς μεγάλη ατιμία των Γενουατών, ήρθε στην Ευρώπη, επειδή ορισμένα γενουάτικα πλοία τους πρόσφεραν πέρασμα [εκατό χιλιάδες άνδρες, αν αληθεύει η αναφορά] και τούς έφεραν πίσω»

(…magnus Teucer … non sine magna Januensium infamia in Europam venit, nam et quedam Januensium naves prebuisse transitum illis [centum milibus virorum, si vera est fama] referebantur)

[Rudolf Wolkan (επιμ.). Der Briefwechsel des Eneas Silvius Piccolomini στο Fontes rerum Αustriacarum, ii. Abt., τόμ. 61 (Βιέννη, 1909), Ep. 192, σελ. 566].

Δεκατρία χρόνια αργότερα ο Aινείας σημείωνε στην πραγματεία του de Europa, 5 στο Opera quae extant omnia, Βασιλεία, 1551, ανατυπ. Φρανκφούρτη, 1967, σελ. 398A, ότι «αν αληθεύει» (si vera est famia), 100.000 Τούρκοι μεταφέρθηκαν στην απέναντι ακτή τού Βόσπορου από «κάποιους Γενουάτες» (Genuenses quidam), για ένα δουκάτο το κεφάλι. Ο Lorenzo Buonincontri, Ann., ad ann. 1444, στο RISS, XXI (Μιλάνο, 1732), στήλη 152D, γράφει ότι ο Μουράτ μίσθωσε Γενουάτες για να τον βοηθήσουν να μεταφέρει 70.000 Τούρκους «από την Ασία στην Ελλάδα». Ο Paolo Petrone, Miscellanea στο RISS, XXIV (Μιλάνο, 1738), στήλη 1128A, αναφέρει:

«… και να κατανοήσετε ότι … χριστιανοί προδότες, που ήσαν Ενετοί και Γενουάτες … [το κείμενο είναι κατεστραμμένο] … κρυφά 80.000 Τούρκους, κερδίζοντας ένα δουκάτο για κάθε κεφάλι.».

(…Avvisandovi che non … traditori Cristiani, i quali furono Veneziani e Genovesi … segretamente LXXX mila Turchi, che ne guadagnarono un ducato per testa d’ uomo)

O Petrone έγραψε στα μέσα τού 15ου αιώνα. Από το κείμενο αυτό φαίνεται ότι μέλη τής ενετικής αποικίας στην Κωνσταντινούπολη, καθώς και Γενουάτες τού Πέρα, πέρασαν τούς Τούρκους απέναντι στα Στενά για ένα δουκάτο ο καθένας, την ίδια τιμή που δίνει και ο Αινείας. Ο τελευταίος ήταν καλά πληροφορημένος, αφού βρισκόταν κοντά στον αυτοκράτορα Φρειδερίκο Γ΄, ο οποίος τού είχε απονείμει τον τίτλο τού «δαφνοστεφούς ποιητή» στις 27 Ιουλίου 1442 [Jos. Chmel, Regesta chronologico-diplomatica Friderici IV. Romanorum regis [imperatoris III.], Βιέννη, 1838, ανατυπ. Χίλντεσχαϊμ, 1962, αριθ. 801, σελ. 93 και αριθ. 17, σελ. xxix].

Βλέπε επίσης Jehan de Waurin (Wavrin), Recueil des croniques d’ Engleterre, VI, i, 11-12, επιμ. Hardy, τόμ. V (1891, ανατυπ. 1967), σελ. 46-47. 49-50. Wavrin, επιμ. Iorga. La Campagne des croises, Παρίσι, 1927, σελ. 32-36. Babinger, «Von Amurath zu Amurath», Oriens, III (1950), 251-52, ανατυπ. στο Aufsätze und Abhandlungen, I, 145-46.

Ο Λαόνικος Χαλκοκονδύλης δίνει μάλλον λεπτομερή περιγραφή τής μάχης τής Βάρνας [βιβλίο vii, CSHB, Βόννη, σελ. 330-38, επιμ. Darkò. II-1 (1923), 102-9]:

«Ο Μουράτ έκανε αμέσως προετοιμασίες και ξεκίνησε, καθώς οι εχθροί του προχωρούσαν. Συγκέντρωσε τον υπόλοιπο στρατό τής Ευρώπης που είχε μαζευτεί στο πλευρό του και ενωθεί μαζί του, κατά διαστήματα, για τον πόλεμο. Στη συνέχεια βάδισε πίσω από τον στρατό των Ούγγρων και στρατοπέδευσε τη νύχτα στο μέρος όπου είχαν στρατοπεδεύσει οι Ούγγροι την προηγούμενη νύχτα. … Έτσι ο Μουράτ εξέταζε αυτά τα πράγματα επί τέσσερις ημέρες καθώς προχωρούσε πίσω τους. Την πέμπτη μέρα, μόλις ο Γιάνος Χούνιαντι κατάλαβε ότι ο στρατός τού σουλτάνου τούς ακολουθούσε από πίσω στην πορεία τους, συζήτησε με τον βασιλιά των Ούγγρων [Βλάντισλαβ] και προσπάθησαν να αποφασίσουν αν θα τον πολεμούσαν εκεί και προχωρούσαν μόνο μετά τη μάχη ή αν θα συνέχιζαν να προχωρούν χωρίς μάχη και υποτάσσοντας την περιοχή. Σε αυτές τις συζητήσεις αποφάσισαν να δώσουν μάχη … οπότε ο Μουράτ έφτασε και στρατοπέδευσε στην πεδιάδα. Παράταξε πρώτα τούς γενίτσαρους και τούς κύκλωσε μπήγοντας μεγάλες σιδερένιες ασπίδες έδαφος. Ο σουλτάνος τις μεταφέρει πάντοτε μαζί του, πάνω σε καμήλες, όπου κι αν πηγαίνει. Επιπλέον, τα όπλα των γενίτσαρων μεταφέρονται επίσης πάνω σε καμήλες και όπου υπάρχει μάχη, μοιράζει τα όπλα και έτσι ετοιμάζεται για μάχη. Αφού τοποθετηθούν οι ασπίδες, ύστερα τοποθετούνται οι καμήλες εκεί, μπροστά από τις ασπίδες, και έτσι παρατάσσεται η Πύλη. … Οι Ούγγροι παρατάσσονταν επίσης κατά λόχους και φυλές. Οι Ούγγροι είχαν τη δεξιά πλευρά και οι Βλάχοι την αριστερή. Ο Γιάνος Χούνιαντι διοικούσε τούς φάκζη, τούς λεγόμενους βίτεζεκ, και προχωρούσε εναντίον τού στρατηγού τής Ασίας. Οι περισσότεροι από τον στρατό των τελευταίων ούτε καν προσπάθησαν να χτυπηθούν με τούς Ούγγρους, αλλά διέφυγαν σε μεγάλη απόσταση, επιτρέποντας στους Ούγγρους να καταδιώξουν, και έτσι διαλύθηκαν. Αυτός ήταν ο δεύτερος στρατός τής Ασίας τον οποίο ο Χούνιαντι κατατρόπωνε και καταδίωκε. … Στην αναταραχή τής μάχης, όταν οι Βλάχοι είδαν τούς Ασιάτες να τρέπονται σε φυγή, δεν κρατούσαν πια τις θέσεις τους, αλλά κατευθύνθηκαν στο θησαυροφυλάκιο τού σουλτάνου και λεηλάτησαν τα χρήματά του και το αντίσκηνο-κοιτώνα. Ενθαρρύνοντας ο ένας τον άλλον, σκότωναν ακόμη και τις καμήλες. Απασχολημένοι με αυτήν την επιχείρηση και ικανοποιημένοι με τη λεηλασία τους, δεν παρατάχθηκαν ξανά στη μάχη, αλλά επέστρεψαν στο δικό τους στρατόπεδο. Ο Γιάνος, όταν κατατρόπωσε τον στρατό τής Ασίας, πήγε στον βασιλιά Βλάντισλαβ και τον παρότρυνε να σταματήσει και να εδραιώσει τη θέση του, χωρίς να προχωρήσει καθόλου για να έρθει σε επαφή με τον εχθρό, για να μη τού συμβεί κάτι δυσάρεστο σε περίπτωση που πήγαινε εναντίον τού σουλτάνου και στη συνέχεια χρειαζόταν να ξεφύγει από τη μάχη. Τον συμβούλεψε να μην αφήσει κανέναν από τούς άνδρες του να πάει αλλού, αλλά να παραμείνουν εκεί και να κρατήσουν τη θέση, μέχρι να συγκρουστεί με τον στρατό τής Ευρώπης, τον καταστρέψει και επιστρέψει. Μόνο ύστερα από αυτό θα μπορούσαν να δώσουν την τελευταία μάχη, με επίθεση και κατάληψη τής Πύλης. Με αυτά τα λόγια, ο Χούνιαντι βγήκε συντεταγμένος εναντίον τού στρατού τής Ευρώπης, ο οποίος παρατάχθηκε στην αριστερή πλευρά τού σουλτάνου. Συγκρούστηκε με αυτόν και πολέμησαν για λίγο. Η μάχη διεξήχθη με τον ακόλουθο τρόπο. Όταν οι Ούγγροι συνέβαλαν και μπήκαν στη μάχη, κατατρόπωσαν τούς Τούρκους και τούς καταδίωκαν μέχρι να πλησιάσουν στο στρατόπεδό τους. Αλλά τότε οι Τούρκοι έκαναν περιστροφή και κυνηγούσαν τούς Ούγγρους για μεγάλο χρονικό διάστημα, μέχρις ότου έφτασαν και στο δικό τους στρατόπεδο. Τότε οι Ούγγροι πίεσαν σκληρά τούς Τούρκους και τούς κυνήγησαν και πολλοί Τούρκοι έπεσαν εκεί, ποδοπατημένοι από τούς Ούγγρους. Μάλιστα πολλοί Ούγγροι είχαν επίσης χαθεί κατά τη διάρκεια τής υποχώρησής τους, όταν, προς όνειδός τους, είχαν υποχωρήσει. … Λέγεται ότι ο Μουράτ, όταν είδε τούς Ούγγρους να επιτίθενται και να πολεμούν τόσο γενναία, άρχισε να τρέπεται σε φυγή. Αλλά πριν διαφύγει πραγματικά, κάποιος τον είδε και τον καταράστηκε, εκτιμώντας πόσο φοβερό θα ήταν αν έφυγε, και τον ανάγκασε να παραμείνει. Λίγο αργότερα έφεραν το κεφάλι τού βασιλιά των Ούγγρων στον σουλτάνο των μουσουλμάνων. Οι Ούγγροι που ήσαν μαζί με τον βασιλιά, τον έψαχναν καθώς υποχωρούσαν. Αργότερα, όταν κατάλαβαν ότι είχε πέσει εκεί και είχε πεθάνει, επιτέθηκαν ξανά προσπαθώντας να ανακτήσουν το σώμα του, αλλά δεν το κατάφεραν. Γιατί αυτό το κατόρθωμα είχε αναζωπυρώσει τούς γενίτσαρους και μάχονταν αποφασιστικά. Αργότερα, όταν οι Ούγγροι δεν μπόρεσαν να ανακτήσουν το σώμα, επέστρεψαν στο στρατόπεδο τους. Όταν τα νέα έφτασαν στον Χούνιαντι και τούς άλλους στις τάξεις τους, η μάχη σταμάτησε. Κάθε άτομο που μάθαινε τα νέα αποσυρόταν και αναχωρούσε μέσα σε αναταραχή. Δεν πορεύτηκαν στο στρατόπεδό τους, αλλά και ο Χούνιαντι και οι Βλάχοι προχώρησαν κατευθείαν προς τον Δούναβη. Η συνοδεία τού βασιλιά των Ούγγρων τράπηκε επίσης σε φυγή με αταξία, όσο πιο γρήγορα μπορούσε. Κατά τη διάρκεια αυτής τής αποχώρησης, ο καρδινάλιος Τζουλιάνο, άνθρωπος εξαιρετικός από κάθε άποψη, σκοτώθηκε από τούς Τούρκους. Πολλοί άλλοι καλοί άνδρες έπεσαν από τούς Βλάχους κατά τη διάρκεια αυτής τής αποχώρησης. Όταν ο Γιάνος έφτασε στον Δούναβη, τα στρατεύματά του πέρασαν απέναντι και σκορπίστηκαν. Καθώς προχωρούσε με μικρή ακολουθία, συνελήφθη από τον [Βλαντ Β’] Ντράκουλ, τον ηγεμόνα των Βλάχων, που ήταν εχθρός του».

«…Ἀμουράτης μὲν δὴ εὐθὺ τῶν πολεμίων ἐλαυνόντων ἐστρατεύετο παρασκευασάμενος, καὶ τὸ ἄλλο τῆς Εὐρώπης στράτευμα κατέλαβεν ἠθροισμένον αὐτῷ, καὶ προσιὸν ἑκάστοτέ οἱ ἐπὶ τὸν πόλεμον. οὗτος δὲ κατόπιν ἐλαύνων τοῦ Παιόνων στρατοῦ ἐστρατοπεδεύετο νυκτός, ἔνθα τῇ προτεραίᾳ ἐπηυλίζοντο οἱ Παίονες … ταῦτα μὲν οὖν Ἀμουράτης ἐλαύνων κατόπιν ἐλογίζετο ἐπὶ τέσσαρας ἡμέρας· τῇ δὲ πέμπτῃ Ἰωάννης ὁ Χωνιάτης, ὡς ᾔσθετο κατὰ πόδας ἐλαύνειν τὸν βασιλέως στρατόν, ἐς βουλήν τε καθίστατο σὺν τῷ Παιόνων βασιλεῖ, καὶ ἐβουλεύοντο, εἰ τὴν μάχην αὐτοῦ ποιήσαιντο καὶ μαχεσάμενοι οὕτω τοῦ πρόσω ἔχοιντο, ἢ ἀμαχητὶ προΐοιεν, καταλαμβάνοντες τὴν χώραν. ἐνταῦθα ἔδοξε βουλευομένοις τὴν μάχην ποιεῖσθαι … ἐνταῦθα Ἀμουράτης ἀφικόμενος ἐστρατοπεδεύετο ἐν τῷ πεδίῳ. καὶ πρῶτα μὲν τοὺς νεήλυδας παραταξάμενος ἐκυκλοῦτο ὑπὸ τῶν θυρεῶν, εὐμεγέθεις πηξάμενος σιδηρείους ἐς τὴν γῆν. φέρει δὲ τούτους αἰεί, ὅποι ἂν στρατεύηται βασιλεύς, ἐπὶ τῶν καμήλων· καὶ πρός γε τὰ ὅπλα τῶν νεηλύδων ἐπὶ τῶν καμήλων φέρει, καὶ ὅποι ἂν ἔσοιτο αὐτῷ μάχη, διανειμάμενος τὰ ὅπλα ἐς μάχην καθίσταται. μετὰ δὲ τούτους τοὺς θυρεοὺς ἄγων καὶ τὰς καμήλους αὐτοῦ ταύτῃ ἔμπροσθεν τῶν θυρεῶν ἔστησε, καὶ οὕτω παρετάσσετο ἐς τὰς θύρας. …. Παίονες δὲ παρετάσσοντο καὶ οὗτοι κατὰ λόχους καὶ φρήτρας· καὶ οἱ Παίονες εἶχον τὸ δεξιόν. οἱ δὲ Δᾶκες τὸ εὐώνυμον. Καὶ Ἰωάννης μὲν ὁ Χωνιάτης ἔχων τὴν φάκζην, τοὺς βιτάζιδας καλουμένους, ἐπῄει ἐπὶ τὸν τῆς Ἀσίας στρατηγόν. καὶ οἱ πολλοὶ μὲν αὐτῶν οὐδὲ ἐς χεῖρας ἐλθόντες ἐδέξαντο τοὺς Παίονας, ἀλλ’ ἔφευγον ἐκ πολλοῦ, παρείχοντό τε τοῖς Παίοσιν ἐπιδιώκειν, ἔνθα γενόμενοι διεσπάρησαν. καὶ τὸν δεύτερον τῆς Ἀσίας στρατὸν οὕτω δὴ τρεψάμενος ἐδίωκεν. … οἱ μέντοι Δᾶκες ἐν τῷ θορύβῳ τούτῳ τῆς μάχης, ὡς ἑώρων τοὺς Ἀσιανοὺς ἐς φυγὴν τρεπομένους, οὐκέτι δὴ ἐνταῦθα ἐπέσχον, ἀλλ’ ἐς τοὺς βασιλέως θησαυροὺς τραπόμενοι διήρπαζον τά τε χρήματα καὶ τὸν βασιλέως κοιτῶνα, καὶ τὰς καμήλους ἐφόνευον, ἀλλήλοις διακελευόμενοι. ὡς δὲ ἔργου εἴχοντο καὶ ἱκανῶς εἶχον τῆς διαρπαγῆς, οὐκέτι ἰόντες ἐς μάχην παρετάσσοντο ἐν οὐδενί, ἀλλ’ ἐπὶ τὸ ἑαυτῶν στρατόπεδον ἤλαυνον. Ἰωάννης μὲν οὖν, ὡς ἐτρέψατο τὸ τῆς Ἀσίας στράτευμα, ἀφίκετο ἐπὶ Λαδισλάον βασιλέα, παραινῶν αὐτῷ ἵστασθαι καὶ ἱδρῦσθαι κατὰ χώραν, μηδὲ προϊέναι ποι συμβαλοῦντα τοῖς πολεμίοις, ὡς ἂν ἐπιόντι κατὰ τοῦ βασιλέως χαλεπὸν ἀποβαίη, καταφυγὴ ἐκ τῆς μάχης γένοιτο. καὶ παρεγγύα μηδενὶ τῶν ἀμφ’ αὑτὸν ἐπιτρέπειν ἄλλῃ πῃ ἀπιέναι, ἀλλ’ αὐτοῦ μένοντας ἐπιμένειν, ἐς ὃ ἂν μαχεσάμενος καὶ τὸ τῆς Εὐρώπης στράτευμα τρεψάμενος ὑποστρέψηται, καὶ τότε ἐπὶ τὰς θύρας ἅμα, ὑπολειπομένου τοῦ ἀγῶνος τούτου, ἐλῶσι μετὰ ταῦτα, καὶ ἐξεργάσωνται καὶ τοῦτον τελευταῖον ἀγῶνα. ὁ μὲν ταῦτα εἰπὼν ἀπῄει συνταξάμενος ἐπὶ τὸ τῆς Εὐρώπης στράτευμα, ὃ ἐπὶ τὸ εὐώνυμον τοῦ βασιλέως παρετάσσετο μέρος, καὶ συμβαλὼν ἐμάχετο ἐπὶ χρόνον τινά. ἐγένετο δὲ ἡ μάχη οὕτως. ὡς συμβάλλοιεν οἱ Παίονες ἐς χεῖρας ἐλθόντες, τρεψάμενοι τοὺς Τούρκους ἐδίωκον, ἕως οὗ ἐγένοντο ἀγχοῦ τοῦ στρατοπέδου αὐτοῦ. μετὰ δὲ εὐθὺς συστρέψαντες οἱ Τοῦρκοι ἐδίωκον τοὺς Παίονας χρόνον ἱκανὸν ἄχρις οὗ γένοιντο καὶ οὗτοι ἐν τῷ στρατοπέδῳ αὑτῶν. καὶ ὁπότε μὲν βιασάμενοι οἱ Παίονες τοὺς Τούρκους ἐπικέοιντο διώκοντες, ἐνταῦθα συχνοὶ τῶν Τούρκων ἔπιπτον καταπατούμενοι ὑπὸ τῶν Παιόνων. καὶ μὲν δὴ καὶ Παίονες ἐν τῇ ἀποχωρήσει πολλοὶ ἀπεγίνοντο, ὁπότε δὴ αἰδοῖ ἀποχωροῦντες. …. Ἀμουράτης μὲν οὖν ἐνταῦθα λέγεται, ὡς ἑώρα ἐμβαλόντας τοὺς Παίονας καὶ μαχομένους ἀξίως λόγου, ὥρμητο ἐς φυγήν· πρὶν δὲ αὐτὸν ἐς φυγὴν τραπῆναι, τὶς ἰδὼν αὐτὸν ἐβλασφήμησε, δεινὸν λογισάμενος εἰ ἐκφύγοιεν, κατέσχε τε αὐτόν, καὶ μετ’ οὐ πολὺ τὴν κεφαλὴν τοῦ βασιλέως Παιόνων ἐς βασιλέα μουσουλμάνων ἀπήγαγον. Οἱ μὲν ἀμφὶ τὸν βασιλέα Παίονες ὡς ἀπήλαυνον, ἐζήτουν τὸν βασιλέα· μετὰ δὲ ταῦτα, ὡς ᾔσθοντο ἐνταῦθα πεσόντος καὶ ἀποθανόντος, ἐνέβαλον μὲν αὐτίκα, πειρώμενοι ἀνελέσθαι τὸν νεκρόν, οὐ μέντοι γε περιεγένοντο· ἐπύρωσε γὰρ τοὖργον τοὺς νεήλυδας, καὶ ἐμάχοντο μεγάλως. μετὰ δέ, ὡς οὐκ ἠδύναντο ἀνελέσθαι τὸν νεκρόν, ἀπήλαυνον ἐπὶ τὸ στρατόπεδον. καὶ αὐτίκα ἡ φήμη ἀφικομένη ἐπὶ τὸν Χωνιάτην καὶ ἐς τοὺς ἄλλους τοὺς ἐν ταῖς συντάξεσιν ἔπαυσέ τε τῆς μάχης. καὶ ἀποχωροῦντος καὶ ἰόντος ἐν οὐδενὶ κόσμῳ, ἐπυνθάνετο ἕκαστα, οὐκέτι ἤλαυνεν ἐπὶ τὸ στρατόπεδον, ἀλλ’ εὐθὺ τοῦ Ἴστρου ἐπορεύετο αὐτός τε καὶ οἱ Δᾶκες, καὶ ὡς εἶχον σπουδῆς, ἔφευγον ἐν οὐδενὶ κόσμῳ καὶ οἱ ἀμφὶ τὸν βασιλέα Παιόνων. ἐν ταύτῃ τῇ ἀποχωρήσει ἐτελεύτησεν ὑπὸ Τούρκων Ἰουλιανὸς καρδινάλιος, ἀνὴρ τὰ πάντα γενόμενος ἄριστος. καὶ ἄλλοι τε ἔπεσον ἐν τῇ ἀποχωρήσει ἄνδρες ἀγαθοὶ οὐκ ὀλίγοι Δακῶν. Ἰωάννης δὲ ὡς ἐπὶ τὸν Ἴστρον ἀφίκετο καὶ τά τε στρατεύματα διαβάντα διεσπάρη, ἐνταῦθα, ὡς ἐπορεύετο ὀλίγοις τοῖς ἀμφ’ αὑτόν, ἑάλω ὑπὸ Δρακούλεω τοῦ Δακῶν ἡγεμόνος, πολεμίου τε ὄντος.»

Ο Γεώργιος Σφραντζής απλώς υπαινίσσεται τη μάχη εν παρόδω [Χρονικόν, PG 156, 1050AB, επιμ. V. Grecu, Georgios Sphrantzes, Memorii (1401-1477) στο anexa Pseudo-Phrantzes: Macane Melissenos, Cronica (1258-1481), Βουκουρέστι, 1966, σελ. 66]:

Έφτασα λοιπόν στον Εύριπο [Νεγκροπόντε], αλλά δεν πρόλαβα τις γαλέρες κι έτσι πήρα άλλο πλοίο και πήγα στη Λήμνο. Βρίσκοντας εκεί μια αυτοκρατορική γαλέρα, επέστρεψα στην Πόλη στις αρχές Νοεμβρίου τού έτους 6953 [1444]. Στις 11 τού ίδιου μήνα ο βασιλιάς τής Ουγγαρίας σκοτώθηκε από τον σουλτάνο στη Βάρνα.

«Φθάσας οὖν ἐγὼ εἰς τὸν Εὔριπον, τὰ δὲ κάτεργα οὐ φθάσας δι’ ἄλλου πλευσίμου εἰς τὴν Λῆμνον ἀπεσώθην κἀκεῖσε εὑρὼν κάτεργον βασιλικὸν εἰς τὴν Πόλιν ἀπεσώθην εἰς τὰς ἀρχὰς τοῦ Νοεμβρίου τοῦ νγ΄ ἔτους. Τῷ δὲ αὐτῷ μηνὶ ια’ ὁ ῥὴξ τῆς Οὐγγαρίας ἐσκοτώθη παρὰ τοῦ ἀμηρᾶ εἰς τὴν Βάρναν.»

Ο «Ψευδο-Σφραντζής» (Μακάριος Mελισσηνός-Mελισσουργός), Chron. maius, II, 19, CSHB, Βόννη, σελ. 197-200, επιμ. Grecu, σελ. 338, 340 έχει διαβάσει τον Χαλκοκονδύλη και άλλες πηγές.

[←30]

Έτσι είχαν πληροφορήσει οι Ενετοί τον Ευγένιο Δ’ στις 19 Οκτωβρίου 1444. Βλέπε πιο πάνω, σημείωση 24 και πρβλ. Iorga, ROL, VIII, 1, και Notes et extraits, III, 188 και τον Λορεντάν στις 9 Νοεμβρίου [C. N. Sathas, Documents inedits, I (Παρίσι, 1880, ανατυπ. Αθήνα, 1972), αριθ. 140, σελ. 209]. Πρβλ. Ljubić, Listine, IX (1890), 212 και Sen. Secreta, Reg. 16, φύλλο 129. O Λάντισλας έστειλε επείγουσα έκκληση στους Ενετούς

«και προβλέψαμε ότι οι γαλέρες, τόσο οι δικές μας όσο και τον στόλου τού ανώτατου ποντίφηκα θα επιμένουν στο στενό [της Καλλίπολης] εναντίον των Τούρκων» [στο ίδιο, φύλλο 131].

(ut provideamus quod galee tam nostre quam armate per summum pontificem perseverent in strictu [Gallipolis] contra Teucros)

[←31]

Andreas de Palatio σε επιστολή γραμμένη στο Πόζναν στις 16 Μαΐου 1445 προς τον Λοντοβίκο Τρεβιζάν, τον καρδινάλιο καμεράριο (camerlengo) [A. Lewicki (επιμ.), Codex epistolaris saeculi decimi quinti, II (Κρακοβία, 1801, ανατυπ. Νέα Υόρκη και Λονδίνο, 1965), αριθ. 308, σελ. 461 στο Μonumenta medii aevi historica res gestas Poloniae Ιllustrantia, XII].

[←32]

Η μάχη τής Βάρνας προφανώς αναφέρθηκε στη Βενετία ως χριστιανική νίκη [Sanudo, Vite de duchi, στο RISS, XXII, στήλη 1113B]:

«Επίσης ο Λάντισλας, ο βασιλιάς τής Πολωνίας, νίκησε τούς Τούρκους, που είχαν 80.000 νεκρούς [!]. Σκοτώθηκε ο βασιλιάς, ο καρδινάλιος λεγάτος Τζουλιάνο και πολλοί επίσκοποι». Πρβλ., στο ίδιο, στήλη 1117AB.

(Ancora Ladislao Re di Polonia ebbe vittoria contro i Turchi, de ‘quali furono morti 80.000 [!]. Fu morto il Re, e Giuliano cardinale legato, et molti vescovi)

Ένα ελληνικό ποίημα για τη μάχη τής Βάρνας [επιμ. Gyula Moravcsik, Βουδαπέστη, 1935], περισσότερο γλωσσολογικής παρά ιστορικής σημασίας, αναγράφει ότι ένας γενίτσαρος προσπάθησε και πραγματικά απείλησε να σκοτώσει τον Μουράτ, αν προσπαθούσε να διαφύγει από το πεδίο τής μάχης στη Βάρνα:

«…Καί εἷς ἐκ τοὺς γενιτζάρους του, καλός καὶ πειρασμενος,
τὸ ἄλογόν του σταματᾷ, τὰ ῥέτενά του πιάνει,
τόν Ἀμουράτην ἔλεγεν θρασεά καὶ θυμωμένα˙
“σουλτάνε, αὐθέντη θαυμαστέ, Μουράτμπεη Ἀτμάννε,
ἀπέζεψε ἐκ τὸ ἄλογο τώρα τὴν ὥραν τούτην,
νά ἀποθάνῃς μετ’ ἑμᾶς καὶ ἡμεῖς μαζί μετά σε.
εἰ γὰρ καὶ βούλεσαι ὄπισθεν εἰ θέλεις τοῦ νά φύγῃς,
μά τὴν χρυσῆν σου κεφαλήν, καὶ τολμηρά σε λέγω,
ἀτός μου μέ τὰ χέρια μου ἐσένα νά φονεύσω”.»

[στο ίδιο, σελ. 36, 37, από το Bibl. Nat., MS. Coisl. gr. 316, στίχοι 299-307, για το οποίο πρβλ. Robert Devreesse, Catalogue des manuscrits grecs de la Bibliotheque Nationale, II: Le Fonds Coislin, Παρίσι, 1945, σελ. 305-6, που αποδίδει το ποίημα στον Παρασπόνδυλο Ζωτικό και από τη βιβλιοθήκη τού ανακτόρου Topkapi, Ισταμπούλ, MS. σειρά gr. 35, στίχοι 302-10, για το οποίο πρβλ. Deissmann, Forschungen u. Funde im Serai (1933), σελ. 71-72, που αποδίδει το ποίημα στον Γεώργιο Αργυρόπουλο, ενώ αυτό το χειρόγραφο χρονολογείται στο 1461].

Σημείωση τού μεταφραστή

Παρατίθεται στη συνέχεια ολόκληρο το ποίημα «Ἡ ἐν Βάρνᾳ μάχη» τού Παρασπόνδυλου Ζωτικού από το E. Legrand, Collection de monuments pour servir à l’étude de la Langue Néo-Hellénique [Nouvelle Série, No 5, Athènes, 1875, σελ. 65-84]:

«Τί ἀξιοπρεπέστατον καὶ θαυμαστόν, καὶ μέγα,
τὶ ἄγαν πολυτίμητον ἔπαινον νά συγγράψω,
τί ξένον καὶ παράδοξον, φρικτόν νά στιχοπλέξω,
καὶ ποῖος νοῦς νά δυνηθῇ λεπτογραφεῖν καὶ λέγειν !
ἐξαπορεῖ μου ὁ λογισμός, αἱ χεῖραι καὶ ἡ γλώττα
νά ἐπαινέσω ἄστοχον τὸν μέγαν τροπαιοῦχον,
τόν μέγαν καὶ τὸν δυνατόν, τὸν ἰσχυρόν καὶ δράκον,
τὸν μέγαν, φρονιμώτατον, ἄξιον βασιλείας.
Ἄξιος καὶ πανάξιος στέμματος κληρονόμος,
τῆς βασιλείας μέτοχος, Ῥωμαίων αὐτοκράτωρ,
πολεμιστής καὶ νικητής θερμότατος τῆς πίστης !
Νά τὸν ἠγράψω μάρτυραν ‘ς τοὺς πρώτους χοροστάτας,
νά τὸν ἠγράψω ἀπόστολον ‘ς τοὺς εὐαγγελιστάδας,
νά τὸν ἠγράψω κήρυκαν ὅπου κηρύττει πίστιν,
ἤ ἕναν ἐκ τῶν προφητῶν ἐκείνων τῶν ἁγίων ;
ὁμοῦ ταῦτα ὑπερνικᾷ, εἰς ὕψος ὑπερέβη.
Ἀρχή ὁ πρῶτος βασιλεύς [καί] τῶν Ἑλλήνων δόξα,
Ἀλέξανδρος ὁ Μακεδών, υίος τῆς Όλυμπιάδος˙
χριστιανῶν ὁ βασιλεύς, ἡ κορυφή καὶ ῥίζα,
καὶ τοῦ σταυροῦ ὁ εὑρετής, ὁ μέγας Κωνσταντῖνος˙
καί τρίτον ο πανθαύμαστος ὁ βασιλεύς Ἰάγγκος.
Ποίαν ἀξιοτίμητον αὐτὴν γραφήν νά γράψω,
ὑψηλοτάτον ἔπαινος ὁ νοῦς μου ν’ ἀναβάσῃ,
ὥσπερ τοὺς δύο βασιλεῖς τοὺς ἄνω γεγραμμένους,
τοιαύτην δίδω τὴν τιμήν τὸν ἄνω βασιλέα˙
πρέπον ἐστὶν καὶ ἁρμόδιον ἡ ἐκκλησιά τῆς Ρώμης,
καί πᾶσα γένος χριστιανῶν ἀνατολῆς καὶ δύσης
μνημην ἀξιότίμητην ἄς πάρῃ ἐκ τοῦ παρόντος.
Οἵτινες ἐδοξάσθησαν εἰς τοῦ πολέμου μάχας,
ἀνδρειωμένοι καὶ ἄνανδροι καὶ πᾶσα γένος, λέγω,
ἄς προσκυνήσουν σήμερον Ἰάγγκον τῆς Ουγγρίας,
ἄς ἐπαινέσουν τώρα νῦν αὐτον ὡς καβαλλάριν,
ἄς τὸν ὑψώσουν σήμερον αὐτὸν ώς βασιλέαν,
μετά Σαμψοῦ τοῦ παλαιοῦ, μεγάλου, ἀνδρειωμένου,
καί Ἀλεξάνδρου τοῦ φρικτοῦ, καὶ μέγα Κωνσταντίνου.
Δοξάζω εὐαγγελιστάς, δοξάζω καὶ προφήτας,
τά τοῦ Χρίστοῦ ἀθλήσαντας μεγάλους τοὺς ἁγίους˙
μέσον αὐτοὺς δοξολογῶ Ἰάγγκον βασιλέα,
τί τῶν Ῥωμαίων διδαχός παρά θεοῦ χρισμένος,
χριστιανός ἐκδικητής καὶ μέγας τροπαιοῦχος,
μέ ἅπας γένους μουσικῶν χρεία νά τὸν δοξάζουν,
μέλος καινόν ἡ ἐκκλησιά πρέπει νά τὸν ὑμνοῦσιν.
Οὔτε ζωήν λογίζεται, οὔτε τοσοῦτον πλοῦτος,
Οὔτε γονέων στέρησιν τοῦ γλυκυτάτου κόσμου,
θέτει ζωήν διὰ πολλούς, δίδει ψυχήν δια πίστιν,
χριστιανός ὀρθόδοξος καὶ τοῦ Χριστοῦ οἰκεῖος
καί τοῦ σταυροῦ συνόμιλος καὶ τῶν μαρτύρων πρῶτος,
ὥσπερ Χριστός συγκαταβάς, οἰκονομιάν ποιήσας,
νά ἐλευθερώσῃ ἀπὸ δεσμοῦ τὸ γένος τῶν ἀνθρώπων,
ὥσπερ οἱ ἅγιοι γράφουσιν καὶ παραδίδουσί μας,
καί, στέργω, ἀφυρόνει το ὁ παλαιός καὶ ὁ νέος˙
οὕτως καὶ αὐτὸς ὁ θαυμαστός, ὁ μέγας Θεοφάνης,
εὑρέθηκεν παρά θεοῦ θερμότατος τῆς πίστης
θερμότατος καὶ ζηλωτής εἰς τῶν Ρωμαιών τὸ γένος,
Ἰάγγκος, ὁ πανθαύμαστος καὶ μέγας στρατιώτης.
Πρῶτον ἐλπίζει εἰς θεόν, καὶ δεύτερον ‘ς τὴν γνῶσιν,
καί τρίτον ‘ς τὴν ἀνδρείαν του τὸ γένος τῶν Ρωμαίων,
νά ἐλευθερώσῃ ἐκ παντός ἐκ τοὺς Ἀγαρηναίους.
Ζώνεται, ἀφυρόνεται χριστιανῶν τὴν πίστιν˙
ἦλθεν, μετά θρασύτητος καὶ τάξιν τοῦ πολέμου,
ἀνδρειωμένα, τακτικά, εἰς τοὺς Ἰσμαηλίτας˙
ζητεῖ καὶ θέλει πόλεμον ἐν παρρησιᾷ ‘ς τὸν κόσμον,
ζητεῖ τὸν Ἀμουράτμπεη καὶ αὐθέντη μουσουλμάνων,
αὐθέντη μέγαν, ἰσχυρόν, ἀνατολῆς καὶ δύσης,
νά πολεμήσουν εὔτολμα μέ καθαρῆς καρδίας.
Εἶδες ἀνδρειάν ἐπαινετήν καὶ φρικτοτάτην γνῶσιν,
εἶδες καρδιοσύστασες ψυχῆς λελαμπρυσμένης,
εἶδες θαυμάσιον θαυμαστόν, θράσος ἀνδρειωμένον˙
φιλῶ σου τὸ ἀπόκοτον, φιλῶ σου καὶ τὴν τόλμην.
Ζητεῖ αὐθέντην θαυμαστόν ἀνατολῆς καὶ δύσης,
νά πολεμήσουν εὔτολμα φουσσάτα μέ φουσσάτα.
Τοῦτο ποτέ οὐκ ἠκούστηκεν, τοῦτο ποτέ οὐκ ἐφάνην,
νά εὑρεθῇ κἀνείς αὐτοὺς ποτέ νά πολεμήσῃ˙
ἀφοῦ οἱ Τοῦρκοι ἐπέρασαν ‘ς τὴν Ῥωμανιάν ‘ς τὴν δύσιν,
ἀφέντης οὐκ ἠκούστηκεν αὐτοὺς νά πολεμήσῃ˙
τοῦτο γὰρ ἔναι ἀληθές, λάθος οὐδὲν τὸ γράφω,
εἰ γὰρ εὑρέθησαν τινὲς αὐτοὺς νά πολεμήσουν,
ὡς ῥάχνι ἐπεφάνισαν ἐμπρός Ἰσμαηλίτων.
Ἕως τοῦ νῦν εὑρέθηκεν ὁ μέγας Θεοφάνης,
ἦλθεν καὶ ἐκατήβηκεν ‘ς τὴν Ῥωμανιάν ἀπέσω,
μετά φουσσάτου ἐλιγοστοῦ, σαράντα χιλιάδας˙
ὁ κόσμος γὰρ θαυμάζεται, οἱ ἄγγελοι ἀποροῦσιν,
ἐξαποροῦν, καὶ φρίττουσιν, καὶ λογισμομαχοῦσιν
φουσσάτο Ἰσμαηλίτικο [διακό]σιαις χιλιάδες.
Δοξάζω σου τὸ φρόνημαν, δοξάζω σου τὴν τόλμην,
δοξάζω σου τὸ ἀπόκοτον, τὴν καθαρήν καρδίαν,
δοξάζω σου τὸ ἀφύρωμαν καὶ τὴν θερμήν σου πίστιν,
δοξάζω, ὑπερδοξάζω σε, Ἰάγγκο στρατιώτη,
ἀληθινέ χριστιανέ καὶ φίλε τοῦ Κυρίου.
τὶ ἀξιοπρεπέστατην τιμήν νά σέ δοξάσω ;
ἔχεις τὴν δόξαν ἐπὶ γῆς, εἰς τὸν παρόντα κόσμον,
δόξαν, ἐφήμην θαυμαστήν ἁπανταχοῦ σέ δίδουν˙
ἔχεις καὶ δόξαν ἕτερην ἐξ οὐρανοῦ μεγάλην,
καὶ μέ τὰς χεῖρας τοῦ θεοῦ στεμμένην βασιλείαν,
καί τῶν μαρτύρων στέφανον ἀπὸ Χρίστοῦ φορένεις,
δοξάζω σου τὸν στέφανον, δοξάζω σου τὴν τόλμην,
δοξάζω τὴν καρδίαν σου, τὴν ὄντως λαμπρυσμένην.
Ὁ γαρ πολύλογος ἀνὴρ ἔχει κἀμπόσον βάρος,
λόγοι φρονίμοι ὀλιγοί καὶ μεμελετημένοι.
Πᾶς ἄνθρωπος ὀρέγεται νά ‘δῇ, ν’ ἀναγινώσκῃ˙
ταύ[την] γὰρ στένω τὴν γραφην καὶ τοῦ προλόγου τέλος,
[π]άλιν νά συνεγράψωμεν ἐν ἀληθείᾳ πάσᾳ
και τοὺς πολέμους τοὺς φρικτούς, τοὺς γέγοναν ἐν Βάρνᾳ˙
ἐγὼ διὰ τὸ ἄπορον καὶ τὸ στενόν τῆς γλώττης,
καί τῶν γραμμάτων ἀμαθής καὶ τῆς παιδεύσεως, λέγω,
πολλάκις γὰρ αἰσχύνομαι γράφων τοιούτους λόγους˙
ὑπῆρα λύπη ἐξ ἐμοῦ τὰ τῆς φιλοσοφίας,
ἐγὼ ποθήσας ἐξ ἀρχῆς τὰ τῆς φιλολογίας,
γράφω τὸ κατά δύναμιν ἐν ἀληθείᾳ τὰ εἶδον.
Ἦλθον οἱ Οὗγγροι κ’ ἔπεσον ‘ς τὰ σύνορα τῆς Βάρνας,
μετά τῆς εὐτολμότητος καὶ ἔπαρσης μεγάλης,
καὶ ἐν Ἀλισμέρεις κείτουνται οἱ Τούρκοι, πλῆθος μέγαν˙
τριμίλλιον ἀπέχασιν μέσον τῶν δυῶν φουσσάτων.

Λόγους ἀπέστειλε ὁ Ἀμουράτμπεης εἰς τοὺς Οὕγγρους.

Μήνυμαν ἀξιοτίμητον στέλνει ὁ Ἀμουράτης,
καὶ τῆς γραφῆς οἱ ὁρισμοί ἦσαν [οἱ] στίχοι οὗτοι˙
«ἄκουσον, ῥήγα τῆς Οὐγγριᾶς, Μπερνάδε κράλη, αὐθέντη,
και Λούξμπανε Ἰάγγκουλα, οἱ πρῶτοι τοῦ φουσσάτου,
βαστάξετέ μέ τρίμερον τῆς μάχης τοῦ πολέμου,
νά τάξω τὰ φουσσάτα μου, καὶ τὰς παραταγάς μου,
νά δώσω τοὺς νεούς ἐκλεκτούς τοὺς ἔχω μετ’ ἐμενα,
νά ἁρματώσω τὸν λαόν, ὡς πρέπει καὶ ὡς ἁρμόζει,
εὐθύς νά πολεμήσωμε, καὶ ὁ θεός νά δείξῃ.
Θαρρῶ εἰς ἐλπίδαν, δύναμιν μεγάλου Μαχουμέτη,
ὅλους ἀπὸ τὸν τράχηλον νά δέσω μέ ἀλυσίδαν,
[νά] αἰχμαλωτίσω ἅπαντας καὶ νά σᾶς ἀφανίσω.»

Πάλιν ἀντιγράφει βασιλεύς Ἰάγγκος τὸν Ἀμουράτμπεη.

Ἰάγγκος γὰρ δεξάμενος λόγους του Ἀμουράτη,
ἀντίγραμμαν ἀπέστειλεν εἰς τοὺς Ἰσμαηλίτας,
καί τῆς γραφῆς οἱ ὁρισμοί ἄκουσον νά θαυμάσῃς˙
«Ἀμουράτμπεη, Ἀγαρηνέ, ἐχθρέ τῆς Ῥωμανίας,
καί τῶν Ῥωμαίων καταιλυτής καὶ χαλαστής τοῦ κόσμου,
ἐλπίζω εἰς τὸν δημιουργόν, τὸν μέγαν παντοκράτωρ,
νά κόψω μέ τὰ χέρια μου, νά σέ ἀποκεφαλίσω,
κατηχυσμένα, σύντομα, μέ ἐντροπήν μεγάλην,
την ἄχρηστόν σου κεφαλήν καὶ τὴν μαγαρισμένην,
εἰς τῆς Οὑγγριᾶς τὰ σύνορα ἄτοπα νά τὴν ‘δοῦσιν,
καί τὅμαν τῶν Ἀγαρηνῶν ποτάμια γῆς νά ποίσω,
μόνον νά λείπῃ ἡ δυσπιστιά ἐκ τὰ ἐμά φουσσάτα,
νά ἐλευθερώσω Ῥωμανιάν ἐκ τῶν ἐχθρῶν τὰς χεῖρας,
καὶ τοὺς Ῥωμαίους τοὺς κατηφεῖς ν’ ἀνάξω νά ὑψηλώσω.»
Τούτους τοὺς λόγους ἔστειλεν μετά μεγάλης τόλμης.

Συμβουλεύονται οἱ Οὖγγροι.

Ἐκεῖνοι γὰρ ἀπέμειναν καὶ εἰς βουλήν ἐκάτζαν
Μπερνάδος κράλης καὶ ὁ Λούξμπανος, και ὁ μέγας Θεοφάνης
Λέγει ὁ κράλης πρὸς αὐτούς, ζητεῖ τὴν συμβουλήν τους˙
«Ἰάγγκο, μέγα στρατηγέ, καὶ πρῶτε τοῦ φουσσάτου,
πόνοι σφιγκτοί μέ ζώνουσιν, καρδιοδιχοτομοῦμαι˙
τῆς Πόλης γὰρ ὁ βασιλεύς, αὐτὸς ὁ Παλαιολόγος,
ὁποῦ ἔφθειρεν κ’ ἐχάλασεν τὸ γένος τῶν Ῥωμαίων,
ἀπὸ ἀναμελείας του καὶ τῆς εὐθρύπτου φύσης,
συχνά, πυκνά μηνύματα αὐτὸς ἡμᾶς ἐμήνει,
τὸ πῶς οἱ Τοῦρκοι ἐφθάρθησαν καὶ Ἀμουράτης λείπει˙
τά κάτεργά μας στέκονται καὶ τὸ στενόν κρατοῦσιν,
κ’ ἐλᾶτε, συντομέψετε μετά ‘λιγοῦ φουσσάτου.
Τώρα θωρῶ πλῆθος λαοῦ, ἀρίφνητα φουσσάτα,
θωρῶ τὸν Καραντζάμπεη, ἀνατολῆς αὐθέντην,
φλάμουρον ἀξιόλογον, ἑξῆντα χιλιάδας˙
πάλιν ὁ Ἀμουράτμπεης μέ ἑκατόν καὶ πλέον !
τά κάτεργα καὶ ὁ βασιλεύς τὶ γὰρ ἐπικρατοῦσαν,
τὶ πέραμαν ἐβάσταξεν καὶ τὶ στενόν ἐκράτει
ὁ σαθροφόρος βασιλεύς, ὁ πάντων ἀμελήτης;
ἤλπιζα εἰς τοὺς λόγους του, ἐθάρρουν ‘ς τὰς γραφάς του,
καί ἦλθα, ὡς πιλαλητής, μετά ὀλίγοῦ φουσσάτου.»
Ταῦτα τὰ λόγια εἴρηκεν ὁ κράλης ὁ Μπερνάδος,
καί παρευθύς ὁ Λούξμπανος οὕτως ἀπηλογήθην˙
«ἀλήθεια λέγεις, θαυμαστέ κράλη, μισί Μπερνάδε,
ὡς ἀκρίδες καὶ μέρμηγκας ἐξίσταμαι καὶ βλέπω˙
νά φύγωμε ‘ναι ἀδύνατον, νά δουλωθῶμεν ὄχι,
χωρίς πολέμου ταραχή αὐτοὶ νά μᾶς νικήσουν,
και κάλλιον ν’ ἀποθάνουμεν ἀπάνου ‘ς τὸ σπαθί μας,
μετά τιμῆς καὶ ἔπαινος, χωρίς κατηγορίας.»
Ταῦτα τὰ λόγια καὶ βουλή ἦτον τοῦ Λούξ τοῦ μπάνου.

Λόγια του μεγάλου Ἰάγγκου προς τὸν κράλη.

Ὁ μέγας, [ὁ] θεόπεμπτος, καὶ ὁ μέγας Θεοφάνης,
Ἰάγγκος ὁ πανθαύμαστος λέγει ανδρειωμένα˙
«κράλη Μπερνάδε εὐγενικέ, καὶ τῆς Οὑγγριᾶς αὐθέντη,
εὔχου νά λείπῃ ἡ δυσπιστιά εἰς τὰ ἐμά φουσσάτα˙
ἄν τοῦτο λείπῃ ἐξ ἡμῶν, ὅρκον τρανόν σε δίδω,
θαρρῶ εἰς τὸν δημιουργόν, ποτάμια γῆς νά ποίσω
αἷμα ἐκ τῶν Ἀγαρηνῶν, καὶ νά θαυμάσῃ ὁ κόσμος,
καὶ νά δουλώσω εἰς χεῖρά σου μέ ἄλυσον τοὺς Τούρκους.»
Αὐτοι γὰρ ἦσαν ἡ βουλή καὶ τῶν Οὑγγρῶν οἱ λόγοι.
τὸ μεσονύκτιον ἔφτασεν, καὶ ἡ κραυγή σιμόνει,
καί οἱ πάντες ἡρματώθησαν μετά μεγάλου θράσου,
καὶ τοῦ ἡλιοῦ ἀνάτελμα πλησιάζουν τὰ φουσσάτα,
πλησιάζουν ᾑ παραταγαῖς καὶ τὸ καθέν ἀλλάγι,
ῥίκτουν τὰ ‘πανωκλίβανα, ἔλαμψαν τ’ ἅρματά τους,
κάμνουν θωριάν ἀγγελικήν καὶ εὐτολμιάν μεγάλην.
Τίνος ψυχή νά ηὑρίσκετον ‘ς τὴν ὥραν ἐδεκείνην
νά μήν ἐμετατέρπετον καὶ ἀναίστητος νά γένη ;
μά τὴν ἀλήθειαν, ἄρχοντες, ἄστοχον τὸ συγγράφω.
Ἐκ τὰς ἀρχάς οἱ Ἀγαρηνοί ὑπιτροπήν ὑπῆραν,
πολλοί ἐκ τῶν Ἀγαρηνῶν βατοκλαδοκρυβοῦνται,
παίζουν ἀρίφνητα ὄργανα ἀπαί τῶν δυῶν τὰ μέρη,
τρουμπέτταις καὶ ἄλλα μουσικά Οὕγγρων καὶ Ἰσμαηλίτων,
ἀρίφνητα παιγνίδια, ἔξω τῆς φύσεως λέγω,
ὡς τὰ πουλιά πετάμενα ἐπὶ τῆς γῆς ἐπέφταν˙
στένουνται ἀπὸ μιάν μεριάν, καὶ οἱ ἄλλοι ἀπὸ τὴν ἄλλην,
γίνεται ὄχλος πάμφρικτος, καὶ τρόμος, καὶ φοβέρα,
καί ταραχή, καὶ μουγκρισμός, καὶ σεισμογή μεγάλη,
καὶ τὰ φαριά συχνοπηδοῦν καὶ πόλεμον ζητοῦσιν˙
φλάμουρον κλένει ἐκ των Οὑγγρῶν εἰς τοὺς Ἰσμαηλίτας,
καὶ ὅλους τοὺς ἀζάπιδας, τοὺς κατειχαγιά Ἀμούρην,
ἐσκότωσαν καὶ ἔκοψαν, ἐφθείρασιν ὡς πάχνη˙
ξεβαίνει πάλιν ἕτερον φλάμουρον εἰς τοὺς Οὕγγρους,
θνῆσιν μεγάλην πολεμοῦν καὶ αὐτοὺς ὥσπερ τοὺς πρώτους.
Βλέπουν οἱ Τοῦρκοι θέαμαν τὸ γίνεται εἰς αὔτους,
φρίττουν καὶ τρέμουν παντελῶς τὸ ἄφοβον, τὴν τόλμη,
καὶ τὴν πολλήν ἀποκοτιάν, τὴν ἔχουσιν οἱ Οὗγγροι.
Ταῦτα ὁ Καρατζάμπέης, αὐθέντης ὁ μεγάλος,
αὐθέντης τῆς ἀνατολῆς, ὁ μέγας στρατιώτης,
τόν εἶχαν οἱ Ἀγαρηνοί φρικτόν καὶ ἀνδρειωμένον˙
καὶ τοῦ μεγάλου ἀφεντός Μουράτμπεη Ὀτμάννου
ἦτον γαμπρός του ὁ Καρατζᾶς, εἶχεν τὴν ἀδελφήν του˙
τρέχει αὐτὸς μετά σπουδῆς, λέγει τὸν Ἀμουράτην.

Λόγους τοὺς εἶπεν ὁ Καρατζάμπεης τοῦ Ἀμουράτμπεη.

«Σουλτάνε μέγα, θαυμαστέ Μουράτμπεη Ἀτουμάννε,
τῶν μουσουλμάνων ἡ ἐλπίς, ἡ αὔξησις καὶ πλοῦτος,
σήμερον παραδίδω σε ζωήν καὶ θάνατόν μου,
ἀντίς τὴν αὐθεντεία σου νά ‘σέμπω ν’ ἀποθάνω.
Θαρρῶ εἰς ἐλπίδαν δύναμις μεγάλου Μαχουμέτη
νά χύσω αἷμα οὕγγρικο, νά φθείρω, νά χαλάσω,
μεγάλην δόξαν καὶ τιμήν νά φέρω πρὸς ἐσένα.»
Ταῦτα ὁ Καρατζάμπέης ἐλάλησεν καὶ εἶπεν,
καί ὁ μέγας Ἀμουράτμπεης τοιαῦτα ἀπηλογήθην.
Ἀπηλογία τοῦ Ἀμηρᾶ εἰς τὸν γαμπρό του τὸν Καρατζάμπεη.
«Ὦ φίλτατε, παμφίλτατε καὶ πολυαγαπημένε,
καὶ στύλε ἀφυρώτατε, τεῖχος τῶν μουσουλμάνων,
θέλω, συγκαταβαίνω το, νά σέ συναποθάνω,
θέλω καὶ προαιροῦμαι το νά συνθαπτῶ μαζίτζα,
ὅρκον σέ κάμνω δυνατόν, ἄν ζῇς καὶ ἀποθάνῃς,
ἡ ψυχή μου ν’ ἀπηλογηθῇ εἰς τὸν ἐκεῖθεν κόσμον,
εἴ τι ποιήσω εἰς ἐσέν καὶ εἰς ὅλο σου τὸ γένος.»
Κλένει ὁ Καρατζάμπέης, δουλωτικά ἐπροσκύναν,
καί τὸ τουμπάνι του ἔδωκεν, ‘ς τοὺς Οὕγγρους ἐκατέβην˙
εἶχεν φουσσάτο δυνατόν, ἑξῆντα χιλιάδας,
ὅλον ἀλλάγια θαυμαστά, ἀνατολῆς φουσσάτον,
και μετά θράσου τοῦ πολλοῦ ‘ς τοὺς Οὕγγρους κατηβαίνουν.
Και τότε Ἰάγγκος ὁ φρικτός, ὁ μέγας ἀνδρειωμένος,
λέγει πρὸς τοὺς ἀγούρους του καὶ πρὸς τοὺς ἐδικούς του˙
«φαίνει με αὐτὸς ποῦ ἔρχεται, αὐτὸς ποῦ κατηβαίνει,
μέ τόσον θράσος δυνατόν καὶ πληθυσμόν φουσσάτου,
νά ἔναι ὁ Ἀμουράτμπεης, ὁ μέγας ὁ σουλτάνος,
παρακαλῶ σας, ἀδελφοί, αὐθένταις ἀνδρειωμένοι,
οὗλοι ἄς ἀποθάνωμεν μετά τιμῆς καὶ δόξης,
οὗλοι ἄς ἀνδραγαθήσωμε, σέ μᾶς δειλιά μὴ γένῃ.»
Ἐπέρασέν τους ὁ θυμός, ἐσμίξαν τὰ φουσσάτα,
μεγάλη θνῆσι καὶ ἀπειλη ἐγίνετον εἰς αὔτους˙
τίς ἆρα δυνηθῇ νά ‘πῇ, καταλεπτόν νά γράψῃ ;
Ἀλλ’ ὅμως πρὸς τὸ κείμενον νά στρέψωμεν τὸν λόγον.
Τρία κοντάρια μούρτεψαν, ‘ς τὸ στῆθος τὸν ἐδῶκαν,
ὀρθόν τὸν ἐβαστούσασιν ἀπάνου εἰς τὸ ὕψος,
τόν μέγαν Καρατζάμπεην, ἀνατολῆς αὐθέντην.
Στραφῆν ἰδεῖν οἱ ἕτεροι τὸ θέαμαν ἐτοῦτο ,
τά ὄπισθεν ἐγύρισαν καὶ τὴν δειλιάν ἐπῆραν˙
οἱ Οὗγγροι ἐξοπίσω τους θνῆσιν μεγάλην κάμνουν,
καί τότε ἐπληρώθηκεν ἡ προφητειά ἐκείνη˙
« ὁ υἱ[ό]ς μετακινήσεται καὶ διώξει χιλιάδας.»
Καί τὶ νά γράφω τὰ πολλά, μακρένω καὶ τὸν λόγον;
ἐξαπορεῖ μου ὁ λογισμός, αἱ χεῖρες καὶ [ἡ] γλῶττα˙
τί φόνος καὶ καταιλυμός ἐγίνετον ‘ς τοὺς Τούρκους!
ὥσπερ τριγωνοχάλαζον ποῦ πέσῃ εἰς τὸ χωράφιν,
και νά νεκρώσῃ στάχυας, εἰς γῆν νά ἐξαπλώσῃ˙
οὕτως ὁ μέγας στρατηγός, ὁ βασιλεύς Ἰάγγκος,
τούς Τούρκους ἐκατέθεκεν ‘ς τὴν γῆν ἐξηπλωμένους˙
θέαμαν μέγαν, ἄπειρον, τοῦτο ποτέ οὐκ ἠκούστην.
Καί τότες ὁ μπεγλέρμπεης, τῆς δύσης ὁ αὐθέντης,
ἐξέστην ἐκ τοῦ λογισμοῦ, ὁ νοῦς του ἐπαραπάρθην,
ἐπαίρνει τὰ φουσσάτα του, ‘ς τοὺς Οὕγγρους ἐκατέβην˙
χιλιάδας ὀγδοήκοντα εἶχεν αὐτὸς φουσσάτον˙
τό φλάμουλόν του ἔκλινεν ὁ Λούξμπανος αὐθέντης,
καὶ κράζει τὰ φουσσάτα του, είς αὔτους ἐκατέβην,
ἀπάνου εἰς τὸν μπεγλέρμπεη εὔτολμα καταιβαίνει.
καὶ τὶς τοιαῦτα νά θωρῇ, νά μήν ἀναισθητήσῃ ;
ὥσπερ νά βρεχῃ, ὁ οὐρανός, ποτάμια νά καταίβουν,
ταῦτα ποτάμια ἔτρεχαν Ἀγαρηνῶν τὸ αἷμαν.
Ταῦτα, ἐνεκατώρθησαν οἱ Οὗγγροι ὥσπερ θηρία,
φεύγουν οἱ Τοῦρκοι ὄπισθεν, κρύβουνται εἰς τοὺς δάσους.
Μόνον αὐθέντης ἔστεκεν ὁ μέγας Ἀμουράτης,
μέ ὅλους τοὺς γενίτζαρους καὶ μέ τοὺς ἐδικούς του.
Φόβος καὶ τρόμος καὶ δειλιά ἐσέμπην εἰς τοὺς Τούρκους˙
γλυτόνει ὁ μπεγλέρμπεης μόνος, μεμονωμένος,
τρέχει ‘ς τὸν Ἀμουράτμπεη, τὸν μέγαν τὸν αὐθέντη,
ἐβάσταν εἰς τὸν νῶμόν του σπαθίν ἐκλαμπρυσμένον˙
μέ θρῆνος καὶ μέ βρυχισμόν τὸν Ἀμουράτην λέγει.

Λόγους ἐσύντυχεν ὁ μπεγλέρμπεης, τὸν Ἀμουράτην λέγει.

«Ὦ θαυμαστέ, πανθαύμαστε αὐθέντη των αὐθέντων,
οὐκ ἤλεγά σου πρὸ καιροῦ κ’ ἐπληροφόρενά σε,
ὅταν ὑπᾶμεν ‘ς πόλεμον καὶ εἰς μάχην νά σταθοῦμεν,
οἱ Τοῦρκοι δυό μεριαῖς κρατοῦν, νά διώξουν καὶ νά φύγουν,
καί θέλω πάθην ἐντροπήν, κατηχυσμόν καὶ λύπην ;»
καὶ ὁ μέγας Ἀμουράτμπεης αὐτὸν ἀπηλογήθην˙
«σηκώσου, καβαλλίκευσε καὶ στάθησε εἰς τὴν μέσην,
καὶ τάξε τὰ φουσσάτα σου καὶ τὰς παραταγάς σου˙
οὐκ ἔναι τώρα ὁ καιρός εἰς τὰ μέ συντυχαίνεις˙
τοὺς Οὕγγρους βλέπω ώς μουχθερά σ’ ἐμέναν κατηβαίνουν.»
καί ὁ μέγας Ἀμουράτμπεης λέγει τοιούτους λόγους˙
«παιδιά μου, παλληκάρια μου, συντρόφοι ἐδικοί μου,
γενίτζαροί μου, ἀφένταις μου, καὶ σιδηρόν [μου] κάστρον,
ἀσπρόκαστρόν μου δυνατόν καὶ ἀφυρέ μου πύργε,
σήμερον πέφτω εἰς ἐσᾶς, νά ζήσω, ν’ ἀποθάνω,
εἴ τιναν εὕρω πρόθυμον ἐδᾶ τὴν ὥραν ταύτην,
πολύν καλόν καὶ παρρησιᾷ ἐκεῖνον νά ποιήσω,
βλέπω, θωρῶ, χανόμεθεν καὶ βούλομαι νά φύγω.»

Λόγια του γενίτζαρη πρὸς τὸν Ἀμηρᾶν.

Καί εἷς ἐκ τοὺς γενιτζάρους του, καλός καὶ πειρασμενος,
τὸ ἄλογόν του σταματᾷ, τὰ ῥέτενά του πιάνει,
τόν Ἀμουράτην ἔλεγεν θρασεά καὶ θυμωμένα˙
«σουλτάνε, αὐθέντη θαυμαστέ, Μουράτμπεη Ἀτμάννε,
ἀπέζεψε ἐκ τὸ ἄλογο τώρα τὴν ὥραν τούτην,
νά ἀποθάνῃς μετ’ ἑμᾶς καὶ ἡμεῖς μαζί μετά σε.
εἰ γὰρ καὶ βούλεσαι ὄπισθεν εἰ θέλεις τοῦ νά φύγῃς,
μά τὴν χρυσῆν σου κεφαλήν, καὶ τολμηρά σε λέγω,
ἀτός μου μέ τὰ χέρια μου ἐσένα νά φονεύσω.»
Ἀκούσας τοῦ γενίτζαρη λόγους, ὁ Ἀμουράτης
πεζεύγει ἐκ τὸ ἄλογον, πόρταν μεγάλην κάμνει,
παλούκια πλῆθος ἔμπηξεν τριγύρωθεν τής τέντας.
Στήνουν καμήλια περισσά, μουλάρια καὶ ἵππους˙
τριγύρου γύρου τἄδεσαν στερεά μέ ἀλυσίδας,
καί ὡς κάστρον ἀφυρώτατον, τεῖχος ὠχυρωμένον,
ἔποικεν ὁ Ἀμουράτμπεης κ’ ἐσέμπην εἰς τὴν μέσην,
βούλεται νἄρθῃ τὸ βραδύν, νά σκοτεινιάσῃ ἡ νύκτα,
καὶ περνῶν τὸ μεσιάνυκτο νά φεύγουν ἐξοπίσω.
Τί τὰ πολλά πολυλογῶ, μακρένω καὶ τὸν λόγον ;
ἀπὸ τοῦ ἥλιου ἀνάτελμα ἕως ὥρας ἐννάτης,
ἑπτά φοράς ἐσύντριψαν οἱ Οὗγγροι τοὺς μουσουλμάνους.
τὶ συντριμμόν, καταιλυμόν, καὶ τὶ φθορά νά γράφω
καί ἀπειλην ὅπου ἐγίνετο εἰς τοὺς Ἰσμαηλίτας !
Ἔπεσαν τῆς ἀνατολῆς ὅλα της τὰ φουσσάτα,
το πεζικόν, οἱ ἀζάπιδες, οὗλοι οἱ ἀκηντζίδες.
Φόβος καὶ τρόμος καὶ δειλιά ἐσέμπην εἰς τοὺς Τούρκους,
πάλιν ἐπεχωρίσθησαν εἰς μέρος τὰ φουσσάτα,
μετά τῆς νίκης καὶ τιμῆς καὶ δόξης τῆς μεγάλης.
Οἱ Οὗγγροι ἐγυρίσασιν εἰς τὴν αὐτῶν κατοῦνα,
πεζεύγουν τάχα ὀλίγον μικρόν νά ἀνασάνουν,
μέ τὰς χαράς καὶ σκιρτησμούς καὶ ἔπαρσις μεγάλης˙
ἐθάρρεσαν καὶ ἐλπίζασιν ἐνίκησαν τὸν κόσμον.
Τί τὸ λοιπόν ἐγίνετον ‘ς τοὺς Οὕγγρους καὶ ‘ς τοὺς Βλάχους;
ἐκάτζαν εἰς τὴν συμβουλην οἱ Οὗγγροι τὶ νά ποίσουν,
ὁ κράλης καὶ ὁ Λούξμπανος καὶ ὁ βασιλεύς Ἰάγγκος˙
«’πέτε, μεγάλοι ἄρχοντες, ἔνδοξοι στρατιώταις,
βλέπω τὴν νίκην εἰς ἡμᾶς ὁ θεός ἐχάρισέν την,
τοὺς Τούρκους ἐτροπώσαμεν ἀναίσχυντα, ἐναντία,
και τὸ ἐπετερπόμεσθεν, καὶ τὸ παρακαλοῦμαν,
τὸ ἐδέετο ἡ ἐκκλησιά τῆς Ῥώμης καὶ τῆς Πόλης,
ἡμᾶς τὸ εὐεργέτησεν ὁ μέγας παντοκράτωρ.
Θέλω τὸν Ἀμουράτμπεη, τὸν μέγαν τὸν αὐθέντη,
ἀτός μου νά τὸν καταιβῶ ‘ς τὴν τέντα του ἀπέσω,
νά κόψω τὸ κεφάλι του μέ τὰ ‘δικά μου χέρια,
τό αἷμαν τῶν γενιτζαρῶν νά πιοῦσιν τ’ ἄλογά μου,
καὶ λαμπροτάτον ἄκουσμα νά λάβῃ τ’ ὄνομά μου.»

Λόγια τοῦ Ἰάγγκου πρὸς τὸν κράλην.

«Αὐθέντη κράλη εὐγενικέ, Μπερνάδε τιμημένε,
δέν πρέπει τοῦτο τὸ λαλεῖς, νά γένῃ οὐχ ἁρμόζει,
νά πᾷς ἀτός σου εἰς πόλεμον καὶ ἄν συμβῇ νά λάβῃς,
ἔχασες τὰ φουσσάτα σου καὶ τὰς παραταγάς σου,
τοῦτο τολμῶ καὶ λέγω το, βάρος μηδέν τὸ πάρῃς˙
στέκου ὡς κάστρον ἀφυρόν, μηδέν παρασαλεύσῃς,
καί ὡς πύργος ὀχυρώτατος ‘ς τὴν τέντα σου ἀπέσω,
μέ ὅλα τὰ φουσσάτα σου, μέ τὰς παραταγάς σου,
καί ἄφες ἐμέ νά καταιβῶ, νά πάγω κατ’ ἐκείνων,
‘ς τὴν τέντα του Ἀμουράτμπεη και νά τοὺς ἀφανίσω.
Ἄν ἀποθάνω καὶ χαθῶ, ποσῶς ζημιά οὐκ ἔναι,
μόνον ἡ αὐθεντεία σου νἆσαι ἀφυρωμένος.»
Καί εἷς ἀπὸ τοὺς ἄρχοντας τὸν κράλη μύστης λέγει.

Λόγοι οὕς εἶπεν ὁ κακόπιστος τὸν κράλην.

«Εἶδες, αὐθέντη, ἐπιβουλήν καὶ κακοτρόπου ἀνθρώπου
δυσκυβουριά, ποῦ βούλεται ἐπίβουλος Ἰάγγκος!
Οἵτινες κροῦσιν τὰς σπαθιαῖς ; οἱ δοῦλοι σου οἱ Οὗγγροι˙
οἵτινες εἰς τὸν πόλεμον καὶ εἰς τὰς ἀνδραγαθίας ;
και στάζει ἐκ τοῦ ἀγκῶ[νός] μου αἷμαν τῶν μουσουλμάνων,
καὶ αὐτὸς ὑπῆρεν τ’ ὄνομαν καὶ τὴν κοινήν εὐφήμην˙
τόν κόσμον ἐκερδέσαμεν, οἱ Τοῦρκοι ἐφθαρτῆκαν,
μόνον ὁ Ἀμουράτμπεης, μέ τοὺς γενίτζαρούς του,
και βούλεται ὁ κακότροπος, ὁ δύσπιστος Ἰάγγκος
τάχα νά ποίσῃ ὀλιγόν μικρόν κατορθωμάκιν,
νά πέσῃ ὁ κόσμος εἰς αὐτόν, τὸ ἔπαινος καὶ ἡ φήμη,
δίχως ἀνδρειάν ἤ προκοπήν, μόνον μέ πονηρία.»
Ἀκούσας ταύτην τὴν βουλην ὁ κράλης ὁ Μπερνάδος
τὸν Ἰάγγκον ἀπεκρίθηκεν τάχατε θυμωμένα.

Λόγια τοῦ κράλη προς τὸν Ἰάγγκον.

«Καλή ἔναι ἡ προθυμία σου, Ἰάγγκο στρατιώτη,
ἡμεῖς νά κατορθόνωμε καὶ ‘μεῖς νά πολεμοῦμε,
ἡ δόξα καὶ τὸ ἔπαινος νά πέφτῃ εἰς ἐσέναν
ἐγᾦμαι αὐθέντης φυσικός καὶ ῥήγας τῆς Οὑγγρίας,
και πρέπει καὶ ἁρμόζει με ἐγὼ νά πολεμήσω
τον μέγαν Ἀμουράτμπεη, αὐθέντη μουσουλμάνων˙
ὁ βασιλεύς μέ βασιλεά θέλει νά πολεμήσῃ,
αὐθέντη ς εἶμαι καὶ ἐγώ, καὶ θέλω μέ αὐθέντην,
την ὥραν τούτην βούλομαι, θέλω νά πολεμήσω,
‘ς τὴν τέντα του Ἀμουράτμπεη ἀπέσω νά καταίβω.»
Ἐνίκησέν τὸν ἡ ὄρεξι, ἀπῆρέν τον τὸ θράσος,
σπουδαῖα καὶ ἀνεξόρθωτα μετά ὀλίγην γνῶσιν,
‘ς τὴν τέντα του Ἀμουράτμπεη ἀπέσω καταιβαίνει.
Ηὗραν τὴν πόρταν ἀφυρήν τριγύρου μέ ἀλυσίδες,
με τὰ καμήλια γύρωθεν μουλάρια καὶ ἵππους,
και κόπτουν, σκίζουν καὶ χαλνοῦν τὴν πόρταν και ‘σεμπαίνουν,
και φθείρουσιν καὶ καταιλοῦν, εὐγάζουν τὸν αὐθέντην,
τὸν Ἀμουράτην ἔβγαλαν ἐκ τὸ κατουνοτόπι˙
πέφτουν οἱ Βλάχοι μέ σπουδῆς [και] τὸν χαζνάν ἐπῆραν,
τὰ πράγματα ἐδράξασιν μεγάλου τοῦ αὐθέντη,
ὡς εἴδασίν τ’ ἀμέτρητα, τὸν πλοῦτον τὸν μεγάλον,
ἐμπρός ὀπίσου ἐγύρισαν οἱ Βλάχοι εἰς τὴν κατούναν,
ὁ κράλης ἐπολέμιζε μέ ὀλιγοστούς ἀνθρώπους˙
στραφῆν ἰδεῖν ὁ Ἀμηρᾶς τὴν εὐτολμιάν τοῦ κράλη,
μέ ἄριστην ἀποκοτιά καὶ θράσον θηριῶδες,
καὶ πολεμίζει ἰσχυρά καὶ καταιλεῖ τὴν πόρταν,
μόνον ὁ κράλης μέ ὀλιγούς τετρακοσιούς ἀνθρώπους
βάνουν καὶ στερεόνουνται καὶ δύναμιν ἐπῆραν˙
γυρίζουν οἱ γενίτζαροι, καὶ βάνουν τοὺς ‘ς τὴν μέσην,
καὶ πολεμίζουν δυνατά ἕως δύσεμαν ἡλίου˙
μέ τὰ σαγιττοδόξαρα τὰ ἄλογά τους σφάζουν˙
ὑπιτροπήν ἐπήρασιν οἱ Οὗγγροι μέ τὸν κράλην˙
βούλεται εἰς τὴν κατούναν του νά φύγη, ἄν ἠμπορέσῃ.
καὶ εἷς ἐκ τοὺς γενίτζαρους, ἐκ τῶν Ῥωμαίων το γένος,
το ὄνομάν του Χαμουζᾶς, καλός, ἀνδρειωμένος,
μεσαῖος, χαμαδόπλατος, ἦτον τριακοντάρις,
ὡς δράκων ἐβρυχήσθηκεν, ‘ς τὸν κράλην καταιβαίνει,
καὶ τὸ ἄλογόν του ἔδωκεν ‘ς τὸ ‘μπροστινόν ποδάριν,
εἰς τὸ ποδάριν τὤδωκεν πεζός μέ τὸ μανάρι,
καὶ πάραυτα τὸ ἄλογον ἐμύτισεν τοῦ κράλη,
ἔπεσεν χάμαι παρευθύς ἐπὶ τῆς γῆς ὁ ῥήγας,
ἐβγάζει τὸ μαχαίριν του ὁ Χαμουζᾶς ἐκεῖνος,
και κόπτει τὸ κεφάλιν του, στήνει το ‘ς τὸ κοντάριν.
Ὅσοι κατεχωρίσθησαν ‘ς τὴν πόρταν τοῦ Ἀμουράτη,
οὐδέ τινάς ἐγλύτωσεν, ὅλους ἐκατεκόψαν˙
μηδέν μακρύνω τὴν γραφήν, πλατύνω καὶ τὸν λόγον,
τήν κεφαλην ἐστήσασιν ἀπάνου εἰς τὸ κοντάριν,
κραυγήν μεγάλην πολεμοῦν οἱ Τοῦρκοι καὶ φωνάζουν,
τά πουλία πετάμενα ἔπεφταν καὶ φωνάζουν,
και καταπάνου ὥρμησαν ‘ς τοὺς Οὕγγρους καὶ εἰς τοὺς Βλάχους˙
πολύν φουσσάτον ‘σύντριψαν οἱ Τοῦρκοι ἀπαί τοὺς Οὕγγρους,
μετά τροπῆς καὶ χαλασμοῦ ὑπᾶν εἰς τὴν κατούναν,
βρυχοῦνται, κλαίουν, δειλιοῦν, ἐξαποροῦν καὶ φρίττουν,
ὥσπερ πουλιά ἐσκόρπισαν εἰς κάμπους καὶ εἰς λαγκάδας.
Καί τότε ὁ φρονιμώτατος, ὁ μέγας ὁ Ἰάγγκος,
πονεῖ μεγάλα, ὀδύρεται ἐκ βάθους τῆς καρδίας,
πάλιν κρυφά τὸν χαίρεται, τὸν θάνατον τοῦ κράλη,
διότι οὐδὲν τὸν ἤκουσεν πληρώσει τὴν βουλήν του˙
ἀλλ’ ὅμως ὁ θαυμάσιος ὁ βασιλεύς Ἰάγγκος,
ἐκρέμετον ὀπίσω του πολύτιμον χρυσίον,
κόρνεον μεγαλόφωνον τὸ σύρνουν οἱ ἀφένταις,
μέ ἀλυσίδαν πάγχρυσον, φούνταις μαργαριτάριν˙
ἀτός του ἤχους ἔδωκεν μετά κραυγῆς μεγάλης,
καὶ τὰ φουσσάτα ἐμάζωξεν εἰς τὸ κατουνοτόπιν˙
μά τὴν τρομάραν τὴν φρικτήν, τὴν ἀπειλήν ἐκείνην,
κἀνείς νά μήν τὸ θυμηθῇ, ἀλλὰ καὶ μήν τὸ ἀκούσῃ!
Ἐγώ ἐστεκάμην εἰς βουνό, εἰς δάσους κρυβημένος,
καὶ ὡς μάρμαρον ἐγίνομουν, ἐπελιθώθην λίθος,
ὥσπερ νά ‘δῇς τὴν θάλασσαν ὡσάν ἀναγριοῦται
ὑπὸ ἀέρος ἰσχυροῦ, καὶ κύματα γεμίζουν,
οὕτως τὰ κύματ’ ἤβλεπα ‘ς τὸν κάμπον γεμισμένα,
τὸν λογισμόν μου ἔπασχα, μὴ νἆν’ θαλάσσης κῦμα,
μή νἆν’ θαλάσσης κύματα καὶ ὑπολάθαν μέ το,
καὶ ἐγενόμην ἄνθρωπος δίχως ψυχην κ’ αἰστῆσιν.
Εἶδες θαυμάσιον, φρικτόν, ἀπόρρητον, μεγάλον,
καὶ τοῦ θεοῦ παράδοξον ὁ νοῦς νά ἐξεθαβῆται˙
ἅπασα γένος καὶ πνοή πρέπει νά μεγαλύνῃ
θεόν τὸν παντοκράτορα, δημιουργόν τῶν ὅλων˙
ὁ οὐρανός τὸ ἤκουσεν, κ’ ἐπέφτασιν τὰ ἄστρη,
ὁ ἥλιος ἐκ τοῦ φόβου του ὑπᾷ νά βασιλεύσῃ,
το φεγγος ἐσκοτίσθηκεν τὴν νύκταν ὡς δεν φεγγειν
τὸ πάμφρικτον τὸ θέαμαν, τὸν ὁρισμόν τὸν θεῖον.
Λέγουν τινὲς [τό] τυχερόν τὸ σύμβαμαν τής τύχης,
εἴ τι φρονεῖ καθ’ ἑαυτοῦ ἄλλῃ ἄλλος ἐξ ἄλλου,
ἐγώ γὰρ λέγω, μαρτυρῶ, ὁμολογιά τὸ δίδω,
οὐδὲν ἕν γέγονεν ποσῶς παρά ‘ῥισμοῦ κυρίου,
μυστήριον ἀκατανόητον πλήττομαι καὶ θαυμάζω.
Πᾶσα πνοή ἐξίσταντο τὸ γέγονεν ‘ς τοὺς Οὕγγρους˙
ἑπτά φοράς ἐτζάκισαν τοὺς Τούρκους κατά κράτος,
οἱ Οὗγγροι διὰ μίαν φοράν τάχα ποῦ ἐτζακιστῆκαν.
ἐποίησαν ἐπιτροπήν, πλέον οὐ πολεμίζουν.
Δόξα καὶ κράτος καὶ τιμή, ὕμνος ἄξιον, μέγαν,
Πατέραν τὸν πανάγιον, Υἱόν καὶ ἅγιον Πνεῦμα,
τὸ τριλαμπές, ἁγία τριάς, ὑμνῶ τὰ μεγαλεῖα.»

Λεπτομερής περιγραφή τής εκστρατείας τού 1444 υπάρχει στον L. Kupelwieser, Die Kampfe Ungarns mit den Osmanen bis zur Schlacht bei Mohacs (1526), Βιέννη και Λειψία, 1895, σελ. 83-103, ο οποίος παρέχει καλό χάρτη, με τα στάδια και τις ημερομηνίές τής πορείας τού Λάντισλας από την Όρσοβα (Orsova, κοντά στις «Σιδηρές Πύλες»), όπου διέσχισε τον Δούναβη στις 20 Σεπτεμβρίου, μέχρι την άφιξή του στο πεδίο τής Βάρνας (9-10 Νοεμβρίου), καθώς και χάρτη τού πεδίου τής μάχης βορειοδυτικά τής περιτειχισμένης πόλης. Η περιγραφή τού Kupelwieser είναι ευανάγνωστη και πλούσια σε τοπογραφικές λεπτομέρειες, παρά το γεγονός ότι φαίνεται να πιστεύει, ότι ο χριστιανικός στόλος αποτελούνταν από 120 γαλέρες (σελ. 91) και ο στρατός τού Μουράτ περιλάμβανε περίπου 100.000 άνδρες (σελ. 96).

[←33]

Codex epistolaris, 1-2, αριθ.ΙΙΙ, σελ. 4 5. Στην Κρακοβία μέχρι τις 24 Αυγούστου 1445 δεν ήξερε κανείς τίποτε για την τύχη τού Λάντισλας,

«και λυπούμαστε, επειδή για την ζωή και την υγεία τού κυρίου μας βασιλιά δεν μπορέσαμε μέχρι σήμερα να ακούσουμε κάτι με βεβαιότητα»

(et dolemus quod de vita et sanitate ipsius domini nostri regis non potuimus ad hanc diem aliquem audire certitudinem)

[στο ίδιο, II-2, αριθ. v, σελ. 10, από επιστολή τού Ζμπίγκνιου Ολεϊνίτσκι, επίσκοπου Κρακοβίας (Krakow) προς τον Ματίας, επίσκοπο Βίλνας (Vilnius στη Λιθουανία)].

Τον Λάντισλας διαδέχθηκε ένα χρόνο αργότερα ο αδελφός του Κάζιμιρ Δ’ [πρβλ. στο ίδιο, αριθ. vi, σελ. 12].

[←34]

R. Urbanek, Vladislav Varnenčik (1937), σελ. 167 και εξής, 22324.

[←35]

«…quod magis optaverim, sed mors sua mihi probabilior est, quia non fuit in bellis fortunatus» [Rudolf Wolkan, Der Briefwechsel des Eneas Silvius Piccolomini στο Fontes rerum Αustriacarum ii. Abteilung, τόμ. 61, Ep. 167, σελ. 490]. Ο Αινείας υπαινίσσεται βέβαια τον ανεπιτυχή ρόλο τού Τσεζαρίνι στους πολέμους των Χουσσιτών (Hussite wars). Τέσσερις από τις πέντε «σταυροφορίες» εναντίον των Χουσσιτών (1420-1422, 1427 και 1431) είχαν τελειώσει με καταστροφή. Ο Αινείας αναφέρει επίσης, ότι ο Μουράτ Β΄ είχε διασχίσει τον Βόσπορο με 40.000 άνδρες (σελ. 489) και παρέχει ζωηρή περιγραφή τής μάχης τής Βάρνας, «της πιο αιματηρής σύγκρουσης στη μνήμη των πατέρων μας».

Πρβλ. N. Iorga, Notes et extraits, IV (Βουκουρέστι, 1915), μέρος 1, αριθ. xvi, σελ. 36-37, επιστολή τού καρδινάλιου αρχιεπίσκοπου Διονύσιου Σέχυ τού Γκραν προς τον Φρειδερίκο Γ΄, γραμμένη «στο στρατόπεδο» (in campo) στις 30 Νοεμβρίου 1444 και Jehan de Waurin, Recueil des croniques d’ Engleterre, VI, i, 14, επιμ. Hardy, τόμ. V (1891, ανατυπ. 1967), σελ. 54-57 και Iorga, La Campagne des croisées, Παρίσι, 1927, σελ. 38-41. Δεν μάς λείπουν περιγραφές συγχρόνων για τη μάχη, μεταξύ των πιο αξιοσημείωτων από τις οποίες είναι εκείνη που περιλαμβάνεται στην επιστολή τού Αντρέας ντε Παλάτιο στις 16 Μαΐου 1445 προς τον καρδινάλιο Λοντοβίκο Τρεβιζάν [βλέπε πιο πάνω, σημείωση 31 στο Codex epistolaris, II, αριθ. 308, σελ. 459-69].

[←36]

Pius II, Commentarii, Φρανκφούρτη, 1614, βιβλίο xii, σελ. 326, γραμμές 5-6 και αγγλική μετάφρ. F. A. Gragg και L. C. Gabel στο Smith College Studies in History, XLIII (1957), 797-98. Για τη σταδιοδρομία τού Τσεζαρίνι βλέπε Roger Mols στο Dictionnaire d’ histoire et de geographie ecclesiastiques, XII (1953), στήλες 220-49.

[←37]

Για τη Βάρνα πρβλ. επίσης Iorga, ROL, VIII (1901, ανατυπ. 1964), 4-6, σημείωση, Notes et extraits, III (1902), 191-93, σημείωση, Gesch. d. osman. Reiches, I, 440-43, με παραπομπές στις πηγές, Babinger, Maometto, σελ. 74-77

[←38]

Dhigosz, Hist. polonica, βιβλίο xii, εκδ. Pauli, IV, 708 και πρβλ. στο ίδιο, σελ. 704, εκδ. Λειψία, 1711-12, II, στήλες 793-94 και πρβλ. στήλη 790.

[←39]

Πρβλ. Dabrowski, L’ Année 1444, σελ. 35, 38-40 με Halecki, Crusade of Varna, σελ. 71 και εξής.

[←40]

Iorga, ROL, VIII, 8 και εξής και Notes et extraits, III, 195 και εξής, έγγραφα με ημερομηνία 29 Ιανουαρίου μέχρι 15 Φεβρουαρίου 1445 από τα Sen. Secreta, Reg. 16, φύλλα 142 και εξής, 146. Οι Ενετοί εξέφραζαν απογοήτευση για τη στάση τού πάπα, ισχυριζόμενοι ότι οι ναύτες τους μερικές φορές αναγκάζονταν να τρέφονται μόνο με ψωμί και αλμυρό νερό. Το κρύο ήταν απίστευτο στα στενά κατά τη διάρκεια τού χειμώνα και πάγωναν τα άκρα των ανδρών, ότι πολλοί Ενετοί είχαν σκοτωθεί κλπ. Η επιστολή τής 15ης Φεβρουαρίου από τη Γερουσία προς τον Αντρέα Ντονάτο, τον Ενετό πρεσβευτή στην παπική κούρτη, παρέχεται στον Cieszkowski, Fontes rerum polonicarum, 1-2 (1890), αριθ. lxii, σελ. 141-45 και στον Valentini, Acta Albaniae veneta, XIX (1973), αριθ. 5.063, σελ. 17-19, ο οποίος παρέχει επίσης το κείμενο των συζητήσεων στη Γερουσία στις 29 Ιανουαρίου [στο ίδιο, αριθ. 5.057].

[←41]

Sen. Secreta, Reg. 16, φύλλα 148 και 153, Iorga, ROL, VIII, 9-10 και Notes et extraits, III, 196-97, έγγραφα με ημερομηνία 22 Φεβρουαρίου και 12 Μαρτίου 1445. Μέσω τού Αντρέα Ντονάτο ο Ευγένιος Δ’ ζήτησε τη συμβουλή τής ενετικής Γερουσίας: αν έπρεπε να συνεχιστεί η σταυροφορία, να σταλεί κι άλλη έκκληση προς τούς ηγεμόνες (principes mundi), να σταλεί καρδινάλιος λεγάτος στην Ουγγαρία. Σε αυτά η Γερουσία απάντησε,

«Αλλά παρατηρήσαμε σε αυτόν [στον ανώτατο ποντίφηκα], ότι τώρα τούς τελευταίους δύο μήνες δεν έχουμε νέα από τα μέρη τής Ρωμανίας και έτσι δεν μπορούμε να τον συμβουλευτούμε επαρκώς, αλλά κατά τις προσεχείς μέρες αναμένουμε να έχουμε και όταν τα πάρουμε, θα τον ενημερώσουμε πιστότατα, σύμφωνα με το αίτημα τής μακαριότητάς του, ώστε να τού αποδώσουμε την τιμή που αισθανόμαστε γι’ αυτόν και η Αγιότητά του με την απέραντη σοφία της να είναι σε θέση να αποφασίσει και να ικανοποιηθεί» [φύλλο 153].

(Sed ei denotamus quod iam duobus mensibus preteritis novum de partibus Romanie non habuimus ita quod ei sufficienter consulere non possemus, sed in dies nova habere expectamus, quibus habitis fidelissime iuxta requisitionem sue Beatitudinis ei dicemus id quod honori suo cedere sentiemus, et sua Sanctitas eius infinita sapienta determinare poterit ut ei placebit)

O Ευγένιος έστειλε τελικά 12.000 δουκάτα για τούς μισθούς των ναυτικών τον Αύγουστο τού 1455 [ROL, VIII, 15-16 και Notes et extraits, III, 202-3].

[←42]

Sen. Secreta, Reg. 16, φύλλα 146-150, έγγραφα με ημερομηνία 11 και 26 Φεβρουαρίου 1445.

[←43]

Sen. Secreta, Reg. 16, φύλλα 158-159, Iorga, ROL, VIII, 10-11 και Notes et extraits, III, 197-98, από το συμπλήρωμα στην αποστολή τού Ορσάτο Τζουστινιάν, το οποίο αφαιρέθηκε στη Γερουσία στις 16 και 18 Μαρτίου 1445 [Sen. Secreta, Reg. 16, φύλλα 156-59]. Πρβλ. επίσης στο ίδιο, φύλλο 162, επιστολή προς Τζουστινιάν με ημερομηνία 3 Απριλίου, η οποία δεν στάλθηκε ποτέ και σημειώστε Babinger, Oriens, III, 257, ανατυπ. στο βιβλίο του Aufsätze u. Abhandlungen, I, 150.

[←44]

Sen. Secreta, Reg. 16, φύλλο 171.

[←45]

Πρβλ. στο ίδιο, φύλλα 168, 174, 179, 180-181 και εξής, 211-212.

[←46]

Iorga. ROL, VIII, 19, σημείωση, Notes et extraits, ΙΙΙ, 206 σημείωση και πρβλ. Gesch. d. osman. Reiches, I, 446-47.

[←47]

Targioni Tozzetti, Relazioni, V (1773, ανατυπ. 1071), 423-24, Cod. Vat. lat. 10.518, «Schede epigrafiche relative a Ciriaco d’ Ancona e notizie intorno ad esso» (από το Schede de Rossi), φύλλο 98, όπου αντιγράφεται ολόκληρο το ποίημα:

«Χιονισμένη Πάρος, από λευκό αστραφτερό μάρμαρο

(Nivea Paros di marmor candente

δόξα των Κυκλάδων, τής θάλασσας τού Αιγαίου,

Cycladum decus aequoris Egei

τιμή των μεγάλων ηρώων και των θεών

honor delli heroi magni et delli dei

που από σένα λάμπει έτσι ο κόσμος…»

Sicchè ‘l mondo di te si fa splendente…)

Πρβλ. Wm. Miller, Latins in the Levant, Λονδίνο, 1908, σελ. 422-23, 605.

Ύστερα από τον θάνατο τού άρχοντα τής Άνδρου Αντρέα Ζένο το 1437, υπήρχε διαφωνία για την κατοχή τού νησιού [πρβλ. Miller, Latins in the Levant, σελ. 604-5]. Η υπόθεση τέθηκε ενώπιον τής ενετικής Γερουσίας, η οποία με απόφαση στις 22 Δεκεμβρίου 1439 (η οποία δημοσιεύτηκε ως προνόμιο τού δόγη στις 5 Ιανουαρίου 1440), απένειμε την Άνδρο στον Κρουζίνο Α’ Σομμαρίπα, γιο και κληρονόμο τής εκλιπούσας Μαρία Σανούντο, νόμιμης κατόχου τού νησιού λόγω τής φεουδαρχικής παραχώρησης που τής είχε κάνει ο αδελφός της, ο εκλιπών Νικκολό ντάλε Κάρτσερι, ο οποίος ήταν τότε «πραγματικός δούκας τού Αρχιπελάγους» [Sen. Secreta, Reg. 15, φύλλα 3, 4-5, 7]. Όμως θεωρείτο ότι ο Κρουζίνο θα παραιτιόταν από τα νησιά Πάρος και Αντίπαρος, τα οποία η Γερουσία είχε παραχωρήσει στη μητέρα του το 1423, ως αποζημίωση επειδή αυτή είχε παρανόμως στερηθεί την Άνδρο, στην οποία η Γερουσία είχε αναγνωρίσει το δικαίωμά της, αλλά δεν μπορούσε να τής δώσει το νησί, «επειδή αυτό δεν βρίσκεται στα χέρια μας» (quia non erat in manibus nostris) [στο ίδιο, φύλλο 4]. Προφανώς ο Κρουζίνο δεν παραιτήθηκε από την Πάρο, όπου προωθούσε ακόμη τα αρχαιολογικά του ενδιαφέροντα. Tο ιστορικό τού δικαστικού αγώνα τής Μαρία Σανούντο (με τον Πιέτρο Ζένο, που πέθανε το 1427 και ήταν πατέρας τού Αντρέα) μπορεί να μελετηθεί λεπτομερώς στα Sen. Secreta, Reg. 8, φύλλα 51 (52), 80 (8l), 86 (87), 102104 (103-105), 106 και εξής (107 και εξής), έγγραφα με ημερομηνία 1422-1423.

Τα δικαιώματα τού Κρουζίνο στην Άνδρο αμφισβήτησε η Πετρονίλλα, κόρη τού εκλιπόντος Αντρέα [πρβλ. Sen. Mar, Reg. 4, φύλλο 198 (199), έγγραφο με ημερομηνία 2 Ιουλίου 1453, στο ίδιο, Reg. 6, φύλλο 80 (81), με ημερομηνία 28 Ιουλίου 1458 και φύλλο 120 (121), με ημερομηνία 28 Απριλίου 1459]. Η υπόθεση εκκρεμοδικούσε μέχρι το 1462, όταν ο Κρουζίνο πλήρωσε 5.000 δουκάτα για να τακτοποιήσει τις διεκδικήσεις τής Πετρονίλλα, η οποία ζούσε τότε στο Μοναστήρι τού Τιμίου Σταυρού (Santa Croce) στη Τζουντέκκα (Giudecca) τής Βενετίας [F. Thiriet, Deliberations des assemblies venitiennes concernant la Romanie, II (Παρίσι και Χάγη, 1971), αριθ. 1478, 1609 και 1613, σελ. 195, 232, 234, έγγραφα με ημερομηνία 14 Μαρτίου 1453 και 22 Φεβρουαρίου και 1 Ιουνίου 1462 και πρβλ. D. Jacoby, La féodalité en Grèce médiévale, Παρίσι και Χάγη, 1971, σελ. 282-83, 304-5]. Παρεμπιπτόντως ο Κρουζίνο βρισκόταν στη Βενετία υπερασπιζόμενος τον εαυτό του, όταν έφτασαν τα νέα τής κατάκτησης από τον Μωάμεθ Β΄ τής Κωνσταντινούπολης. Η Γερουσία τού έδωσε άδεια να επιστρέψει στην Άνδρο για να φροντίσει τις νησιωτικές κτήσεις του [Sen. Mar, Reg. 4, φύλλο 197 (198), έγγραφο με ημερομηνία 30 Ιουνίου 1453].

[←48]

Το ποίημα τού Αντρεόλο έχει δημοσιευθεί από τον Giulio Porro-Lambertenghi, «Relatione dell’attacco e difesa di Scio nel 1431 di Andreolo Giustiniani», Miscellanea di storia Ιtaliana, VI (Τορίνο, 1865), 543-58, ενώ για το ίδιο το γεγονός βλέπε Philip P. Argenti, The Occupation of Chios by the Genoese, I (Καίμπριτζ, 1958), 176-87.

[←49]

Stefano Magno, Estratti degli Annali veneti, επιμ. Chas. (Karl) Hopf, Chroniques gréco-romanes, Βερολίνο, 1873, ανατυπ. Βρυξέλλες, 1960, σελ. 195: «1444: Στάλθηκαν για βοήθεια στον Κωνσταντίνο δεσπότη Πελοποννήσου 300 στρατιώτες, οι οποίοι το Απρίλιο και τον Μάρτιο τού 1445 ήρθαν στην Πελοπόννησο» (1444: Constantino Peloponnesi despotae trecenti milites e Burgundia auxilio missi sunt, qui martio vel Αprili anni 1445 in Peloponnesum venere).

[←50]

Βλέπε γενικά Babinger, Oriens, III, 254-56 και Aufsätze u. Abhandlungen, I, 147-49.

[←51]

Η ελληνική εκδοχή τής τουρκο-ενετικής συνθήκης έχει δημοσιευθεί με πλήρη σχολιασμό από τούς F. Babinger και F. Dölger, «Mehmeds II. frühester Staatsvertrag», Orientalia Christiana periodica, XV (1949), 225-58, ανατυπ. από Dölger στο Byzantinische Diplomatik, Ettal, 1956, σελ. 262-91 και πρβλ. Babinger, Oriens, III, 258-59 και Aufsätze u. Abhandlungen, I, 151-52.

O Sanudo, Vite de duchi στο HISS, XXII, στήλη 1120, καταγράφει τη συνθήκη. Το προοίμιο είναι παρόμοιο εκείνου που χρησιμοποιήθηκε στην ειρήνη τού Μωάμεθ Α’ με τη Βενετία το 1419 (βλέπε πιο πάνω, Κεφάλαιο 1, σημείωση 17). Όμως στο κείμενο τού Sanudo ο Μωάμεθ Β΄ παρουσιάζεται να ορκίζεται στους 124 προφήτες τού Ισλάμ αντί στους 124.000, επειδή ο αντιγραφέας παρέλειψε τον εκθέτη m (=milia, χιλιάδες) στη λατινική εκδοχή [για τον όρκο βλέπε J. Pedersen, που ανφέρεται από τον Babinger στο Or. Christ, period., XV, 286-87, σημείωση 51].

Η συνθήκη παρέχεται ολόκληρη σε ενετική διάλεκτο από τούς G. M. Thomas και R. Predelli, Diplomatarium veneto-levantinum (1300-1454), II (Βενετία, 1899, ανατυπ. Νέα Υόρκη, 1965), αριθ. 198, σελ. 366-68, Iorga, ROL, VIII, 23-28. Notes et extraits, III (1902), 210 και εξής] και Predelli, Regesti dei Commemoriali, IV (1896), αριθ. 289, σελ. 296 (από Comm., Reg. 13, φύλλο 190. και πρβλ. φύλλο 198).

Αν και το ενετικό κείμενο έχει ημερομηνία Τετάρτη 25 Φεβρουαρίου, 25 τού μηνός ήταν Παρασκευή το 1446 [το ημερολόγιο παρέχεται σωστά στο Louis de Mas Latrie, Tresor de chronologie, Παρίσι, 1889, ανατυπ. Τορίνο, 1962, στήλη 448, αλλά λάθος στο δημοφιλές Cronologia, τού Cappelli, 2η και 3η εκδ., Μιλάνο, 1952, 1969, σελ. 88, όπου οι 20 και 21 Φεβρουαρίου παρέχονται και οι δύο ως Κυριακή!]. O Sanudo, ό. π., στήλη 1154AB, στην ενετική του εκδοχή τής τουρκο-ενετικής συνθήκης τού Απριλίου 1454, επίσης παραποιεί τον ισλαμικό όρκο, αναφέροντας ότι ο Μωάμεθ Β΄ ορκίστηκε «στους 24 προφήτες τού Θεού, λίγο-πολύ» (ne’ventiquattro Profeti d’ Iddio o più o meno).

[←52]

Targioni Tozzetti, Relazioni, V, 450 και πρβλ. Cod. Vat. lat. 10.518, φύλλα 97-98 (από το Schede de Rossi), για τα τμήματα τής επιστολής που έχουν παραλειφθεί στην αντιγραφή τού Targioni, αλλά δεν έχουν σχέση με το παρόν ενδιαφέρον μας. Για τον Ντραππέριο πρβλ. Babinger, Oriens, III, 233-34, 259 και Aufsätze u. Abhandlungen, I, 131-32, 152 και βλέπε πιο πάνω, Κεφάλαιο 2, σημείωση 144.

[←53]

Δούκας, κεφ. 32, CSHB, Βόννη, σελ. 220, 222:

Ο νικηφόρος Μουράτ διέσχισε τον πορθμό και αποφάσισε να κατοικήσει στη Μαγνησία. Επειδή εμείς οι χριστιανοἰ αρνούμασταν να αναγνωρίσουμε ότι μάς υποδούλωσαν οι αμαρτίες μας και ότι οι κακές πράξεις μας προκάλεσαν τις ατυχίες μας, η Τύχη έστειλε κι άλλη οργή εναντίον μας. Ο Χαλίλ, ο οποίος γνώριζε από θέματα κυβέρνησης, ήταν πεπεισμένος ότι ο νεαρός ηγεμόνας δεν θα πετύχαινε ποτέ. Έφερε λοιπόν πίσω τον Μουράτ στο παλάτι τής Αδριανούπολης, για να συνεχίσει τη βασιλεία του. Ο νέος ηγεμόνας, ο Μεχμέτ, ο γιος τού Μουράτ, διορίστηκε κυβερνήτης τής Μαγνησίας.

«…τότε ὁ εὐτυχής Μωράτ πάλιν τὴν περαίαν περᾷ, καὶ ἐν Μαγνησίᾳ ἀφικνεῖται, κἀκεῖ τὴν κατοίκησιν ἐμπορεύεται˙ ἀλλ’ οἱ χριστιανοί μήπω νοήσαντες αἱ ἁμαρτίαι ἡμῶν εἰσιν οἱ ἐμπεδοῦντες ἡμᾶς καὶ αἱ κακίαι ἡμῶν εἰσιν οἱ τὰ κακά προξενοῦντες, πάλιν ἑτέραν ἀφίησι καθ’ ἡμῶν ὀργήν ἡ τύχη. ὁ γὰρ Χαλὶλ πρακτικός ὑπάρχων περὶ τὰ τῆς ἀρχῆς μεθοδεύματα, καὶ ὅτι ὁ νέος οὐκ εὐτυχήσει ποτέ, ἄγεται πάλιν παρ’ αὐτοῦ ὁ Μουράτ ἐν τῷ παλατίῳ τῆς Ἀδριανοῦ καὶ εὐφημίζεται ὡς ἡγεμών. ὁ δὲ νέος ἡγεμών Μεχεμέτ ὁ υἱός αὐτοῦ στέλλεται παρά τοῦ πατρός τοῦ ἀρχηγεῖν ἐν τῇ Μαγνησίᾳ.»

Χαλκοκονδύλης, βιβλίο vii, CSHB, Βόννη, σελ. 352-53:

«Όταν επικράτησε επί των Ούγγρων και σκότωσε τον βασιλιά τους, επέστρεψε στην πατρίδα και κάλεσε στον θρόνο τον μικρότερο γιο του, τον Μεχμέτ. Γιατί ο μεγαλύτερος γιος του, ο Αλαντίν, δεν ήταν πια ζωντανός, αφού πέθανε όταν έπεσε από το άλογό του κατά τη διάρκεια κυνηγιού, ενώ κυνηγούσε ένα ελάφι με όλη του τη δύναμη. Έτσι πέθανε. Ο Μουράτ λοιπόν κάλεσε στον θρόνο τον Μεχμέτ, τον επιζώντα μικρότερο γιο του, όπως εξήγησα. Όταν εκείνος ήρθε, τού ανέθεσε [ο Μουράτ] το βασίλειο, την Πύλη και τούς γενίτσαρους, ενώ ο ίδιος αναχώρησε, πέρασε απέναντι στην Ασία, στην Προύσα, όπου βρισκόταν η βασιλική αυλή τής Ασίας. Αφού τού εκχώρησε την εξουσία, περνούσε το μεγαλύτερο μέρος τού χρόνου του μαζί με τούς ζαχίντ, όπως ονομάζουν τούς μοναχούς τους, τούς σεγίντ και τούς σοφούς τής φυλής τους. Αλλά λίγο αργότερα μετάνιωσε που είχε παραιτηθεί από την εξουσία για να ζήσει ιδιωτική ζωή. Καθώς δεν μπορούσε να το αντέξει, προσπαθούσε να επιστρέψει στον θρόνο και να ανακτήσει την εξουσία με ειρηνικό τρόπο, χωρίς να συγκρουστεί με τον γιο του όταν διακινδύνευε την επιστροφή του στον θρόνο και χωρίς να δημιουργήσει λόγους εχθρότητας μἐσα στην οικογένεια. Έτσι έκανε τα εξής. Οργάνωσε την επιστροφή του μέσω τού Χαλίλ, τού γιου τού Ιμπραήμ, ενός πολύ στενού συνεργάτη του, που φρόντιζε πάντοτε τα συμφέροντά του. Ο Χαλίλ λοιπόν έπεισε το αγόρι να πάει για κυνήγι και να ασκηθεί στην ιππασία όσο καλύτερα μπορούσε. Αφού τον έπεισε να το κάνει αυτό, ειδοποίησε κρυφά τον πατέρα του να φτάσει ξαφνικά στο παλάτι τής πόλης σε καθορισμένη ημέρα και να αντιμετωπίσει τούς κατοίκους της ως σουλτάνος, χωρίς κανένα φόβο. Όπως προτάθηκε, ο Μουράτ εμφανίστηκε την ημέρα που συμφωνήθηκε, όταν ο γιος του έλειπε στο κυνήγι. Έφτασε και ανέλαβε τον θρόνο, αντιμετωπίζοντας τούς ανθρώπους στην πόλη τής Πύλης ως σουλτάνος. Όταν ο γιος κατάλαβε ότι ο πατέρας του είχε επιστρέψει ξαφνικά, δεν ήξερε πώς να αντιμετωπίσει αυτή την εξέλιξη και έτσι πήγε σε αυτόν και τον προσκύνησε. Και από τότε ο Μουράτ τον είχε κοντά του, στο πλευρό του, σε όποια χώρα κι αν εκστράτευε. Όμως, δεν ξέφυγε από την προσοχή τού γιου, ότι ήταν ο Χαλίλ, ο γιος τού Ιμπραήμ, εκείνος που το είχε μηχανευτεί αυτό, και τον μισούσε όπως τού άξιζε, αν και δεν τού αποκάλυψε την οργή του, γιατί ήξερε ότι ο Χαλίλ είχε μεγάλη επιρροή πάνω στον πατέρα του. Αυτά λοιπόν ήσαν τα γεγονότα τής επιστροφής τού Μουράτ στον θρόνο».

«ὡς δὲ περιεγένετό τε Παιόνων καὶ τὸν Παιόνων βασιλέα ἐξελὼν ἐκομίζετο ἐπ’ οἴκου, τόν τε παῖδα αὐτοῦ τὸν νεώτερον Μεχμέτην μετεπέμπετο ἐπὶ τὴν ἀρχήν· ὁ γὰρ πρεσβύτερος αὐτοῦ Ἀλαδίνης οὐκέτι περιῆν, ἄλλ’ ἐτετελευτήκει ὑπὸ ἵππου ἐκτραχηλισθείς, κυνηγετοῦντος αὐτοῦ καὶ ἐπιθέοντος ἀνὰ κράτος ἐπὶ τὴν ἔλαφον. οὗτος μὲν οὖν οὕτως ἐτελεύτησε. Μεχμέτην δὲ τὸν νεώτερον παῖδα περιόντα, ὡς ἐλέγετό μοι, τότε ἐπὶ τὴν ἀρχὴν μετεπέμπετο. ὡς δὲ ἀφίκετο, ἐπιτρέψας αὐτῷ τὴν ἀρχὴν καὶ τὰς θύρας καὶ τοὺς νεήλυδας αὐτὸς ᾤχετο διαβὰς ἐπὶ τὴν Ἀσίαν, ἐς Προῦσαν, ᾗ τὰ τῆς Ἀσίας βασίλεια ἦν. τὴν μὲν οὖν ἀρχὴν ἀποθέμενος μετὰ ζιχίδων τῶν παρ’ αὐτοῖς Ναζηραίων καὶ σειτίδων καὶ τῶν τοῦ γένους σοφῶν πολλὰ διέτριβεν· οὐ πολλῷ δὲ ὕστερον μετέμελέ τε αὐτῷ ἀπιόντι ἐκ τῆς ἀρχῆς καὶ ἰδιωτεύοντι. ὡς δὲ οὐκ ἠνέσχετο, ἔπρασσεν ὅπως ἐπανιὼν τὴν ἀρχὴν κατάσχοι καθ’ ἡσυχίαν, ὡς δὲ μὴ ἐς διαφορὰν ἀφικνουμένου αὐτῷ τοῦ παιδὸς κινδυνευομένῳ τὰ πράγματα καὶ αἰτίαν ἔχοι πρὸς τοῦ γένους, οἷα ποιεῖ. ἔπρασσε δὲ ὅπως ἐπανέλθοι μετὰ Χαλίλεω τοῦ Πραΐμεω, ἀνδρὸς συνήθους αὐτῷ ἐς τὰ μάλιστα καί οἱ ἑπιτηδείως ἔχοντος αἰεί. αὐτὸς μὲν οὖν ἔπεισε τὸν παῖδα ἐς ἄγρας φοιτῶντα γυμνάζεσθαι ὡς κάλλιστα ἐφ’ ἵππου· καὶ ἐπειδὴ ἔπειθε, κρύφα ἔπεμπε τῷ πατρὶ αὐτοῦ, μηδὲν δεδιότα, ἄφνω ἐς τὴν ῥητὴν αὐτῷ ἡμέραν ἀφικόμενον ἐς τὰ βασίλεια τῆς πόλεως χρηματίζειν τοῖς ἐν τῇ πόλει ὡς βασιλέα. ὁ μὲν οὖν, ὡς ὑπετίθετο, ἐς ἣν αὐτῷ συνέθετο ἡμέραν, παρεγένετό τε ἀπόντος αὐτῷ τοῦ παιδὸς ἐς τὴν ἄγραν καὶ κυνηγετοῦντος, παραγενόμενός τε κατέσχε τὴν βασιλείαν, χρηματίζων τοῖς ἐν τῇ πόλει τῶν θυρῶν ὡς βασιλεύς. ὁ μέντοι παῖς αὐτῷ, ὡς ᾔσθετο ἐπανιόντος τοῦ πατρὸς αὐτῷ ἄφνω, οὐκ ἔχων, ὅ τι χρήσαιτο τῷ πράγματι, προσῄει τε καὶ προσεκύνησε· καὶ τὸ ἀπὸ τοῦδε παρῆγεν αὐτῷ, ἐς ἣν ἂν στρατεύηται χώραν. τὸν μέντοι παῖδα οὐκ ἐλάνθανεν, ὡς αὐτῷ ταῦτα εἴη διαπεπραγμένος Χαλίλης ὁ Πραΐμεω, καὶ ἤχθετό τε ἀξίως, οὐ μέντοι γε ἀνεδήλου αὐτῷ τὴν ὀργήν· ᾔδει γὰρ μέγα δυνάμενον παρὰ τῷ πατρί. Τότε μὲν οὖν ἐς τὴν Ἀμουράτεω ἐπάνοδον ἐπὶ τὴν βασιλείαν οὕτως ἐγένετο.»

[←54]

Giovanni Maria degli Angiolello (Anzolelli), Historia turchesca, 1300-1514, επιμ. Ion Ursu [ο οποίος λανθασμένα απέδωσε το έργο στον φίλο τού Giovanni Maria, τον Ενετό Donado da Lezze (1479-1526), υπό τού οποίου το όνομα το έχει δημοσιεύσει], Βουκουρέστι, 1909, σελ. 15. Ο Ursu έχει πάρει το κείμενο τής Historia από ιταλικό χειρόγραφο στη Bibliotheque Nationale στο Παρίσι [υπ’ αριθ. 1238, φύλλα 1-120], που χρονολογείται περίπου στο έτος 1600. Βλέπε το μάλλον πολύ ευφάνταστο βιβλίο τού J. Reinhard, Essai sur G. M. A. noble vicentin (1452-1525), premier historien des Ottomans (1300-1517) et des Persans (1453-1524). Sa vie, son oeuvre, Angers, 1913 και την πολύτιμη μελέτη τού N. di Lenna, «Ricerche intorno allo storico G. Maria Angiolello (degli Anzolelli), patrizio vicentino (1451-1525)» στο Archivio veneto-tridentino, V (Βενετία, 1924), 1-56.

Εκτιμώντας την ιστορική σημασία τής Historia turchesca τού Τζιοβάννι Μαρία, δεν θα είναι εκτός τόπου να αναφερθούν κάποια γεγονότα που τον αφορούν. Γεννήθηκε από πατρίκιους γονείς στη Βιτσέντσα το 1451 ή ’52. Αφήνοντας τη Βενετία το 1468 με τον μεγαλύτερο αδελφό του Φραντσέσκο, λοχαγό ιππικού στην υπηρεσία τής Δημοκρατίας, ήταν παρών στην πολιορκία τού Νεγκροπόντε, τής οποίας μάς έχει αφήσει πολύτιμη περιγραφή [πρβλ. Ursu, εισαγωγή, σελ. x και di Lenna, ό. π., σελ. 10-11] και όπου ο αδελφός του σκοτώθηκε. Αφού τέθηκε στην υπηρεσία τού σουλτάνου Μωάμεθ Β΄ ως σκλάβος στις 13 Ιουλίου 1470, όταν ήταν δεκαοκτώ ετών (απ’ όπου και συμπεραίνεται η χρονολογία γέννησής του), ο Τζιανμαρία βρέθηκε δύο χρόνια αργότερα (1472) στην υπηρεσία τού δεύτερου γιου τού Μεχμέτ, τού Μουσταφά, τότε διοικητή μέρους των οθωμανικών στρατευμάτων, που θα βάδιζαν αργότερα εναντίον τού Ουζούν Χασάν, ηγεμόνα τής Περσίας. Ο Τζιανμαρία επρόκειτο να γράψει τη βιογραφία τού Ουζούν Χασάν τα επόμενα χρόνια [Breve Narratione della vita et fatti d’ Ussuncassan Re di Persia, επιμ. G. B. Ramusio, Aiavigationi el viaggi, II (Βενετία, 1559 και μεταγενέστερες εκδόσεις), φύλλα 66-78, μετάφρ. Chas. Grey, Italian Travels in Persia in the Fifteenth και Sixteenth Centuries, Hakluyt Society, Λονδίνο, 1873, ενώ για την πρώτη εκτύπωση τού Breve Narratione, βλέπε Gotthold Weil, «Eon verschollener Wiegendruck von Gio. Maria Angiolello» στο Fritz Meier (επιμ.), Westöstliche Abhandlungen: Rudolf Tschudi zum siebzigsten Geburtstag überreicht…, Wiesbaden, 1954, σελ. 304-14]. O Τζιανμαρία βρισκόταν στον οθωμανικό στρατό κατά τη διάρκεια τής εκστρατείας τού Μωάμεθ Β΄ εναντίον τού Ουζούν Χασάν το 1472-1473 [βλέπε, πιο κάτω, σελ. 316]. Μετά τον θάνατο τού νεαρού πρίγκηπα Μουσταφά (το 1474) πέρασε στην υπηρεσία τού ίδιου τού σουλτάνου και συμμετείχε στις τουρκικές εκστρατείες εναντίον τού Στέφανου τού Μεγάλου τής Μολδαβίας (1476), εναντίον τού Ματίας Κορβίνους στη Boσνία (1476-1477) και εναντίον των Ενετών στην Αλβανία (1478), όντας μάλιστα στην ακολουθία τού σουλτάνου τη στιγμή τού θανάτου τού τελευταίου (στις 3 Μαΐου 1481).

Βρίσκοντας την Πύλη λιγότερο ευχάριστη υπό τον σουλτάνο Βαγιαζήτ Β΄, ο Τζιανμαρία απέδρασε το 1483 ή το 1488-9, επιστρέφοντας στη Βιτσέντσα, όπου πρέπει να επέβλεψε το 1490 την εκτύπωση τής πρώτης έκδοσης τού βιβλίου του, Breve Narratione … di Ussuncassan, «που τυπώθηκε στη Βιτσέντσα την 1η Σεπτεμβρίου 1490 από τον δάσκαλο Λεονάρντο τής Βασιλείας» (impressum Vincentiae per magistrum Leonardum de Basilea MCCCCLXXXX die primo mensis Septembris). Επιστρέφοντας αργότερα στην Ανατολή, ο Τζιανμαρία φαίνεται ότι πέρασε την περίοδο 1507-1514 στην Περσία. Tα γεγονότα τής σταδιοδρομίας του δεν είναι καθόλου σαφή, αλλά προφανώς κατοικούσε στη Βιτσέντσα από το 1514. Το 1517 διορίστηκε πρόεδρος στο Κολλέγιο Γραμματέων τής Βιτσέντσα, αξίωμα που κράτησε μέχρι τον θάνατό του περί το τέλος τού έτους 1524 [Ursu, εισαγωγή, σελ. xv και di Lenna, ό. π., σελ. 25-26, 36-39]. Ορισμένοι ερευνητές πιστεύουν ότι ο Τζιανμαρία μετέφρασε το Κοράνι (από τα τουρκικά!), διάκριση την οποία δύσκολα θα μπορούσε να διεκδικήσει. Όμως μετά τη βιογραφία τού Ουζούν Χασάν έγραψε και μια τού Ισμαήλ, σάχη τής Περσίας (1502-1524). Η κύρια εργασία τού Τζιανμαρία και η πιο σημαντική του είναι η Τουρκική Ιστορία (Historia turchesca), το περιεχόμενο και τις πηγές τής οποίας έχει αναλύσει ο di Lenna, σελ. 44 και εξής. Για τον Ντονάντο ντα Λέτσε βλέπε Ursu, εισαγωγή, σελ. xviii και εξής και πρβλ. το σημείωμα τού Franz Babinger για τον Τζιανμαρία στο Dizionario biografico degli italiani, III (Ρώμη, 1961), 275-78.

[←55]

‘I’argioni Tozzetti, Relazioni, V, 453 και πρβλ. Cod. Vat. lat. 10.518, φύλλο 102, για τμήματα τού κειμένου που έχουν παραλειφθεί και δεν έχουν σχέση με το παρόν αντικείμενό μας.

[←56]

Babinger και Dölger στο Orientalia Christiana periodica, XV, 227 και Babinger, Maometto (1957), σελ. 85-86, Oriens, III, 259-62, Aufsädtze u. Abhandlungen, I, 151-54.

[←57]

Ciriaco, Ep. iv στο Cod. Palat. Florent. 49 (Serie Targioni), φύλλα 7-9 (59-61).

Πρβλ. Targioni Tozzelti, Relazioni, V, 441-45,

«από το ίδιο εμπορείο τής Νέας Φώκαιας, στο οποίο ήρθαμε στις ίδες Φεβρουαρίου [13 Φεβρουαρίου 1447]»:

(ex eodem novo Phocarum emporio, eo quo ad ipsum venimus die Id. Febr.):

«…Τώρα, από την πλευρά μας είδαμε τούς βαρβάρους με μεγάλη δική μας λεία, να οδηγούν αιχμαλώτους από υποδουλωμένα έθνη, ιδιαίτερα Έλληνες, στην αγορά την εν λόγω πόλης [Καλλίπολη] αλυσοδεμένους με θλιβερό τροπο και να ετοιμάζονται να τούς μεταφέρουν από τις ακτές τού Ελλησπόντου στην Ασία. Από τα χείλη ορισμένων από αυτούς τούς δυστυχείς καταλάβαμε ότι ο Μουράτ μπεής, ο υπεροπτικός ηγεμόνας των Τούρκων, επιτέθηκε στον πελοποννησιακό ισθμό στις ίδες Δεκεμβρίου [13 Δεκεμβρίου 1446], προς τον οποίο κινήθηκε εχθρικά με τεράστιες δυνάμεις, εκεί όπου πριν λίγους μήνες είχε αποκαταστήσει το τείχος ο προσεκτικός Σπαρτιάτης βασιλιάς Κωνσταντίνος [αργότερα ΙΑ’ Παλαιολόγος]. Τελικά ο στρατός ξεπέρασε το στενό εμπόδιο, που γκρεμίστηκε από έξι μεγάλες πολιορκητικές μηχανές και σε αυτή τη Σπάρτη κατοικούσαν πολλοί από τούς στρατιώτες τής χώρας. Ξέρετε, περίφημε άνδρα, ότι είναι δύσκολο να ακούτε τέτοια θλιβερά λόγια. Δεν άντεχα τούς κακοποιημένους υποφέροντες, δεν μπορούσα να ακούω γι’ αυτόν τον σκληρό και ολέθριο εχθρό τής χριστιανικής θρησκείας, τού οποίου οι στρατιώτες, πριν ένα μόλις έτος, είχαν ηττηθεί από τούς δικούς μας θρησκευτικούς, είχαν εκδιωχθεί σχεδόν εντελώς από τα θρακικά και μακεδονικά βασίλεια και συγχρόνως από όλη την Ελλάδα και εκκαθαρίζοντας είχαν οδηγηθεί στην Ασία και τη Λυδία. Αλλά τώρα κάποια δειλία και απροσεξία των ηγεμόνων μας, των δικών μας και των Ούγγρων, για σύντομο χρονικό διάστημα, που μετακίνησαν και απέσυραν τις δυνάμεις, αυτή ακριβώς εξύψωσε την τύχη του και τον ελευθέρωσε, ώστε να εισβάλει και να διαλύσει το ίδιο το πελοποννησιακό βασίλειο, το τόσο ευγενές, που στο παρελθόν ήταν το πιο ισχυρό τής Ελλάδας. Τι έγκλημα! Αλίμονο για την αρχαία ευγενέστατη αρχοντιά τού έθνους μας! Γιατί πιστεύω ότι ένα τέτοιο θλιβερό πλήγμα στη Χριστιανοσύνη, αυτή η άθλια σφαγή που έχουν διαπράξει οι Τούρκοι εναντίον αυτού τού λαού, έστω και αν είναι Έλληνες και αξίζουν κάποιο μέτρο τιμωρίας, δεν μπορεί παρά να θεωρηθεί ως τραγική απώλεια για τη θρησκεία μας και ως τεράστια ντροπή για το λατινικό όνομα. Αυτά νομίζω σκεπτόμενος τη θλιβερή συμφορά των χριστιανών …» [χειρόγρ. ό. π.., φύλλο 8 (60)].

(… Nunc equidem contra vidimus barbaros longo ordine preda nostre quoque religionis homines et potissimum Graia ex natione captivos miserandum in modum ferreis sub catenis ad eiusdem civitatis emporium atque litora per Hellespontum in Asiam transvecturos, quorum et a miseris nonnullos pientissimo ab ore certius intelligimus Murath Begh, superbum Theucrorum principem, Peloponensiacum Isthmon ingentibus admotis copiis hostiliter Idibus Decembribus invasisse, turritis ibidem paulo ante menibus a Constantino Spartano rege curiosissime restitutis, arto tandem milite superatis et magna ex parte machinarum vi disiectis et solo convulsis, ac inde sparto milite regionem late populatum esse. Quibus flebilibus auditis vocibus scis, vir clarissime, quantum non egre molesteve ferre non potui audire trucem et pernitiosum illum Christiane religionis hostem, quem hac tempestate vel vix anno peracto nostratum armis religioso vel milite superatum fugatumque et penitus e Thracum Macedonumque regnis simul et tota vel e Crecia pulsum et tergiversatum in Asyam atque Lidiam putabamus. Nunc vero ignava quadam nostratum incuria principum, nostris et Pannonum paulisper abmotis et retractis viribus, tantum eum fortunam elatum atque audentem fecisse ac sibi Peloponensiacum tam nobile et olim potentissimum Grecie regnum invadere licuisse. Proh scelus! et heu prisca nostrorum generosissime gentis nobilitas! Nam et illatam huic genti miserabilem a barbaris cladem, tametsi Grecos in homines et penas quodamodo dare merentes, non sine gravi tamen nostre religionis iactura et magna Latini nominis indignitate, tam lachrymabilem Christicolum calamitatem existimandam puto…)

[←58]

Σφραντζής, II, 19, CSHB, Βόννη, σελ. 200, επιμ. J. B. Papadopoulos, I (Λειψία, 1935), 198, επιμ. Grecu, σελ. 342:

Επίσης μού έδωσε [ο αφέντης μου] την ακόλουθη εντολή: «Σε έκανα κυβερνήτη τής επαρχίας τού Μυστρά λόγω τής πιστής υπηρεσίας σου, λόγω τής αγάπης μου για σένα και επειδή είμαι νονός των παιδιών σου. Θέλω να είναι και αυτός [ο Μυστράς] μια οντότητα, όπως η Κόρινθος και η Πάτρα, από τις οποίες τη μία κατέχει ο Καντακουζηνός και την άλλη ο Αλέξιος Λάσκαρις.

«Ὥρισέ μοι δὲ καὶ τοῦτο, ὅτι „ἐγὼ δέδωκά σοι τὸν Μυζηθρᾶν εἰς κεφαλατίκιον καὶ διὰ τὴν σὴν καλὴν δουλοσύνην καὶ τὴν ἐμὴν πρὸς σὲ ἀναδοχὴν καὶ ἀγάπην, καὶ ὅτι θέλω νὰ ἔνι καὶ τοῦτο ἓν ὡς ἡ Κόρινθος καὶ ἡ Πάτρα, ὧν τὴν μὲν ἔχει ὁ Καντακουζηνὸς Ἰωάννης, τὴν δὲ Ἀλέξιος ὁ Λάσκαρις.

Να ξέρεις καλά, ότι κανέναν άλλο δεν θα κάνω μεσάζοντα εδώ, εκτός από τον Ευδαιμονοϊωάννη, τον οποίο ήδη έχω ως μεσάζοντα. Αλλά ούτε θέλω να βρίσκομαι συνέχεια εδώ, καθώς θέλω να περνάω από τις περιοχές μου επιδιώκοντας ωφέλιμες καταστάσεις.

Καὶ γίνωσκε, ὅτι ἕτερον μεσάζοντα οὐδὲν θέλω ποιήσειν πάρεξ αὐτὸν δὴ τὸν Εὐδαιμονοϊωάννην, ὃν ἔχω· ἀλλ’ οὐδὲ ἐνταῦθα θέλω εὑρίσκεσθεν ἀεί, ἀμὴ θέλω διέρχεσθεν τὸν τόπον μου διὰ πολλὰ ὠφέλιμα.

Όταν βρίσκομαι στην Κόρινθο, θα φροντίζω τις υποθέσεις μας και αυτές εκείνου τού τόπου μαζί με τον Καντακουζηνό και τον Ευδαιμονοϊωάννη. Κι όταν πηγαίνω στην Πάτρα, θα φροντίζω μαζί με τον Λάσκαρι και τον Ευδαιμονοϊωάννη αφήνοντας τον Καντακουζηνό στην επαρχία του. Όταν βρίσκομαι εδώ [στον Μυστρά], [θα φροντίζω τις υποθέσεις] μαζί με σένα και τον Ευδαιμονοϊωάννη.

Καὶ ὅταν μὲν εὑρίσκωμαι εἰς τὴν Κόρινθον, θέλω πράττειν τὰς ἐμὰς δουλείας καὶ τὰς τοῦ τόπου ἐκείνου μετὰ τοῦ Καντακουζηνοῦ καὶ τοῦ Εὐδαιμονοϊωάννου· ὅταν δὲ εἰς τὴν Πάτραν ἀπέλθω, πάλιν μὲ τὸν Λάσκαριν καὶ τὸν Εὐδαιμονοϊωάννην, καταλιμπάνων τὸν Καντακουζηνὸν εἰς τὴν ἀρχὴν αὐτοῦ· ὅταν δὲ εἰμι ἐνταῦθα, μετὰ σοῦ καὶ τοῦ Εὐδαιμονοϊωάννου.»

Πρβλ. Hopf, Chron. gréco-romanes, γενεαλ. πίνακες, σελ. 536 και D. Zakythinos, Le Despotat grec de Morée, I (1932, ανατυπ. 1975), 228, 231.

[←59]

Remigio Sabbadini, Miscellanea (Antonio) Ceriani, Μιλάνο, 1910, σελ. 230-31 (βλέπε πιο κάτω, σημείωση 64).

[←60]

Georg Hofmann, Epistolae pontificiae ad concilium Florentinum spectantes, III (1946), αριθ. 285, σελ. 109 και N. Iorga, Notes et extraits, II, 418. Ο Κωνσταντίνος αυτός δεν υπάρχει στο γενεαλογικό δέντρο Καντακουζηνών τού Hopf, στο Chron. gréco-romanes, σελ. 536. O Francesco Cerone, «La Politica orientale di Alfonso di Aragona», Archivio storico per le province napoletane, XXVII (1902), 597 θεωρεί ότι αυτός ήταν συγγενής τού Μανουήλ Καντακουζηνού, άρχοντα τής Μάινας, τον οποίο ανακήρυξαν δεσπότη οι Αλβανοί στον Moριά το 1453 [βλέπε πιο κάτω, σελ. 147-48], πράγμα που φαίνεται πιο πιθανό. Ο Fr. Hofmann φαίνεται ότι δεν έχει προσέξει το κείμενο τού Κυριάκου Αγκωνίτη που τον προσδιορίζει ως γιο τού Ιωάννη Καντακουζηνού, κυβερνήτη τής Κορίνθου (1445-1453), για το οποίο βλέπε Sabbadini, Miscellanea Ceriani (1910), σελ. 230-31.

Για την επιστροφή τού αθηναϊκού δουκάτου υπό τον Nέριο Β΄ στο καθεστώς τουρκικού δορυφορικού κράτους και την επανάληψη τής υποτέλειάς του στον σουλτάνο Μουράτ, βλέπε Χαλκοκονδύλη, βιβλίο vi, CSHB, Βόννη, σελ. 320:

«Λίγο αργότερα, ο Ομέρ, γιος τού Τουραχάν, παρέλαβε τον στρατό τής Θεσσαλίας και βάδισε εναντίον τής Θήβας και τής Αττικής. Τις λεηλάτησε και αναχώρησε, παίρνοντας πολλά λάφυρα μαζί του. Όταν ο Νέριο [Β’], ο τύραννος τής Αθήνας, είδε ότι οι τουρκικές υποθέσεις επέστρεφαν και πάλι στην προηγούμενη κατάστασή τους, έστειλε έναν πρέσβη στην Πύλη και ζήτησε να κάνει συνθήκη με τον σουλτάνο, δεσμευόμενος να πληρώνει τον φόρο υποτέλειας που θα τού επέβαλε ο σουλτάνος. Ο σουλτάνος Μουράτ πείστηκε και έκανε συνθήκη μαζί του, υπό την προϋπόθεση ότι θα τού πλήρωνε τόσο φόρο υποτέλειας στο μέλλον, όσον πλήρωνε στο παρελθόν».

«Μετὰ δὲ ταῦτα οὐ πολὺν χρόνον Ὀμάρης ὁ Τουραχάνεω παῖς, παραλαβὼν τὸ Θετταλίας στράτευμα, ἐπήλασέ τε ἐπὶ τὰς Θήβας καὶ τὴν Ἀττικήν, καὶ ληϊσάμενος ἀπέλαυνε, λείαν ἀπάγων ἱκανήν. ἔνθα δὴ Νέριος ὁ Ἀθηνῶν τύραννος, ὡς ἑώρα τὰ Τούρκων πράγματα αὖθις ἐπανιόντα ἐς τὸ πρότερον καθεστηκός, ἐπρεσβεύετο ἐς τὰς θύρας καὶ ἠξίου αὐτῷ σπένδεσθαι βασιλεῖ, ἐφ’ ᾧ ἀπάγειν φόρον, ὃν ἂν αὐτῷ τάξαιτο. βασιλεὺς μὲν οὖν Ἀμουράτης ἐπείθετό τε καὶ ἔσπενδεν αὐτῷ, ἐφ’ ᾧ καὶ πρότερον ἀπέφερε, φόρον ἀπάγειν καὶ τοῦ λοιποῦ.»

[←61]

Σφραντζής, Χρονικόν, PG 156, 1051B, επιμ. Grecu, σελ. 70:

Στις 27 Νοεμβρίου τού ίδιου έτους [1446] ο σουλτάνος βάδισε εναντίον τού Εξαμιλίου και την 1η Δεκεμβρίου το κατέλαβε και το κατεδάφισε. Στη συνέχεια προχώρησε μέχρι την Πάτρα, καταστρέφοντας και καίγοντας μόνο την ύπαιθρο.

«Τῇ δὲ κζ’ τοῦ Νοεμβρίου μηνὸς τοῦ αὐτοῦ ἔτους ἦλθεν ὁ ἀμηρᾶς κατὰ Ἑξαμιλίου καὶ τῇ ι’ Δεκεμβρίου ἀπῆρεν αὐτὸ καὶ τὸ ἐχάλασε· καὶ ἀπελθόντος αὐτοῦ καὶ ἕως εἰς τὴν Πάτραν, τὴν χώραν καὶ τὴν μόνην ἀπῆρε καὶ κατέκαυσε καὶ ἠφάνισε.»

Βλέπε και Ψευδο-Σφραντζής, II, 19, CSHB, Βόννη, σελ. 202-3, επιμ. Papadopoulos, I, 200, επιμ. Grecu, σελ. 344:

«…τῇ δὲ κζ’ τοῦ Νοεμβρίου μηνός τοῦ αὐτοῦ ἔτους ἦλθεν ὁ ἀμηρᾶς κατά τοῦ Ίσθμοῦ ἤτοι Ἑξαμιλίου. καὶ τῇ δεκάτῃ τοῦ Δεκεμβρίου μηνός παρέλαβεν αὐτὸν καὶ ἐπόρθησε. καὶ ἀπελθων εἰς Πάτραν τὴν Πάτρας πόλιν μόνην παρέλαβε καὶ ἐνέπρησε καὶ ἠφάνισε.»

[←62]

Ο Χαλκοκονδύλης, βιβλίο vii, CSHB, Βόννη, σελ. 341-50, επιμ. Darkò, II – 1. 112-19 αναφέρει, ότι με την άφιξη τού Μουράτ στη Θήβα ο δούκας Νέριο Β΄ Ατσαγιόλι τής Αθήνας ενώθηκε μαζί του με ένοπλη δύναμη:

«Ο Μουράτ προχωρούσε, παίρνοντας μαζί και τούς στρατούς των τόπων από τούς οποίους περνούσε, και έφτασε στη Θήβα, όπου ενώθηκε μαζί του ο Νέριο, έχοντας φέρει στρατό από την Αθήνα.»

«Ἀμουράτης δὲ ἐπελαύνων, συμπαραλαμβάνων καὶ τὰ στρατεύματα τῆς χώρας ὅποι γένοιτο, παρῆν ἐς τὰς Θήβας, ὅτε καὶ ὁ Νέρης αὐτῷ παρεγένετο, στρατὸν ἀγόμενος ἀπὸ Ἀθηνῶν.»

O Δούκας, κεφ. 32, CSHB, Βόννη, σελ. 222-23 μάς πληροφορεί, ότι ο Μουράτ πήρε 60.000 χριστιανούς στη σκλαβιά (δίνοντας έτσι τον ίδιο αριθμό με τον Κυριάκο Αγκωνίτη), αλλά τοποθετεί την εκστρατεία τού Μουράτ και την καταστροφή τού Εξαμιλίου (το οποίο λέει ότι ο Κωνσταντίνος είχε ξαναχτίσει «πρό τεσσάρων χρόνων» μετά την ήττα τού Χούνιαντι στο Κοσσυφοπέδιο) τον Οκτώβριο τού 1448, που είναι προφανές λάθος:

Μετά τη μεγάλη του νίκη, ο Μουράτ αποφάσισε να βαδίσει εναντίον τής Πελοποννήσου. Όταν ο Κωνσταντίνος, δεσπότης τής Λακεδαιμονίας, ενημερώθηκε για την άφιξη τού βασιλιά και την εμφάνιση των γαλερών στον Ελλήσποντο, προέβλεψε την πλήρη καταστροφή των Τούρκων. Βγαίνοντας από το Εξαμίλιο, πήρε τη Θήβα και τα γύρω χωριά. Ο Μουράτ, ο οποίος είχε επιστρέψει από την τεράστια στρατιωτική του επιτυχία, έστειλε πρέσβη στον Κωνσταντίνο ζητώντας την παράδοση των πόλεων, αλλά εκείνος αρνήθηκε να συμμορφωθεί. Αντίθετα, προχώρησε προς το Εξαμίλιο (το οποίο είχε ανοικοδομήσει πριν από τέσσερα χρόνια) και έσκαψε χαρακώματα γύρω από αυτό. Ύστερα ο Κωνσταντίνος και εξήντα χιλιάδες άνθρωποι αναζήτησαν καταφύγιο πίσω από το τείχος του. Λίγο αργότερα ο Κωνσταντίνος και ο αδελφός του Θωμάς, ο δεσπότης τής Αχαΐας, προδόθηκαν από τούς Αλβανούς. Ειδοποιήθηκαν όμως για την προδοσία και διέφυγαν.

«στραφείς δὲ μετά νίκης μεγάλης κατά τῆς Πελοποννήσου ἐστράτευεν. ὁ γὰρ Κωνσταντῖνος δεσπότης ὤν τότε Λακεδαιμόνιας, καὶ ἰδών τὴν ἄφιξιν τοῦ ῥηγός καὶ τὰς τριήρεις ἐν Ἐλλησπόντῳ, ἐμαντεύσατο παντελῆ ἀπώλειαν τῶν Τούρκων, καὶ ἐξελθών ἀπὸ τοῦ Ἐξαμιλίου εἷλε Θήβας καὶ τα πέριξ χωρία. στραφείς δὲ ὁ Μουράτ σὺν εὐτυχίᾳ πλείστῃ στέλλει ἀποκρισιάριον, ζητῶν τὰς πόλεις αὐτοῦ. ὁ δὲ Κωνσταντῖνος οὐκ ἤθελε, καὶ στρατεύσας καὶ θεὶς χάρακα ἐν τῷ Ἐξαμιλίῳ (ἦν γὰρ πρὸ τεσσάρων χρόνων οἰκοδομήσας αὐτό), ὁ δὲ Κωνσταντῖνος σὺν ἑξήκοντα χιλιάσιν ὤν ἐντός, αὐτὸς εἰσήλθε· καὶ ὡς ἐν ὀλίγῳ καὶ αὐτὸς καὶ Θωμᾶς ὁ ἀδελφός αὐτοῦ δεσπότης ὤν Ἀχαΐας παρεδίδοντο ὑπὸ τῶν Αλβανῶν· πλήν αὐτοὶ τὸν δόλον ἐννοήσαντες ἀπέδρασαν.»

Tο Σύντομον Χρονικόν γράφει ότι Μουράτ έφτασε στο Εξαμίλιον το Σάββατο 3 Δεκεμβρίου [Chronicon breve, ad ann. 1446, στην εκδ. CSHB, Βόννη μετά τον Δούκα, σελ. 519-20]:

«Τῷ ,ςϡνε’ ἔτει τοῦ κόσμου, τῆς δὲ θείας σαρκώσεως ,αυμς’, Δεκεμβρίου γ΄ ἡμέρᾳ σαββάθῳ, ἦλθεν μετά φοσάτου ,αξ’ Τοῦρκος Ἀμιράς Ἀχμάτης ὁ Ἀμωράτης εἰς τὸ Ἑξαμίλιον Κορίνθιον. καὶ τῇ ἄλλῃ ἐρχομένῃ παρά κ’ ἑσπέρᾳ ἤρξατο τοῦ πολέμου· καὶ δι’ ὅλης τῆς νυκτός γενομένης ἰσχυρᾶς τῆς μάχης τῷ πρωΐ ἅφθη ο τεῖχος παρά τῶν ἐπιβούλων, καὶ ἐτράπησαν εἰς φυγήν οἱ Ῥωμαῖοι, καὶ ἐσέβησαν οἱ Τοῦρκοι, καὶ ἐδίωκον αὐτούς, καὶ οὕς μὲν ἀνεῖλον οὕς δὲ ᾐχμαλώτισαν, καὶ ἐπῆραν ἄπειρα πλήθη καὶ ἅρματα καὶ ζῶα καὶ χρήματα. εἶτα ἀπῆγαν εἰς τὰ βασιλικά, εἶτα εἰς τὴν Βότζητζαν καὶ ἐνέπρησαν αὐτὴν καὶ ᾐχμαλώτευσαν ὁμοίως· καὶ εἰς τὴν Πάτραν χωρίς τον Κουλάν, ἔτι δὲ καὶ τα πέριξ τούτων. καὶ ἐγίνετον ἡ αἰχμαλωσία πολλή σφόδρα. και οὕτως ἐστράφηκεν.»

Πρβλ. Stefano Magno, Estratti degli Annali veneti, επιμ. Hopf, Chron. gréco-romanes, σελ. 194 και Ιωαννίκιο Καρτανό, Άνθος, στο ίδιο, σελ. 267:

«Εἰς τοὺς χιλίους τετρακοσίους δεκατέσσαρεις (1414), ἦλθε ὁ βασιλεύς ὁ κύρ Μανόλης, καὶ ἄρχησε καὶ ἔκτιζεν τὸ Ἑξαμίλιον».

Eπίσης Wm. Miller, Latins in the Levant (1908), σελ. 411-14, Pall, Bull. hist. Acad. roum., XX (1938), 50-51, Babinger, Maometto, σελ. 90-92 και ιδιαίτερα Σπ. Π. Λάμπρο, Nέος Ἑλληνομνήμων, II (1905), 479-84, ο οποίος συγκεντρώνει τις πηγές και δείχνει ότι οι επιμελητές τού Σύντομου Χρονικού (Chron. Breve) στην έκδοση CSHB, Βόννη έχουν παρανοήσει το κείμενο. Το Χρονικό μάλιστα αναφέρει ότι ο Μουράτ πήρε το Εξαμίλιον την Παρασκευή 9 Δεκεμβρίου 1446. Σημειώστε επίσης Edward W. Bodnar, «The Isthmian Fortifications in Oracular Prophecy», American Journal of Archaeology, LXIV (I960), 165-71, στου οποίου το έργο θα επιστρέψουμε στο τελευταίο Κεφάλαιο τού τρίτου μας τόμου.

[←63]

Η επιστολή έχει ημερομηνία «μήνα Απρίλιο τής δεκάτης ινδικτιώνος» (δηλαδή 1432 ή 1447), όπου την τελευταία χρονολογία προτιμούν οι Babinger και F. Dölger, «Ein Auslandsbrief des Kaisers Johannes VIII, vom Jahre 1447», Byzantinische Zeitschrift, XLV (1952), 20-28, ανατυπ. στο Babinger, Aufsätze und Abhandlungen, II (Μόναχο, 1966), 162-69. O N. A. Oikonomides, «On the date of John VIII’s letter to Saridja Beg», Byzantion, XXXIV (1964), 105-9 πιστεύει ότι η επιστολή γράφτηκε τον Απρίλιο τού 1432.

[←64]

Tο κείμενο έχει δημοσιευθεί από τον Remigio Sabbadini, «Ciriaco d’ Ancona e la sua descrizione autografa del Peloponneso trasmessa da Leonardo Botta» στο Miscellanea [Antonio] Ceriani, Μιλάνο, 1910, σελ. 203-4:

«… πλησιάσαμε και αξιολογήσαμε μνημεία τής αρχαίας αυτής και διάσημης πόλης τής Σπάρτης: από την πλευρά μου τα είχα δει μια φορά που δεν ήταν αρκετή, γι’ αυτό βοηθάει η αργοπορία και η περιπλάνηση».

(… Ad antiqua et celeberrima illa spartanae civitatis monumenta revisenda venimus: cum nec equidem vidisse semel satis fuerat, iuvabat sed usque morari…)

Πρβλ. Βιργίλιο, Αινειάς, 6.487:

Το να τον έχουν δει μια φορά δεν αρκεί. Χαίρονται να καθυστερούν,

να βαδίζουν δίπλα του και να μαθαίνουν τα αίτια τού ερχομού του.

(nec vidisse semel satis est; iuvat usque morari,

et conferre gradum, et veniendi discere causas.)

O ιστορικός Λαόνικος Χαλκοκονδύλης, ο οποίος αργότερα έζησε και έγραψε στην Αθήνα και ο ανθρωπιστής Δημήτριος Χαλκοκονδύλης, ο οποίος αργότερα έζησε στην Ιταλία, δεν ήσαν αδελφοί, όπως έχουν θεωρήσει οι Λάμπρος, Sabbadini και άλλοι (μαζί και ο Antonius Calosynas, τού οποίου τα βιογραφικά σημειώματα για τούς Λαόνικο και Δημήτριο τούς παρουσιάζουν ως αδελφούς, για το οποίο βλέπε Hopf, Chron. gréco-romanes, σελ. 244 και πρβλ. σελ. xxx). Μάλιστα ήσαν εξάδελφοι. Ο πατέρας τού Λαόνικου ονομαζόταν Γεώργιος και τού Δημητρίου Βασίλειος (οι Γεώργιος και Βασίλειος ήσαν αδελφοί). Βλέπε Δημ. Γ. Kαμπούρογλους, Οι Χαλκοκονδύλαι, Αθήνα, 1926, σελ. 104 και εξής, 123, 171 και εξής και Giuseppe Cammelli, I Dolti bizantini e le origini dell’ umanesimo. ΙΙΙ: Demetrio Calcondila, Φλωρεντία, 1954, σελ. 4-5.

[←65]

H χρονολογία που παρέχει ο Κυριάκος διορθώνει τον γενεαλογικό πίνακα στον Hopf, Chron. gréco-romanes, σελ. 530, όπως έχει σημειώσει ο Pall, Bull. hist. Acad. roum., XX, 52.

[←66]

Sen. Secreta, Reg. 29, φύλλα 34-35 (44-45), ενετικό έγγραφο στις 7 Σεπτεμβρίου 1479 και βλέπε πιο κάτω, Κεφάλαιο 10, σελ. 341 και Κεφάλαιο 17, σελ. 514-15 και πρβλ. Stefano Magno, Estratti degli Annali veneti, (επιμ.) Hopf, Chron. gréco-romanes, σελ. 201, 208.

[←67]

Πρβλ. Joseph Gill, The Council of Florence, Καίμπριτζ, 1959, σελ. 370-71 και τού ιδίου «John VIII» στο Personalities of the Council of Florence, Οξφόρδη, 1964, ιδιαίτερα σελ. 123-24.

[←68]

Για τούς λόγους για τούς οποίους ο Κωνσταντίνος ονομάζεται ΙΑ’ και όχι ΙΒ΄ βλέπε Franz Dölger, Byzantinische Zeitschrift, LII (1959), 445 στο σημείωμά του για την Joan M. Hussey, The Byzantine World, Λονδίνο, 1957.

[←69]

Πρβλ. Aeneas Sylvius, Oratio Fred. ΙΙΙ στο RISS, III-2 (Μιλάνο, 1734), στήλες 893-97, Raynaldus, Annales ecclesiastici ad ann. 1447, αριθ. 15 και εξής, τόμ. XVΙΙΙ (1694), σελ. 336 και εξής, Mandell Creightοn, History of the Papacy, II (Λονδίνο, 1882), 274 και εξής, Ludwig von Pastor, History of the Popes, II (7η εκδ., Λονδίνο, 1949), 5-31 και Geschichte der Päpste, I (12η εκδ., Φράιμπουργκ ιμ Μπράισγκαου, 1955), 372-94.

Στις 27 Νοεμβρίου 1444 ο Ευγένιος Δ’ είχε διορίσει τον Παρεντουτσέλλι, ονομαζόμενο Thomas de Sarzana, ως επίσκοπο Μπολώνια, αλλά δεδομένου ότι η πόλη βρισκόταν τότε σε εξέγερση εναντίον τής Αγίας Έδρας, η ανάληψη τής έδρας από αυτόν καθυστέρησε πολύ [πρβλ. Pastor, Gesch. d. Päpste, Ι, 383 και Acta inedita, I (Φράιμπουργκ, 1904), αριθ. 16, σελ. 28-29]. Tα Acta Consistorialia (1439-1486), ad ann. 1447 στο Arch. Segr. Vaticano, Arm. XXXI, τόμος 52, φύλλο 52, τοποθετούν την εκλογή τού Νικόλαου Ε’ στις 6 Mαρτίου «hora nona vel quasi», που σημαίνει την πρώτη ώρα μετά τα μεσάνυχτα ή 1:00 π.μ., παρά το γεγονός ότι η συνήθης ιταλική πρακτική τής ώρας μετρούσε από την πρώτη ώρα από τη δύση τού ηλίου, περίπου 7 έως 8:00 μ.μ. τον Μάρτιο, για το οποίο βλέπε B. M. Lersch, Einleitung in die Chronologie, 2η εκδ., 2ο μέρος, Φράιμπουργκ, 1899, I, 9. Αναφορές τής εποχής τοποθετούν την εκλογή κατά την 16η ή 17η ώρα, που θα ήταν μεταξύ 10 και 11:00 π.μ. Πρβλ. Lersch, ό. π., και σημειώστε Pastor, Hist. Popes, I, 378, σημείωση 2.

[←70]

Gian. Manetti, Vita Nich. V, ii στο RISS, ΙΙΙ-2 (Μιλάνο, 1734), στήλες 943-46. Βέβαια ο Νικόλαος προέτρεπε για ειρήνη τούς Φλωρεντινούς και τον Αλφόνσο. Πρβλ. Raynaldus, Annales ecclesiastici ad ann. 1448, αριθ. 8, τόμ. XVΙΙΙ (1694), σελ. 351. Βλέπε γενικά Luigi Rossi, «Niccolò V e le potenze d’ ltalia dal maggio del 1447 al dicembre del 1451», Rivista di scienze storiche, III-1 (Pavia, 1906), 241-62, 392-429 και στο ίδιο, III-2 (1906), 22-37, 177-94, 225-32, 329-55, 385-406, με σειρά παραρτημάτων που περιλαμβάνουν σαραντατέσσερα έγγραφα, από τα οποία το τελευταίο έχει ημερομηνία 17 Νοεμβρίου 1451.

[←71]

Μάλιστα ο Χαλκοκονδύλης αναφέρει ότι ο Γεώργιος Μπράνκοβιτς προειδοποίησε τον Μουράτ Β΄ για την επερχόμενη εκστρατεία τού Χούνιαντι [βιβλίο vii, CSHB, Βόννη, σελ. 355, γραμμές 10-13]:

«Στη συνέχεια αποφάσισε να λιμοκτονήσει την πόλη και να κάνει μια δεύτερη, πιο άγρια επίθεση, όταν έφτασε μήνυμα από τον Τζούρατζ, τον ηγεμόνα των Σέρβων, ότι ο Γιάνος είχε συγκεντρώσει τούς Ούγγρους, διέσχιζε τον Δούναβη και, παίρνοντάς τον μαζί του, θα πορευόταν εναντίον τού Μουράτ. Όταν ο Μουράτ το έμαθε, συγκέντρωσε τις δυνάμεις του όσο πιο γρήγορα μπορούσε και αναχώρησε, πηγαίνοντας προς το μέρος όπου έμαθε ότι ερχόταν ο εχθρός του. Έστειλε επίσης κήρυκα προς την Ευρώπη, για να συγκεντρωθούν όλοι οι Τούρκοι σε αυτόν.»

«Ἐνταῦθα ὡς ἐπενόει λιμῷ ἐκπολιορκήσειν, καὶ αὖθις τὸ δεύτερον προσβαλὼν κατὰ τὸ καρτερόν, ἀφικνεῖται ἀγγελίη παρὰ Γεωργίου τοῦ Τριβαλλῶν ἡγεμόνος ὡς Ἰωάννης συναθροίσας τοὺς Παίονας τόν τε Ἴστρον διαβαίνει καὶ συμπαραλαβὼν στρατεύοιτο ἐπ’ αὐτόν, ταῦτα ὡς ἐπύθετο, τὴν ταχίστην συσκευασάμενος ἀπῄει ἐνταῦθα, ᾗ ἐπιόντα ἐπυνθάνετο καὶ κήρυκα ἔπεμπε πρὸς τὴν Εὐρώπην περιαγγέλλοντα παρεῖναι αὐτῷ ὡς ξύμπαντας τῶν Τούρκων.»

Πρβλ. στο ίδιο, σελ. 356, γραμμές 17-22:

«αλλά εκείνος είπε ότι έβλεπε ότι οι προετοιμασίες τους για εκστρατεία εναντίον τού Μουράτ ήσαν ανεπαρκείς για να ξεπεράσουν τη δύναμη τού σουλτάνου Μουράτ. Ότι τον φοβόταν περισσότερο από τούς Ούγγρους, οι οποίοι ήσαν και διαφορετικής φυλής και τού είχαν κάνει πολύ κακό. Και ότι, ενώ λαχταρούσε να εκδικηθεί τον Μουράτ για την τύφλωση των γιων του, βλέποντας ότι με την παρούσα προετοιμασία τους δεν θα μπορούσαν να ξεπεράσουν τη δύναμη τού εχθρού, δεν θα συμμετείχε ποτέ πρόθυμα σε αυτόν τον πόλεμο.»

«ὁ δὲ ἔφησεν οὐχ ὁρᾶν ἀξίαν τὴν παρασκευὴν τῆς κατὰ Ἀμουράτεω στρατιᾶς, ὥστε περιγενέσθαι αὐτοὺς τῆς βασιλέως δυνάμεως Ἀμουράτεω, καὶ δεδιέναι μᾶλλον ἐκεῖνον ἢ τοὺς Παίονας, οὓς καὶ ἀλλοφύλους τε ὄντας καὶ μέγιστα κακῶν ἐργασαμένους αὐτόν, καὶ ἱμείρεσθαι μὲν τίσασθαι Ἀμουράτην τοὺς υἱοὺς αὐτοῦ ἐκτυφλώσαντα, ἀδύνατα δὲ ὁρῶντα τῇ παρούσῃ παρασκευῇ ὑπερβαλέσθαι τῆς τῶν πολεμίων δυνάμεως οὐκ ἄν ποτε ἑκόντα εἶναι χωρήσειν ἐς τόνδε τὸν πόλεμον.»

[←72]

Thomas και Predelli, Diplomatarium veneto-levantinum, II (1899, ανατυπ. 1965), αριθ. 198, σελ. 366-68, όπου η ημερομηνία 25 Φεβρουαρίου είναι εσφαλμένη. Babinger και Dölger, «Mehmeds II. frühester Staatsvertag», Orientalia Christiana periodica, XV, 225-28, για το οποίο βλέπε πιο πάνω, σημείωση 51.

[←73]

Raynaldus, Annales ecclesiastici ad ann. 1448, αριθ. 6-7, τόμ. XVIII (1694), σελ. 350-51. Όσο για τον Aλφόνσο Ε’, απολάμβανε να παριστάνει τον υπερασπιστή των χριστιανών εναντίον των μουσουλμάνων και δεδομένου ότι η Αλβανία ήταν η πρώτη γραμμή άμυνας τής Νάπολης εναντίον τού οθωμανικού κινδύνου στην Αδριατική, ήταν γενναιόδωρος (όπως θα σημειώσουμε) στη βοήθειά του προς τον Σκεντέρμπεη. Παρά το γεγονός ότι σύγχρονοί του περίμεναν από τον Aλφόνσο περισσότερα από εκείνα που διέθετε, αυτός αυτοανακηρύχθηκε προστάτης τόσο τού Οσπιταλίου τής Ρόδου όσο και τού βασίλειου τής Κύπρου. Έστειλε δύο ή τρεις στόλους στην Ανατολική Μεσόγειο (το 1450 και το 1451-1453) εναντίον των Μαμελούκων, οι οποίοι είχαν καταστρέψει το κάστρο των Ιωαννιτών στο Καστελλόριζο (Castrum Rubeum, Castelrosso, Kastellorizo) την εποχή τής επίθεσής τους στη Ρόδο (το 1444). Ο ναυάρχος τού Aλφόνσο, ο Μπέρναρντ τής Βιλλαμαρίνα (Vilamari) ανοικοδόμησε το κάστρο, μετονομάζοντάς το σε «Castel Alfonsi», προς ενόχληση τού Ζαν ντε Λαστίκ, μεγάλου μάγιστρου των Ιωαννιτών, σε βοήθεια τού οποίου είχε σταλεί ο Μπέρναρντ στην Ανατολή.

Ο Aλφόνσο είχε ζητήσει και πάρει εξουσιοδότηση από τον Nικόλαο Ε’ να καταλάβει το νησί, «εκείνα τα κτίρια … που είναι ερειπωμένα και ισοπεδωμένα … από τούς Τούρκους και τούς Σαρακηνούς» (cuius edificia … per Theucros et Sarracenos … dirruta et solo equata sunt), η οποία τού χορηγήθηκε στις 6 Οκτωβρίου 1450, ώστε να μην πάρουν οι Μαμελούκοι το νησί και το χρησιμοποιήσουν ως βάση εναντίον τής Ρόδου [Arch. Segr. Vaticano, Reg. Vat. 392 (Nich. V Secret., τόμος VIII), φύλλα 102-103. Sebastiano Paoli (Pauli), Codice diplomatico del sacro militare ordine Gerosolimitano, II (Lucca, 1737), αριθ. cx, σελ. 130]. Όσο βρισκόταν στα ανατολικά ύδατα, ο Μπερνάρ τής Βιλλαμαρίνα λεηλατούσε τις ακτές τής Αιγύπτου και τής Συρίας, αναστάτωνε το εμπόριο και προκαλούσε στον Ζαν ντε Λαστίκ σχεδόν τόσα προβλήματα, όση ήταν και η βοήθειά του, για το οποίο βλέπε Const. Marinescu, «L’ile de Rhodes au XVe siede et l’Ordre de Saint-Jean de Jerusalem d’ apres des documents inedits», Miscellanea Giovanni Mercati, V (1946), ιδιαίτερα σελ. 388-95 (Studi e testi, αριθ. 125).

Ο Ισπανός περιηγητής Πέρο Ταφούρ πέρασε από το Καστελλόριζο στον δρόμο του προς τούς Αγίους Τόπους το 1436 και σταμάτησε εκεί κατά τη διάρκεια τού ταξιδιού επιστροφής του την επόμενη χρονιά. Μάς έχει αφήσει συνοπτική περιγραφή τού τόπου επτά χρόνια πριν από την καταστροφή του από τούς Μαμελούκους [Malcolm Letts, μεταφρ., Pero Tafur: Travels and Adventures, 1435-1439, Νέα Υόρκη και Λονδίνο, 1926, σελ. 53, 106].

[←74]

Η δεύτερη μάχη τού Κοσσυφοπέδιου και τα επακόλουθά της περιγράφονται με μεγάλη λεπτομέρεια, μέρος της προφανώς φανταστικό, από τον Χαλκοκονδύλη [βιβλίο vii, CSHB, Βόννη, σελ. 355-77]:

«Ο Μουράτ βάδισε με ολόκληρο τον στρατό του από την βουλγαρική του περιοχή προς τη γη τού Σέρβων. (Αυτή ήταν η περιοχή όπου ο Μοράβας ποταμός συναντάει τον Δούναβη και χύνεται σε αυτόν. Η επικράτεια τού σουλτάνου εκτείνεται από εκεί σε απόσταση οκτακοσίων σταδίων μέχρι τη Νις, πόλη που ανήκει στον σουλτάνο, στα δεξιά για εκείνον που κατεβαίνει τον Μοράβα. Πιο πέρα είναι η πόλη Νόβο Μπέρντο, χτισμένη πάνω σε μεγάλο βουνό που ανήκε στον άρχοντα των Σέρβων.) Φτάνοντας εκεί, ο Μουράτ βρήκε τον Γιάνος Χούνιαντι να προχωράει με τον στρατό των Ούγγρων. Οι Ούγγροι και οι Βλάχοι ήσαν συνολικά σαράντα χιλιάδες άνδρες συν επτά χιλιάδες ιππικό, ενώ είχαν δύο περίπου χιλιάδες άμαξες με προμήθειες και όπλα. Πάνω σε κάθε άμαξα υπήρχαν δύο στρατιώτες τού πεζικού, ένας τακτικός στρατιώτης και ένας πυροβολητής. Οι άμαξες μετέφεραν επίσης μεγάλο αριθμό κανονιών που ονομάζονται ζαρομπότανε. Είχαν προετοιμαστεί για πόλεμο με αυτόν τον τρόπο και είχαν περάσει τον Δούναβη.»

«…ἐλαύνων δὲ παντὶ τῷ στρατῷ πρός τινος τῆς Μυσίας αὐτοῦ χώρας κατὰ τὴν Τριβαλλῶν αὐτῶν χώραν (ἔστι δὲ αὕτη ἡ χώρα, παρ’ ἣν ἀμείβει Μοράβας ποταμὸς καὶ ἐκδιδοῖ ἐς τὸν Ἴστρον· παρήκει δὲ ἡ χώρα τοῦ βασιλέως ἐντεῦθεν ἐπὶ σταδίους ὀκτακοσίους ἔστε ἐπὶ Νήσιον, πόλιν τοῦ βασιλέως ἐπὶ δεξιὰ ἰόντι, ἐς τὸ πρόσω Νοβόπυργον πόλιν ἐπὶ ὄρους μεγάλου τοῦ Τριβαλλῶν ἡγεμόνος ᾤκηται) ἐνταῦθα ἀφικόμενος Ἀμουράτης εὗρεν ἐπεξελαύνοντα Ἰωάννην τὸν Χωνιάτην σὺν τῷ Παιόνων στρατῷ. ἦσαν δὲ Παίονες καὶ Δακοὶ συναμφότεροι ἐς τετρακισμυρίους καὶ ἑπτακισχιλίους ἱππέας, καὶ ἁμάξας ἐφέροντο, ἐν αἷς ἦν αὐτοῖς τὰ ἐπιτήδεια καὶ τὰ ὅπλα, ἀμφὶ τὰς δισχιλίας. ἐφ’ ἑκάστης δὲ ἁμάξης δύο ἤστην ἄνδρε πεζώ, πελταστής τε ἅμα καὶ τηλεβολιστής. ἐφέροντο δὲ καὶ ἐπὶ τῶν ἁμαξῶν τηλεβόλους ζαροβοτάνας καλουμένας, πολὺ τὸ πλῆθος. οὗτοι μὲν οὖν οὕτω παρασκευασάμενοι [ἐς] τὸν Ἴστρον διέβησαν…»

Πρβλ. Iorga, Notes et extraits, IV, μέρος I, αριθ. 20. σελ. 41-42. Gesch. d. osman. Reiches, II (Γκότα, 1909), 450-52 και ιδιαίτερα «Du Nouveau sur la campagne turque de Jean Hunyadi en 1448», Revue historique du Sud-Est européen, III (1926), 13-27, Fr. Pall, «Les relations entre la Hongrie et Scanderbeg», στο ίδιο, X (1933), 127-31, Gelcich και Thallóczy, Diplomatarium ragusanum (1887), αριθ. 279-82, σελ. 466-70 και Babinger, Maometto, σελ. 93-100. Ο Iorga υποτιμά την παρουσία Γερμανών και Τσέχων (που αναφέρονται από τον Aeneas Sylvius) στον στρατό τού Hunyadi.

Ο Σκεντέρμπεης είχε την πρόθεση να πάει «προσωπικά» (personalmente) με στρατό σε βοήθεια τού Χούνιαντι [S. Ljubić, Listine, IX (1890), σελ. 283, έγγραφο από τα Commemoriali, Reg. 14, φύλλο 79, με ημερομηνία 4 Οκτωβρίου 1448, Giunio Resti, Chronica ragusina στο Monumenta spectantia historiam slavorum meridionalium, τόμ. XXV: SS. II (Ζάγκρεμπ, 1893), σελ. 295, 298 και Antonio Bonfini, Historia pannonica, Cologne, 1690, decad. ΙΙΙ, βιβλίο vii, σελ. 339AB], αλλά παρεμποδίστηκε από τον Μπράνκοβιτς, τού οποίου τα εδάφη λεηλάτησε ως τιμωρία για τη σερβική λιποταξία από τη χριστιανική υπόθεση [Marinus Barletius, Historia de vita et gestis Scanderbegi, 1η εκδ., Ρώμη, 1509, βιβλίο ii, φύλλα xxvii-xxviii, εκδ. Ζάγκρεμπ, 1743, σελ. 58-59, ο οποίος τοποθετεί αυτά τα γεγονότα στο έτος 1444!], για το οποίο βλέπε Francisc Pall, «Skanderbeg et Ianco de Hunedoara», Revue des études sud-est européennes, VI (1968), 10-14. O Μουράτ Β΄ είχε διακόψει την αλβανική του εκστρατεία το 1448 και την πολιορκία τής Κρόιας τον Αύγουστο για να βαδίσει εναντίον τού Χούνιαντι, όπως έχει δείξει ο Ljubić, ό. π., IX (1890), 283-84 από τα ενετικά Sen. Secreta, Reg. 18, φύλλο 52 (54), έγγραφο με ημερομηνία 10 Οκτωβρίου 1448. Tα έγγραφα τής 4ης και 10ης Οκτωβρίου 1448 έχουν ανατυπωθεί από τον Jovan Radonić, Djuradj Kastriot Skenderbeg i Arbanija u XV veku, Belgrade, 1942, σελ. 16 και πρβλ. Riccardo Predelli, Regesti dei Commemoriali, V (Βενετία, 1909), βιβλίο xiv, αριθ. 31, σελ. 16. Υπάρχει χαλκευμένη ανταλλαγή χωρίς ημερομηνία επιστολών μεταξύ Γεωργίου Μπράνκοβιτς και Ιωάννη Χούνιαντι (προφανώς προερχομένων από τον 17ο αιώνα), για την οποία βλέπε Fr. Pall, «Preteso Scambio di lettere tra Giorgio Brankovich, principe di Serbia, e Iancu de Hunedoara (Hunyadi) a proposito del pericolo Οttomano intorno al 1450», Revue des études sud-est européennes, XII (1974), 79-86.

Τότε έφτασαν αναφορές στη Βενετία από το Δυρράχιο, ότι οι ετοιμασίες τού Σκεντέρμπεη είχαν στην πραγματικότητα στόχο επίθεση εναντίον τής ενετοκρατούμενης ακτής τής Αλβανίας και έτσι η Γερουσία ανέλαβε κατάλληλη δράση [Sen. Mar, Reg. 3, φύλλο 82 (83), έγγραφο με ημερομηνία 6 Οκτωβρίου 1448]:

«Επειδή, με αυτά που μάθαμε από επιστολή που πήραμε πρόσφατα από το Δυρράχιο, ο Σκεντέρμπεης ετοιμάζει προσεκτικά ισχυρό στρατό για να εμφανιστεί σε εκείνα τα μέρη εναντίον των δικών μας εδαφών και τού δικού μας κράτους …. αποφασίζεται ότι, με εξουσιοδότηση αυτού τού συμβουλίου, θα γραφεί και θα δοθεί εντολή στον υποδιοικητή τού Κόλπου, να παραμείνει στα νερά τού Δυρραχίου με τις δύο γαλέρες που τού έχουν ανατεθεί, για ενθάρρυνση των τόπων και των υπηκόων μας…».

(Quoniam per ea que habentur per litteras noviter habitas ex Durachio Scanderbegus solicite parat potentem exercitum suum pro veniendo ad illas partes contra terras et statum nostrum …. vadit pars quod au[c]toritate istius consilii scribatur et mandetur vicecapitaneo Culphi quod cum duabus galeis sibi commissis remaneat in illis aquis Durachii pro hortamine locorum et subditorum nostrorum. …)

Πρβλ. Valentini, Acta Albaniae veneta, XX (1974), αριθ. 5.397, σελ. 58.

[←75]

Raynaldus, Annales ecclesiastici ad ann. 1450, αριθ. 7, τόμ. XVIII (1694), σελ. 366-67, έγγραφο με ημερομηνία 12 Απριλίου 1450 στο οποίο ο πάπας συνοψίζει τούς όρους τής συνθήκης. Τον Ιούνιο τού 1450 η πόλη τής Ραγούσας συνέχαιρε τον Χούνιαντι για την ειρήνη που έκανε με τον Μπράνκοβιτς. Gelcich και Thallóczy, Diplomatarium ragusanum, αριθ. 283, σελ. 471-72. Jovan Radonić, Acta et diplomata ragusina, I, μέρος 2 (Belgrade, 1934), αριθ. 222, σελ. 499-501 και πρβλ. αριθ. 231-33 (στο Fontes rerum slavorum meridionalium, σειρά I).

[←76]

Χαλκοκονδύλης, βιβλίο vii, CSHB, Βόννη, σελ. 350-51:

Οι ίδιοι πήγαιναν στη συνέχεια από τόπο σε τόπο σε όλη τη χώρα, όπου οι πόλεις τους χρειάζονταν βοήθεια. Στη συνέχεια όμως παρέμεναν στα βουνά που υψώνονται πάνω από τη χώρα τους και εκτείνονται μέχρι την Αδριατική Θάλασσα και περίμεναν να δουν πώς θα εξελίσσονταν τα γεγονότα. Ο Μουράτ βάδισε πρώτα εναντίον τής πόλη Σβέτιγκραντ και την πολιόρκησε. Προσέφερε όρους, δηλαδή ότι αν την παρέδιδαν, θα μπορούσαν οι ίδιοι να φύγουν, ο καθένας στα δικά του εδάφη. Δεν δέχτηκαν όμως. Ύστερα από αυτό επιτέθηκε με τούς γενίτσαρους και κατέλαβε την πόλη με τη βία, υποδουλώνοντάς την, ενώ σκότωσε όλους τούς άνδρες.

«…καὶ οὗτοι μὲν ἀνὰ τὸ ὄρος τὸ ὑπὲρ τὴν χώραν αὐτῶν ἄχρι τοῦ Ἰονίου διατεῖνον διέτριβον, καραδοκοῦντες, ὅποι σφίσι τὰ πράγματα ἀποβήσεται· Ἀμουράτης δὲ ἐπελαύνων πρῶτα μὲν τὴν Σφετίαν πόλιν ἐπολιόρκει. καὶ λόγον μὲν προσέφερεν, ὡς παραδοῖέν τε αὐτὴν καὶ αὐτοὶ ἀπίοιεν ἐπὶ τὰ ἑαυτοῦ ἕκαστος· οἱ δὲ οὐκ ἐπείθοντο. μετὰ δὲ ταῦτα προσέβαλε σὺν τοῖς νεήλυσι, καὶ εἷλε τὴν πόλιν κατὰ κράτος καὶ ἐξηνδραποδίσατο, τούς τε ἄνδρας σύμπαντας διεχρήσατο.»

O Χαλκοκονδύλης ονομάζει το Sfetigrad Σφετία, απόσπασμα που ανατυπώθηκε (με πολλά λάθη στην ελληνική στίξη) από τον Radonić, Djuradj Kastriot Skenderbeg (1942), σελ. 220, από την έκδοση E. Darkò, τόμ. II (1923), σελ. 119-21.

Πρβλ. Raynaldus, Annales ecclesiastici ad ann. 1449, αριθ. 10, τόμ. XVIII (1694), σελ. 359-60, που ακολουθεί τον Barletius, Vita, 1η εκδ., Ρώμη, 1509, βιβλίο v, φύλλα lii-lxiv, εκδ. Ζάγκρεμπ, 1743, σελ. 115-42. Oι Ενετοί ενθάρρυναν τούς Τούρκους να επιδράμουν στην Αλβανία «για να καταστρέψουν αυτόν τον ύπουλο Σκεντέρμπεη» (ad ruinam illius Scandarbeghi perfidi) [από τις οδηγίες που εκδόθηκαν στις 27 Ιουνίου 1448 προς τον Αντρέα Βενιέρ, ο οποίος στελνόταν σε αποστολή «στα μέρη τής Αλβανίας» (ad partes Albanie), τής οποίας το κείμενο υπάρχει στο Sen. Secreta, Reg. 18, φύλλα 14-15 (16-17), δημοσιευμένο από τον Ljubić, Listine, IX, 269 και εξής και ανατυπωμένο από τον Radonić, ό. π., σελ. 10-13]. Πρβλ. Ljubić, ό. π., IX, 274-76, 282-85, 289-90. Υπάρχει συνοπτική περιγραφή των γεγονότων στον Giuseppe Capra, «Skanderbeg nel quadro della politica pontificia», Bollettino della Badia greca di Grottaferrata, XXII (1968), 71-84.

[←77]

Gelcich και Thallóczy, Diplomatarium, αριθ. 284, σελ. 473 με ημερομηνία 13 Αυγούστου 1450, ανατυπωμένο στο Radonić, Djuradj Kastriot Skenderbeg, σελ. 19-20. Αν η φρουρά διατηρούσε το θάρρος και την πίστη της, η Κρόια, όπως πίστευαν, θα μπορούσε να κρατηθεί εναντίον των Τούρκων. Πρβλ. Gelcich και Thallóczy, Dipl., αριθ. 286, σελ. 485 και Radonić, Acta et diplomata, I, αριθ. 234, σελ. 525 (βλέπε πιο κάτω, σημείωση 81). Πρβλ. Angiolello, Hist. turchesca, επιμ. Ursu (1909), σελ. 16.

Πρβλ. και Χαλκοκονδύλη, βιβλίο vii, CSHB, Βόννη, σελ. 354:

«Εισέβαλε [στην Αλβανία] και προχώρησε κατευθείαν στην Κρόια, ενώ τα στρατεύματά του επέδραμαν τώρα στην περιοχή που είχε αφήσει ανέγγιχτη την πρώτη φορά. Έβαζαν φωτιές καθώς προχωρούσαν και έκαιγαν τα πάντα στον δρόμο τους. Τα στρατεύματα τού Μουράτ επέδραμαν μέχρι τον ποταμό […]. Αλλά δεν μπόρεσαν να λεηλατήσουν τη γη κατά μήκος τού ποταμού, επειδή ήταν εντελώς αδιάβατη για τούς ιππείς-επιδρομείς τού σουλτάνου. Οι Αλβανοί έβαλαν τις γυναίκες και τα παιδιά τους για ασφάλεια σε ενετικά οχυρά και οι ίδιοι συγκεντρώθηκαν στο βουνό πάνω από την Κρόια, την πόλη τους. Βγάζοντας τις γυναίκες και τα παιδιά τους, τα έβαλαν στις πόλεις των Ενετών, αφήνοντας τούς άνδρες να υπερασπιστούν την πόλη και να φρουρούν τα τείχη, ενώ επέλεξαν από αυτούς εθελοντές για να αναλάβουν τον αγώνα. Ο Μουράτ ετοίμασε τα κανόνια του και κύκλωσε την πόλη με σκοπό να την καταστρέψει. Αυτός και οι γενίτσαροι περίμεναν έξω, μπροστά από την πόλη. Όταν ολοκληρώθηκαν όλες οι προετοιμασίες του, βομβάρδισε τα τείχη με κανόνια και έριξε μεγάλο τμήμα τους. Αλλά ο Σκεντέρμπεης άναψε φωτιές από το βουνό, ειδοποιώντας εκείνους στην πόλη ότι, όταν υπήρχε ανάγκη, θα βρισκόταν εκεί για να τούς βοηθήσει. Επιτέθηκε σε μερικούς άνδρες τού σουλτάνου που ανέβηκαν στο βουνό και πολέμησε εναντίον τους, κάνοντας αξιόλογα πράγματα. Όταν ο σουλτάνος κατεδάφισε μεγάλο μέρος των τειχών, έβαλε ολόκληρο τον στρατό του στη μάχη. Οι γενίτσαροι προσπάθησαν να καταλάβουν την πόλη από το μέρος όπου τα τείχη είχαν καταρρεύσει. Αλλά δεν μπόρεσαν να υπερβούν εκείνους στην πόλη, που πολεμούσαν απελπισμένα.»

«…ἐπεὶ δὲ εἰσέβαλεν, ἐπορεύετο ἰθὺ ἐπὶ τὴν Κρούην, καὶ τήν τε χώραν, ὅση ὑπελείπετο τὴν ἀρχὴν αὐτῷ ἀσινής, ἐπέδραμέ τε αὐτοῦ τὰ στρατεύματα, καὶ ἐπέκαον πῦρ ἐνιέντες, ὅτῳ ἂν αὐτοῖς περιτύχοιεν. ἐπέδραμε δὲ καὶ ἄχρι τοῦ ποταμοῦ … τὰ στρατεύματα. τὴν δὲ ἐπέκεινα τοῦ ποταμοῦ χώραν οὐχ οἷά τε ἦν ληΐζεσθαι διὰ τὸ ἄβατον εἶναι πάντη τοῖς βασιλέως ἱπποδρόμοις. καὶ οὗτοι μέν, τάς τε γυναῖκας καὶ παῖδας ὑπεκθέμενοι ἐς τὰ ἐχυρὰ τῶν Οὐενετῶν, συνελέγοντο ἐς τὸ ὄρος τὸ ὑπὲρ τὴν Κρούην πόλιν αὐτῶν. ἐνταῦθα δὲ ὑπεξαγαγὼν τὰς γυναῖκας καὶ τὰ παιδία κατέθετο ἐς τὰς τῶν Οὐενετῶν πόλεις, τοὺς δὲ ἄνδρας κατέλιπεν ἐν τῇ πόλει ἀμυνουμένους καὶ τὰ τείχη φυλάξοντας, καὶ τούτους ἐπιλεξάμενος τοὺς ἐθέλοντας αὐτοὺς ὑποστῆναι τὸν ἀγῶνα. Ἀμουράτης μὲν οὖν τούς τε τηλεβόλους παρεσκευάζετο καθεζόμενος ὡς τὸ τεῖχος καθαιρήσων, καὶ παραμένων ἅμα σὺν τοῖς νεήλυσιν ἐς τὴν πόλιν· ἐπεὶ δὲ αὐτῷ τὰ πάντα παρεσκεύαστο, ἔτυπτε τὸ τεῖχος τηλεβόλοις καὶ κατέβαλε μέρος πολύ. Σκενδέρης δὲ ἀπὸ τοῦ ὄρους πυρά τε ἔκαυσεν, ἐπιδεικνύμενος τοῖς ἐν τῇ πόλει, καὶ ἐπειδὰν χρεία ᾖ, παρεσόμενος καὶ αὐτὸς ἐπιβοηθήσων, καί τινων τῶν τοῦ βασιλέως ἀναβάντων ἐπὶ τὸ ὄρος προσέβαλέ τε καὶ ἐμάχετο, ἔργα ἀποδεικνύμενος ἄξια λόγου. ἐπεὶ δὲ τῷ βασιλεῖ ἤδη ἱκανῶς κατεβέβλητο τὸ τεῖχος, ἐς μάχην καθῆστο πανστρατιᾷ, καὶ ἐπειρῶντο οἱ νεήλυδες ἑλεῖν ταύτῃ, ᾗ ἔκειτο τὸ τεῖχος ἐπὶ γῆς· οὐ μέντοι ὑπερεβάλοντο τοὺς ἐν τῇ πόλει, παρ’ ἐλπίδα ἀγωνισαμένους.»

Έχοντας κάνει την ειρήνη του με τούς Ενετούς, ο Σκεντέρμπεης επιδίωκε τη βοήθειά τους εναντίον των Τούρκων την άνοιξη τού 1449, προσφέροντας να πληρώνει στη Δημοκρατία ετήσιο ενοίκιο (census) 6.000 δουκάτων, τα οποία ήταν υποχρεωμένος να πληρώνει στην Πύλη, αλλά η επιφυλακτική Γερουσία αρνήθηκε «να τον αποσπάσει από την προσκόλληση στον Τούρκο» [Ljubić, Listine, IX, 302 και Radonić, Djuradj Kastriot Skenderbeg, σελ. 18-19, έγγραφο τής 21ης Απριλίου 1419 από τα Senato Mar, Reg. 3, φύλλο 111 (112)].

[←78]

Gelcich και Thallóczy, Dipl., αριθ. 284, σελ. 473-74, με ημερομηνία 15 Αυγούστου 1450, Radonić, Djuradj Kastriot Skenderbeg, σελ. 19-20. O Barletius γράφει ότι ο σουλτάνος είχε φτιάξει δέκα κανόνια, τέσσερα από τα οποία μποορούσαν να εκτοξεύουν πέτρες βάρους μεγαλύτερου των 600 λιμπρών [Vita, 1η εκδ., Ρώμη, 1509, βιβλίο vi, φύλλο lxxii, εκδ. Ζάγκρεμπ, 1743, σελ. 16162].

[←79]

Για την παραλαβή από τούς Τούρκους αλευριού και φρέσκου ψωμιού από τον «κόμη» τού Σκουτάρι, Ενετό αξιωματούχο, βλέπε Sime Ljubić, Commissiones et relationes venetae, I (Ζάγκρεμπ, 1876), αριθ. I, σελ. 4 (στο Monumenta spectantia historiam slavorum meridionalium, τόμ. VI), ανατυπ. στο Radonić, Djuradj Kastriot Skenderbeg, αριθ. 35, σελ. 20. O Iorga, Notes et extraits, III, 260-61, σημείωση, παίρνει αποσπάσματα από τον Stefano Magno, Annali veneti. Υπήρχε πάντα κάποιος σημαντικός όγκος εμπορίου με τούς μουσουλμάνους, ιδιαίτερα τούς Αιγύπτιους. Tο εμπόριο με τούς Τούρκους ήταν επίσης αναπόφευκτο στο στρατιωτικό λαθρεμπόριο καθώς και σε τρόφιμα και είδη πολυτελείας. Αν και ο Σκεντέρμπεης ήταν μέχρι αργά εχθρικός προς τη Βενετία, ως αποτέλεσμα τού πολέμου στον οποίο βρισκόταν με τη Δημοκρατία για την επικράτεια τής Ντάνια (Danja), φαινόταν να υπάρχει τώρα ειρήνη μεταξύ εκείνου και των Ενετών, οι οποίοι τού είχαν υποσχεθεί ετήσια σύνταξη 1.400 δουκάτων ως αντάλλαγμα για την από μέρους του παράδοση τής Ντάνια σε αυτούς [Ljubić, Listine, IX. 282-83, Radonić, ό. π., σελ. 15-16, Pax cum magnigico Scanderbego et aliis dominis Albanie, με ημερομηνία 4 Οκτωβρίου 1448]. Με την Κρόια υπό πολιορκία, φαινόταν ως πολύ ακατάλληλη πολιτική για τούς Ενετούς στο Σκουτάρι να εφοδιάζουν με τρόφιμα τούς Τούρκους. Αναμφίβολα πληρώνονταν καλά γι’ αυτό. Σύμφωνα με τον Barletius, Vita, 1η εκδ., Ρώμη, 1509, βιβλίο vi, φύλλο lxxvii, εκδ. Ζάγκρεμπ, 1743, σελ. 175,

«…μεγάλο πλήθος εμπόρων από τις πλησιέστερες ενετικές πόλεις με σιτηρά, κρασί, λάδι και κάθε είδους τρόφιμα συνέρρεαν καθημερινά στα [τουρκικά] κάστρα».

(…multitudo ingens mercatorum ex proximis Venetorum oppidis cum annona, vino, oleo, et omnis generis cibariis in castra quotidie confluebat)

Περιστασιακά χορηγούνταν παπικές άδειες για εμπόριο με τούς άπιστους (ιδιαίτερα για τρόφιμα) όπως όταν στις 8 Μαΐου 1451 ο πάπας Nικόλαος Ε’ χορηγούσε σε δύο εμπόρους από τη Βαρκελώνη την άδεια να εμπορεύονται σε λιμάνια Σαρακηνών, αλλά εξαιρούσε όπλα, σίδερο, ξυλεία και παρόμοια υλικά από τα επιτρεπόμενα προς εμπόριο αντικείμενα [Arch. Segr. Vaticano, Reg. Vat. 396. φύλλο 248]. Βέβαια ο εφοδιασμός των Τούρκων με αλεύρι και φρέσκο ψωμί ενώ αυτοί πολιορκούσαν την Κρόια το 1450 είναι πολύ διαφορετική υπόθεση, αλλά μπορούμε παρ’ όλα αυτά να σημειώσουμε εδώ, ότι λίγα χρόνια αργότερα, στις 26 Φεβρουαρίου 1455, ο βασιλιάς Αλφόνσο Ε’ τής Πορτογαλίας πήρε παπική άδεια να εμπορεύεται τρόφιμα και άλλα είδη με τούς Σαρακηνούς, με τη συνήθη απαγόρευση σε «σιδηρικά, οικοδομική ξυλεία, σχοινιά, πλοία ή ορισμένα είδη πανοπλίας» (ferramenta, lignamina, funes, naves seu aliquarum armaturarum genera), Reg. Vat. 440, φύλλα 22-23. Πολλές χορηγήσεις τέτοιων αδειών έχουν δημοσιευθεί, π.χ. Iorga, Notes et extraits, IV, μέρος 1, αριθ. 19, σελ. 38-40, επιβεβαίωση από τον Νικόλαο Ε’ στις 10 Μαΐου 1447 μιας τέτοιας παραχώρησης που είχε γίνει από τον Μαρτίνο Ε’ στους Γενουάτες «για μέχρι εκατό χρόνια» (usque ad centum annos).

[←80]

Sen. Mar, Reg. 4, φύλλο 22. Iorga, Notes et extraits. III, 260, έγγραφο με ημερομηνία 23 Νοεμβρίου 1450:

«Κύριο Αγκοστίνο Ρενέριο, επόπτη τής Ντάνια: Λάβαμε την επιστολή σας με ημερομηνία 14 Οκτωβρίου και από αυτήν κατανοήσαμε, ότι σάς είπε ο Σκεντέρμπεης μέσω κάποιου ηγουμένου, ότι είναι περίπου πρόθυμος να μάς δώσει την πόλη τής Κρόιας και ότι αν δεν τη δεχθούμε θα χρειαστεί να την παραδώσει στα χέρια των Τούρκων κλπ. Ως εκ τούτου απαντώντας, θέλουμε εμείς και το συμβούλιό μας των κλητών [δηλαδή η Γερουσία] να δώσουμε εντολή, αν επιστρέψει σε εσάς για το ζήτημα αυτό ή ο προαναφερθείς ηγούμενος ή οποιοσδήποτε άλλος εξ ονόματος τού Σκεντέρμπεη, να τού πείτε, ότι οτιδήποτε έχει πει σε εσάς έχει γίνει κατανοητό και ότι από την εμπειρία θα μπορούσε να έχει καταλάβει πόσο ειλικρινά έχουμε αγαπήσει αυτόν τον Σκεντέρμπεη και ότι για να διατηρήσουμε το δικό του αγαπητό κράτος είμαστε έτοιμοι να στείλουμε απεσταλμένο ενώπιον τού αυτοκράτορα των Τούρκων, για να υπάρξει συμφωνία με την εξοχότητά του και να κάνουμε τα πάντα λόγω τής αγάπης μας για τον πατέρα του και το κράτος του και πιστευουμε ότι είναι σκόπιμη η διατήρησή τού και ότι όταν αισθανθήκαμε ότι ο Τούρκος δεν πέτυχε στην πολιορκία τής Κρόιας και την ήρε, βρεθήκαμε σε πολύ ευχάριστη θέση, γιατί δεν αμφιβάλλαμε ότι ο Σκεντέρμπεης θα ανακτούσε την κυριαρχία του και, κατά συνέπεια, δεν πρέπει να αποτύχει η καλή αρμονία και η σύνθεση των διαφορών με τον εν λόγω άρχοντα των Τούρκων.

(Ser Αugustino de Renerio, provisori Dagni: Recepimus literas vestras datas die XIIII Octobris et per eas intelleximus quid vobis dici fecit Scandarbegus per ilium abbatem de volendo dare nobis civitatem Croye quodque nisi eam acceptemus, necesse erit quod ipsam det in manibus Turchi, etc., volumus igitur et vobis cum nostro consilio Rogatorum respondentes mandamus quatenus si ad vos redierit vel suprascriptus abbas vel alius nomine predicti Scandarbegi pro tali materia sibi dicere debeatis quod quecunque vobis dici fecit intelleximus et sicut per experientiam potuit intellexisse sincere amavimus ipsum Scandarbegum et status sui conservationem caram habuimus paratique eramus mittere ad presentiam Imperatoris Turchorum pro concordando eum cum sua Excellentia et omnia facere pro paterna nostra affectione que statui suo et conservationi eius expedientia esse credebamus quodque quando sensimus Turchum ab obsidione Croye re infecta se levasse plurimum letati sumus, quia non dubitabamus ipsum Scandarbegum dominium suum recuperaturum esse, debere et per consequens sibi non debere deficere aliquam bonam concordiam et compositionem cum predicto domino Turchorum.

Αλλά για την προσφορά που μάς κάνει για τον τόπο τής Κρόιας, για την οποία τον ευχαριστούμε πολύ, λέμε ότι στην πραγματικότητα για το εν λόγω ζήτημα, για το οποίο ποτέ δεν είχαμε καμία διάθεση ή πρόθεση, είναι πολύ ευχάριστο για εμάς κάθε άνθρωπος να κατέχει και να διαθέτει τα πράγματά του, τα οποία εμείς ποτέ δεν είχαμε επιδιώξει, αλλά αυτά που διαθέτουμε είναι για έμάς περισσότερα από αρκετά. Και τον ενθαρρύνουμε να πράξει γενναία και να διατηρήσει αυτή την πόλη, όπως έκανε μέχρι τώρα, γιατί ολοι μας θα είμαστε πολύ ικανοποιημένοι και θα ακούμε με ευτυχισμένη ψυχή για την καλή επιτυχία τού κράτους του και όλων των υποθέσεών του.

Ad oblationem vero quam nobis facit de loco Croye, ei plurimum regratiamur et dicimus quod re vera ad huiusmodi rem nunquam ullam inclinationem sive intentionem habuimus nobisque gratius est quod ipse eam teneat et possideat quam nos qui nunquam res alienas desideravimus, sed nobis nostra satis superque sunt. Et eum hortamur ad viriliter agendum et manutenendum civitatem illam sicut hucusque fecit, quoniam nos omnes eius statum et bonum rerum suarum successum iocundissime et leto animo audiemus.

Αλλά εσείς, επόπτη μας, σε καμία περίπτωση να μην παρεμβαίνετε σε αυτά που συμβαίνουν μεταξύ τού άρχοντα των Τούρκων και τού εν λόγω Σκεντέρμπεη, αλλά να κρατάτε ουδέτερη στάση, όπως έχετε κάνει μέχρι τώρα: υπέρ 90, κατά 7, λευκά 5».

Vos vero, provisor noster, in omnem eventum non impediatis de occurentibus inter dominum Turchum et predictum Scandarbegum, sed neutralis stetis sicut hucusque fecistis: de parte 90, de non 7, non sinceri 5).

Υπάρχει απρόσεκτη αντιγραφή αυτού τού κείμενου στον Valentini, Acta Albaniae veneta, XX (1974), αριθ. 5.634, σελ. 272-73.

Ήδη από τις 12 Σεπτεμβρίου (1450), όταν φαινόταν πιθανή η επανεγκαθίδρυση «ομόνοιας» μεταξύ Σκεντέρμπεη και Τούρκων, «επειδή ο εν λόγω αυτοκράτορας [των Τούρκων] δεν μπορούσε να πάρει την Κρόια» (quia dictus Impetator non posset habere Croyam)», οι Ενετοί ανησυχούσαν, ότι η ειρήνη έπρεπε μάλλον να γίνει «με την παρέμβαση τής Σινιορίας μας παρά με άλλο τρόπο» [Sen. Mar, Reg. 4. φύλλο 8].

[←81]

Gelcich και Thallóczy, Dipl., αριθ. 286, σελ. 485 και Radonić, Acta et diplomata, I, αριθ. 234, σελ. 525: Ο Ραγουσαίος πρεσβευτής, που στελνόταν στον πάπα Νικόλαο Ε’ στις 27 Φεβρουαρίου 1451, έπρεπε να πληροφορήσει την Αγιότητά του ότι

«… Όταν πέρασε αυτό το τελευταίο έτος [1450], ήρθε ο εν λόγω Τούρκος και ο γιος του εναντίον τού εν λόγω Σκεντέρμπεη και των συνδεδεμένων με αυτόν με ισχυρότατον στρατό και πολιορκητικές μηχανές και συμφώνησαν με τον εν λόγω Τούρκο αυτοί οι συνεργάτες τού Σκεντέρμπεη, να χάσει ο Σκεντέρμπεης όλη τη χώρα του, εκτός αν η πόλη τής Κρόιας, την οποία οι Τούρκοι δεν είχαν μπορέσει να κερδίσουν λόγω τής τραχύτητας των βουνών και τής οχυρότητας αυτού τού τόπου και τής πίστης των ανθρώπων που βρίσκονταν σε αυτήν και οι οποίοι δήλωσαν γενναία την απόφασή τους στον εν λόγω Τούρκο, ότι θα κατέστρεφαν την εν λόγω πόλη τής Κρόιας. Κι έτσι απομακρύνθηκαν κι έφευγαν από τα μέρη τής Αλβανίας, χωρίς να είναι βέβαιο αν μπορούσε ο εν λόγω Σκεντέρμπεης, είτε λόγω τής εξέγερσης των υπηκόων του, είτε λόγω τής συμφωνίας που είχαν κάνει οι δικοί του συνεργάτες με τον εν λόγω Τούρκο, να κρατήσει και να διατηρήσει την εν λόγω πόλη τής Κρόιας και να ανακτήσει τη χώρα του, κυρίως επειδή δεν είχε ανθρώπους για την υποστήριξη τής φρούρησης και τής υπεράσπισης, τοποθετημένους από τον ίδιο στην εν λόγω πόλη. Κι έτσι έφυγε ο Σκεντέρμπεης από το σπίτι του και πήγε στην εν λόγω πόλη τής Ραγούσας, με επιστολές από την αγιότητά σας, με τις οποίες η Αγιότητά σας ικέτευε για τη διάσωση τού καθεστώτος αυτής τής πόλης, δίνοντας και βοηθώντας τον εν λόγω Σκεντέρμπεη».

(… a questo anno proxime passato (1450), siando venuto el dicto Turcho et el suo fiolo sopra el dicto Schanderbegh et soi colligati cum potentissimi exerciti et aparati de guerra, et siando accordati col detto Turcho li detti colligati de Schandarbegh, habiando esso Schandarbegh perso tutto lo suo paese, salvo che la città de Cruya, la qual esso Turcho non potè vincere per l’asperità de monti et fortezza del dicto luogo et per la fidelità delle persone che erano in essa, che se portono virilmente, se deliberò el dicto Turcho levarse dalla dicta citade de Cruya. E cosi, siando levato et partito dalle parte d’Αlbania, dubitandose esso Schandarbegh, si per la rebellion delli soi subditi, si per l’accordio delli soi colligati fatto col detto Turcho, non poter tegnir et conservar la dicta citade de Cruya et rehaver el suo paese, maxime perche non haveva con che substentar le guardie et diffese, poste per lui in la detta cittàde, se parti esso Schandarbegh da casa sua et venne ala detta città de Ragusa cum lettere della vostra sanctitade, per le qual essa sanctitade exhortava el rezimento della detta cittàde ad aiutar et subvenir el detto Schandarbegh)

Tο κείμενο έχει ξανατυπωθεί από τον Radonić, Djuradj Kastriot Skenderbeg, σελ. 21. Tα έγγραφα τής Ραγούσας παρέχονται επίσης σε συνόψεις (Regestes) από τον B. Krekić, Dubrovnik (Raguse) et le Levant, Παρίσι και Χάγη, 1961, όπου το συγκεκριμένο είναι το υπ’ αριθ. 1209, σελ. 370.

Ο πάπας είχε μόλις χορηγήσει πλήρη άφεση αμαρτιών για το ιωβηλαίο στους Ραγουσαίους, οι οποίοι (εκπληρώνοντας τούς πνευματικούς όρους) έπρεπε να διαθέσουν στους Ιππότες τής Ρόδου το ένα τρίτο των χρημάτων που θα δαπανούσαν για την απαιτούμενη παραμονή δύο εβδομάδων στη Ρώμη, προκειμένου να επισκεφθούν τις τέσσερις κύριες εκκλησίες τουλάχιστον μια φορά καθημερινά [Arch. Segr. Vaticano, Reg. Vat. 392, φύλλα 98-103, ιδιαίτερα φύλλα 98-99, με ημερομηνία 6 Νοεμβρίου 1450]. Δεδομένου ότι το προνόμιο κάλυπτε τούς Ραγουσαίους που κατοικούσαν σε ολόκληρη την Ανατολική Μεσόγειο, τα ποσά ήσαν ενδεχομένως μεγάλα. Σκοπός τής πρεσβείας τής Ραγούσας προς τον Νικόλαο Ε’ επρόκειτο να είναι η ανάκληση τής χορηγίας προς τούς Ιππότες και η χρησιμοποίησή της για την υπεράσπιση τής ίδιας τής Ραγούσας, αλλά προσφερόταν στον πάπα το ένα τέταρτο τού εν λόγω ποσού. Για το ζήτημα αυτό ο πρεσβευτής έπρεπε να ενημερώσει τον πάπα για τις πολλαπλές δαπάνες που ήταν υποχρεώμένη η Ραγούσα να αναλάβει εναντίον των Τούρκων (επιδοτήσεις προς Ουγγαρία, επιχορήγηση Σκεντέρμπεη, φροντίδα για τις δικές τους οχυρώσεις, κλπ.).

Για την επιτυχία τού Σκεντέρμπεη εναντίον τού Μουράτ Β΄ πρβλ. επίσης Χαλκοκονδύλη, βιβλίο vii, CSHB, Βόννη, σελ. 351, 35355, ο οποίος νομίζει ότι η πολιορκία τής Κρόιας το 1450 προηγήθηκε τής δεύτερης μάχης τού Κοσσυφοπέδιου το 1448:

«Ο Μουράτ ετοίμασε τα κανόνια του και κύκλωσε την πόλη με σκοπό να την καταστρέψει. Αυτός και οι γενίτσαροι το περίμεναν έξω, μπροστά από την πόλη. Όταν ολοκληρώθηκαν όλες οι προετοιμασίες του, βομβάρδισε τα τείχη με κανόνια και έριξε μεγάλο τμήμα τους. Αλλά ο Σκεντέρμπεης άναψε φωτιές από το βουνό, ειδοποιώντας εκείνους στην πόλη ότι, όταν υπήρχε ανάγκη, θα βρισκόταν εκεί για να τούς βοηθήσει. Επιτέθηκε σε μερικούς άνδρες τού σουλτάνου που ανέβηκαν στο βουνό και πολέμησε εναντίον τους, κάνοντας αξιόλογα πράγματα. Όταν ο σουλτάνος κατεδάφισε μεγάλο μέρος των τειχών, έβαλε ολόκληρο τον στρατό του στη μάχη. Οι γενίτσαροι προσπάθησαν να καταλάβουν την πόλη από το μέρος όπου τα τείχη είχαν καταρρεύσει. Αλλά δεν μπόρεσαν να υπερβούν εκείνους στην πόλη, που πολεμούσαν απελπισμένα. Στη συνέχεια αποφάσισε να λιμοκτονήσει την πόλη και να κάνει μια δεύτερη, πιο άγρια επίθεση, όταν έφτασε μήνυμα από τον Τζούρατζ, τον ηγεμόνα των Σέρβων, ότι ο Γιάνος είχε συγκεντρώσει τούς Ούγγρους, διέσχιζε τον Δούναβη και, παίρνοντάς τον μαζί του, θα πορευόταν εναντίον τού Μουράτ.»

«…Ἀμουράτης μὲν οὖν τούς τε τηλεβόλους παρεσκευάζετο καθεζόμενος ὡς τὸ τεῖχος καθαιρήσων, καὶ παραμένων ἅμα σὺν τοῖς νεήλυσιν ἐς τὴν πόλιν· ἐπεὶ δὲ αὐτῷ τὰ πάντα παρεσκεύαστο, ἔτυπτε τὸ τεῖχος τηλεβόλοις καὶ κατέβαλε μέρος πολύ. Σκενδέρης δὲ ἀπὸ τοῦ ὄρους πυρά τε ἔκαυσεν, ἐπιδεικνύμενος τοῖς ἐν τῇ πόλει, καὶ ἐπειδὰν χρεία ᾖ, παρεσόμενος καὶ αὐτὸς ἐπιβοηθήσων, καί τινων τῶν τοῦ βασιλέως ἀναβάντων ἐπὶ τὸ ὄρος προσέβαλέ τε καὶ ἐμάχετο, ἔργα ἀποδεικνύμενος ἄξια λόγου. ἐπεὶ δὲ τῷ βασιλεῖ ἤδη ἱκανῶς κατεβέβλητο τὸ τεῖχος, ἐς μάχην καθῆστο πανστρατιᾷ, καὶ ἐπειρῶντο οἱ νεήλυδες ἑλεῖν ταύτῃ, ᾗ ἔκειτο τὸ τεῖχος ἐπὶ γῆς· οὐ μέντοι ὑπερεβάλοντο τοὺς ἐν τῇ πόλει, παρ’ ἐλπίδα ἀγωνισαμένους. Ἐνταῦθα ὡς ἐπενόει λιμῷ ἐκπολιορκήσειν, καὶ αὖθις τὸ δεύτερον προσβαλὼν κατὰ τὸ καρτερόν, ἀφικνεῖται ἀγγελίη παρὰ Γεωργίου τοῦ Τριβαλλῶν ἡγεμόνος ὡς Ἰωάννης συναθροίσας τοὺς Παίονας τόν τε Ἴστρον διαβαίνει καὶ συμπαραλαβὼν στρατεύοιτο ἐπ’ αὐτόν…»

Πρβλ Barletius, Vita, 1η εκδ., Ρώμη, 1509, βιβλίο vi, φύλλα lxxxii-lxxxiv, εκδ. Ζάγκρεμπ, 1743, σελ. 161-91, όπου ο θάνατος τού Μουράτ τοποθετείται λανθασμένα κατά τη διάρκεια τής πολιορκίας τής Κρόιας: «τότε πέθανε στην Κρόια ο διάσημος Μουράτ, όπως παλαιότερα ο Πύρρος είχε υποκύψει στον θάνατο στο Άργος!» (Croia morte Amurathis tunc nobilior quam Argos olim Pyrrhi morte reddita!) [ό. π., φύλλο lxxxiv, σελ. 191].

O Raynaldus, Annales ecclesiastici ad ann. 1450, αριθ. 15, τόμ. XVIII (1694), σελ. 370-71 ακολουθεί τον Barletius. Βλέπε επίσης K. Hopf, «Griechenland im Mittelalter» στο J. S. Ersch και J. G. Gruber (επιμ.). Allgemeine Encyklopadie, τόμ. 86 (ανατυπ. II), σελ. 125, F. S. Noli, Geo. Castrioti Scanderbeg, Νέα Υόρκη, 1947, σελ. 42-44, 199-200, παράξενο αλλά χρήσιμο βιβλίο, Babinger, Maometto, σελ. 105-6 και ιδιαίτερα Pall, «Marino Barlezio» στο Mélanges d’ histoire generale, επιμ. Const. Marinescu, II (Βουκουρέστι, 1938), 208-9, όπου έχουν συγκεντρωθεί οι περισσότερες σχετικές πηγές για την πεντάμηνη πολιορκία τής Κρόιας το 1450. Δυστυχώς ο Athanase Gegaj, L’ Albanie et l’ invasion turque au XV siecle, Λουβαίν και Παρίσι, 1937, σελ. 77-80, δεν είχε ανακαλύψει ότι ο «Aνώνυμος τού Αντίβαρι» ήταν εφεύρεση τού Biemmi, όπως ούτε και ο Noli ακόμη και το 1947.

[←82]

Francesco Cerone, «La Politica orientale di Alfonso di Aragona» στο Arch. stor. per le province napoletane, XXVIII (1903), 171-81 και πρβλ. Radonić, Djuradj Kastriot Skenderbeg, αριθ. 37-38, σελ. 22-24. Πέρα από τον ισχυρισμό τού Αλφόνσο Ε’ για επικυριαρχία επί τού Σκεντέρμπεη και τού πεθερού τού τελευταίου, τού Γεωργίου Αριανίτι Τόπια Γκόλεμ Κομνίνοβιτς, τον οποίο έχουμε ήδη σημειώσει ως έναν από τούς πιο σημαντικούς από όλους τούς Αλβανούς οπλαρχηγούς [βλέπε πιο πάνω, σημείωση 26], o Αλφόνσο αναγνώρισε επίσης ως υποτελείς την οικογένεια Ντουκάτζιν, τον Σίμον Ζενέβισι και μερικούς από τούς υπήκοους τού Σίμον το 1454-1455 [Const. Marinesco, «Alphonse V, roi d’ Aragon et de Naples, et l’ Albanie de Scenderbeg», Mélanges de l’ Ecole roumaine en France, Παρίσι, 1923, ιδιαίτερα σελ. 48-53, 83-84, 88 και εξής και πρβλ. σελ. 112-13]. Για την οικογένεια των Αριανίτι, πέρα από τη μονογραφία τού F. Babinger, Das Ende der Arianiten, Μόναχο, 1960, σημειώστε τον γενεαλογικό πίνακα στον Hopf, Chron. gréco-romanes (1873), σελ. 535. Στις 13 Απριλίου 1451 ο πάπας Nικόλαος Ε’ χορήγησε στον Σκεντέρμπεη με ειδική βούλλα την πλήρη άφεση αμαρτιών τού ιωβηλαίου έτους, τιμωντας τις ηρωϊκές του υπηρεσίες προς τη Χριστιανοσύνη και παίρνοντας υπόψη τις ανάγκες τής Αλβανίας [Arch. Segr. Vaticano, Reg. Vat. 397, φύλλα 4-6 και πρβλ. Radonić, ό. π., σελ. 24-25].

[←83]

V. V. Makušev, στο Monumenta historica slavorum meridionalium, II (Βελιγράδι, 1882), σελ. 121, ανατυπ. από Radonić, Djuradj Kastriot Skenderbeg, σελ. 120, έγγραφο γραμμένο στην Κρόια στις 31 Οκτωβρίου 1460.

Η επιστολή γράφτηκε προς τον πρίγκηπα Τζιοβάννι τού Τάραντα, σε απάντηση επιστολής την οποία είχε πάρει από αυτόν ο Σκεντέρμπεης με ημερομηνία 10 Oκτωβρίου [Makušev, II, 118-20, ανατυπ. από Radonić, ό. π., σελ. 119-20] και με την οποία διαμαρτυρόταν για τη βοήθεια που πρόσφερε ο Σκεντέρμπεης στον βασιλιά Φερράντε στον πόλεμο Αραγώνων-Ανδεγαυών (1459-1464) για τον θρόνο τής Νάπολης. Πρβλ. Pastor, Hist. Popes, III (5η εκδ., Λονδίνο, 1949), 74-75, 120-23, 338 και Gesch. d. Päpste, II (ανατυπ. 1955), 60. 95-97, 262.

O Σκεντέρμπεης λέει ότι θα σταθεί στο πλευρό τού Φερράντε, ο οποίος τελικά θα νικήσει, αφού οι υποθέσεις του, «αυτές σήμερα τού Οίκου τής Αραγωνίας και τής Μεγαλειότητάς σας» (la quale hogi è de Casa de Aragona et de Soa Maestà) είναι πολύ λιγότερο θλιβερές από εκείνες τού ίδιου τού Σκεντέρμπεη, όταν το 1450 οι Τούρκοι πολιορκούσαν την Κρόια [Makušev, ό. π., II, 122]. Η διαμαρτυρία τού πρίγκηπα Τζιοβάννι απευθυνόταν εναντίον τής αποστολής από τον Σκεντέρμπεη αλβανικής δύναμης ιπικού στη νότια Ιταλία τον Σεπτέμβριο τού 1460, για το οποίο βλέπε πιο κάτω, Κεφάλαιο 8, περιοχή σημ. 1-8.

[←84]

Δούκας, κεφ. 33, CSHB, Βόννη, σελ. 228:

«Ο θάνατος τού Μουράτ δεν υπήρξε αποτέλεσμα πολλαπλών ασθενειών ούτε ήταν οδυνηρός. Υπέφερε λιγότερο από τον πατέρα του, επειδή ο Θεός, υποθέτω, έκρινε τον άνδρα σύμφωνα με τις καλές πράξεις που έκανε για το κοινό, και τη συμπάθεια που εξέφραζε για τούς άπορους, όχι μόνο για εκείνους τού δικού του έθνους και τής ασεβούς πίστης, αλλά και για τούς χριστιανούς. Τις ένορκες συνθήκες που συνήπτε, τις διατηρούσε απαραβίαστες και ανέπαφες μέχρι το τέλος. Αν ορισμένοι χριστιανοἰ κατέφευγαν στην παράβαση των συνθηκών και στην παραβίαση των όρκων, δεν ξέφευγαν από το αλάνθαστο μάτι τού Θεού. Τιμωρούνταν δίκαια από τον ίδιο τον εκδικητή. Ο θυμός τού Μουράτ δεν ήταν άκρατος. Ύστερα από νίκη, ο βάρβαρος δεν καταδίωκε ούτε διψούσε για την πλήρη καταστροφή τού οποιουδήποτε έθνους, αλλά μόλις οι ηττημένοι ζητούσαν με πρέσβεις ειρήνη, δεχόταν και ο ίδιος πρόθυμα τούς πρέσβεις και τούς άφηνε να φύγουν ειρηνικά, μισώντας τον πόλεμο και αγαπώντας την ειρήνη. Και ο πατέρας τής ειρήνης επιφύλαξε με τη σειρά του για τον βάρβαρο έναν ειρηνικό θάνατο και όχι από σπαθί.»

«…ὁ θάνατος οὖν τοῦ Μωρὰτ οὐκ ἦν πολυνοσωδέστατος οὔτ’ ἀχθηφόρος, ἀλλὰ καὶ παρά τοῦ πατρός αὐτοῦ ἀτιμωρητότερος καὶ παθῶν καὶ νόσων ἐλευθερώτερος, οἶμαι θεοῦ κρίνοντος κατά τὴν τοῦ ἀνδρός πρὸς τὸ κοινόν εὔνοιαν καὶ τὴν συμπαθεστάτην πρὸς τοὺς πένητας διάθεσιν· οὐ μόνον γὰρ ἐν τοῖς αὐτοῦ κατά γένος καὶ κατ’ ἀσέβειαν ἀλλὰ καὶ τοῖς Χριστιανοῖς, ἅς ἐνόρκους συνθήκας ἔπραττεν, ταύτας εἰς τέλος ἀσινεῖς καὶ ἀθολώτους ἐφυλαττεν· εἰ γὰρ καὶ παρασπονδάς τῶν Χριστιανῶν τινες καὶ παραβάσεις τῶν ὅρκων μεταχειρισθέντες τὸν ἀλάθητον τοῦ θεοῦ ὀφθαλμόν οὐκ ἔλαθον καὶ τὴν δίκην δικαίως τιμωρηθέντες παρ’ αὐτοῦ τοῦ ἐκδικητοῦ, οὐκ εἰς μακράν τὰ τῆς μήνης ἐξετείνοντο πλέθρα, ἀλλ’ εὐθὺς μετά τὴν νίκην οὐ κατεδίωκεν ὁ βάρβαρος, οὐκ εἰς τέλος τὸν ἀφανισμόν ἐδίψα τοῦ τυχόντος ἔθνους· ἀλλ’ ἅμα οἱ ἡττηθέντες πρεσβεῦσιν τὰ τῆς εἰρήνης ἐσκέψαντο, καὶ αὐτὸς προθύμως ἐδέχετο καὶ τοὺς πρέσβεις μετ’ εἰρήνης ἀπέλυε, μισῶν τὰς μάχας, ἀγαπῶν τὴν εἰρήνην· καὶ ὁ πατήρ τῆς εἰρήνης ἀντεμέτρησε τὴν τελευτήν τοῦ βαρβάρου ἐν εἰρήνῃ, καὶ οὐκ ἦν μάχαιρα.»

Χαλκοκονδύλης, βιβλίο vii, CSHB, Βόννη, σελ. 375:

«Ενώ συνέβαιναν αυτά τα πράγματα, ο Μουράτ, ο γιος τού Μεχμέτ, πέθανε σε ένα συμπόσιο από αποπληξία που προκλήθηκε από το κρασί. Είχε βασιλεύσει τριανταδύο χρόνια. Άφησε ως σουλτάνο τον γιο τού Μεχμέτ, ενώ είχε κι άλλον γιο από τη σύζυγό του, την κόρη τού Ισφεντιγιάρ. Ήταν δίκαιος άνδρας και ευνοήθηκε από την τύχη. Πολεμούσε αμυνόμενος και δεν ξεκινούσε επιθετικές ενέργειες, αλλά θα βάδιζε αμέσως εναντίον εκείνου που θα τις ξεκινούσε. Αν δεν τον προκαλούσαν σε πόλεμο, δεν ήταν πρόθυμος να εκστρατεύει. Όμως, δεν τον απέφευγε, όταν ερχόταν. Αμυνόμενος για να εκδικηθεί, θα ξεκινούσε χειμώνα και με τις χειρότερες συνθήκες, χωρίς να λαμβάνει υπόψη κόπο ή κίνδυνο.»

«Ἐν ᾧ δὴ ταῦτα ἐγένετο, Ἀμουράτης ὁ Μεχμέτεω παῖς τελευτᾷ ἐν συμποσίῳ, ὑπὸ οἴνου γενόμενος ἀπόπληκτος. ἐβασίλευε δὲ ἔτη δύο καὶ τριάκοντα. κατέλιπε δὲ βασιλέα Μεχμέτην τὸν παῖδα αὐτοῦ, καὶ παῖδα ἕτερον ἐκ τῆς γυναικὸς αὐτοῦ, τῆς Σπενδέρεω θυγατρός, ἀνὴρ ἐπιεικής τε γενόμενος καὶ τὴν τύχην οὐκ ἀδόκιμος. ἀμυνόμενος δὲ ἐπολέμει, οὐχ ὑπάρχων ἀδικίας, ἀλλ’ ἐς τὸν ὑπάρξαντα αὐτίκα ἐπιὼν ἐστρατεύετο, καὶ ὁπότε μή τις αὐτὸν προὐκαλεῖτο ἐπὶ πόλεμον, οὐ πάνυ τι προὐθυμεῖτο στρατεύεσθαι, οὐκ ἐς τοῦτο ὄκνου ἥκων, ἀλλ’ ἀμυνόμενος μὲν ἐδικαίου καὶ χειμῶνος καὶ ἐς τὰ χαλεπώτατα προϊέναι καὶ μηδένα ὑπολογίζεσθαι μήτε πόνον μήτε αὖ κίνδυνον.»

Πρβλ. Sanudo, Vite de duchi στο RISS, XXII (1733), στήλη 1I37E, Babinger, Maometto, σελ. 107-8 και Jos. von Hammer-Purgstall, Geschichte des osmanischen Reiches, I (ανατυπ. Graz, 1963), 489 και εξής.

[←85]

Arch. di Stato di Venezia, Senato Mar, Reg. 4, φύλλο 3.

[←86]

Sen. Mar, Reg. 4, φύλλο 67 (68).

[←87]

Πρβλ., K. M. Setton, Catalan Domination of Αthens, 1311-1388, αναθ. εκδ., Λονδίνο, 1975, σελ. 209-10 και Los Catalanes en Grecia, Βαρκελώνη, 1975, σελ. 181-83, 195-96.

[←88]

Sen. Mar, Reg. 4, φύλλο 128 (129), έγγραφο με ημερομηνία 10 Ιουνίου 1452. Για τον τίτλο «δεσπότης» βλέπε την κριτική τού Lucien Stiernon για το άρθρο τού Božidar Ferjančić, «Despoti u Vizantiji i južnoslovenskim Zemljana (Δεσπότες στο Bυζάντιο και στα εδάφη των Νοτίων Σλάβων)», Belgrade, 1960 στο Revue des études byzantines, XXI (1963), 291-96.

[←89]

C. M. de Witte, «Une Ambassade ethiopienne a Rome en 1450», Orientalia Christiana periodica, XXII (1956), 286-98, ενώ για το θέμα αυτό σημειώστε Lucas P. Desager, «Lettre inedite du patriarche copte Jean XI au pape Nicolas V (1450)» στο Mélanges Eugene Tisserant, II (1964), 41-53 (Studi e testi, αριθ. 232).

[←90]

Iorga, Notes et extraits, I, 243-44, 268, 272 και εξής, 304, 464, 476-77 και III, 68, 132, 216-18, 234-36, 245-47, 259, Wm. Miller, Trebizond, Λονδίνο, 1926, σελ. 77-80, 91-94, Nicolas Banescu, «Le conflit entre Genes et l’ empire de Trebizonde a la veille de la conquete turque (1418-1449)», Studi bizantini e neoellenici, V (1939), 4-10 (Atti del V Congresso internazionale di studi bizantini (Ρώμη, 1936).

[←91]

Δούκας, κεφ. 37, CSHB, Βόννη, σελ. 264:

«Θα ήταν καλύτερα να δούμε το τουρμπάνι των Τούρκων να βασιλεύει στο κέντρο τής πόλης παρά τη λατινική τιάρα».

«…κρειττότερόν ἐστιν εἰδέναι ἐν μέσῃ τῇ πόλει φακιόλιον βασιλεῦον Τούρκων ἤ καλύπτραν λατινικήν.»

Η παραδοσιακή ερμηνεία αυτού τού αποσπάσματος είναι παραπλανητική. Πρβλ. H. Evert-Kappesowa, «La Tiare ou le turban.» Byzantinoslavica, XIV (1953), 245-57: «Je prefererais voir régner dans cette ville le turban du Sultan à la tiare du Pape» [στο ίδιο, σελ. 245]. Η υποτιθέμενη δήλωση Νοταρά σημαίνει όμως ότι «προτιμούσε να δει κάποιον που φορούσε τουρμπάνι να κυριαρχεί στην Κωνσταντινούπολη, παρά κάποιον που φορούσε δυτικό καπέλλο». Η χρήση τής λέξης «τιάρα» συνεπάγεται αντι-παπικό αίσθημα, το οποίο ο Νοταράς αναμφίβολα ένιωθε, αλλά το οποίο ο Δούκας δεν αποδίδει ειδικά σε αυτόν. Είναι μάλλον απίθανο να έκανε ο Νοταράς τέτοια δήλωση, παρά το γεγονός ότι αυτή πιθανώς αντιπροσωπεύει την άποψη κάποιων από την ανθενωτική παράταξη στην πρωτεύουσα.

[←92]

Raynaldus, Annales ecclesiastici ad ann. 1449, αριθ. 10, τόμ. XVIII (1691), σελ. 359. Στις 2 Οκτωβρίου 1457 ο Κάλλιστος Γ΄ επρόκειτο να διορίσει τον Δομινικανό Σίμον από τον Χάνδακα ως «ιεροεξεταστή τής αιρετικής διαφθοράς στην επαρχία τής Ελλάδας» (inquisitor heretice pravitatis in provincia Grecie), Reg. Vat. 449, φύλλα 163-164.

[←93]

Τον Νικόλαο Ε’ χώριζαν από την εποχή τού Φώτιου έξι σχεδόν αιώνες και η δική του ερμηνεία τού σχίσματος τού Φώτιου αποτελούσε απλούστευση τής ιστορίας, που επικρατούσε στη Δύση από τα τέλη τού 11ου αιώνα. Κατά τη διάρκεια των μεταγενέστερων ετών τής παπικής του θητείας ο Nικόλαος Α’ (858-867) αρνήθηκε να αναγνωρίσει την εκθρόνιση από τον αυτοκράτορα τού πατριάρχη Κωνσταντινούπολης Ιγνάτιου και την εκλογή τού Φώτιου ως διαδόχου του τον Νοέμβριο και Δεκέμβριο τού 858 [βλέπε J. B. Bury, History of the Eastern Roman Empire, Λονδίνο, 1912, κεφ. vi, ιδιαίτερα σελ. 19299]. Στη συνέχεια, σε αντιστροφή πολιτικής τύχης, ο Φώτιος καταδικάστηκε στην 4η (προ-Iγνάτεια) Σύνοδο Κωνσταντινουπόλεως (869-870), τα διατάγματα τής οποίας απέρριψε αργότερα ο πάπας Ιωάννης Η’ (880), όταν Ρώμη και Κωνσταντινούπολη επανασυμφιλιώθηκαν ύστερα από τη δεύτερη άνοδο τού Φώτιου στον πατριαρχικό θρόνο. Προς το τέλος όμως τού 11ου αιώνα, η αντι-Φώτεια σύνοδος τού 869-870 αναγνωρίστηκε στη Δύση ως οικουμενική, σε μεγάλο βαθμό τυχαία, επειδή ορισμένοι από τούς κανόνες της, που καταδίκαζαν τη σιμωνία και τη λαϊκή παρέμβαση στις εκκλησιαστικές υποθέσεις, ήσαν πολύ χρήσιμοι για τούς Γρηγοριανούς μεταρρυθμιστές και τώρα πια υπήρχε ανανέωση τού σχίσματος μεταξύ Ρώμης και Κωνσταντινούπολης (μάλιστα από το 1009). Αφότου η σύνοδος τού 869-870 αναγνωρίστηκε από τη Ρώμη ως 8η Οικουμενική Σύνοδος, αναπτύχθηκε ο δυτικός «μύθος» τού δεύτερου Φωτείου σχίσματος [σύμφωνα με τον Fr. Francis Dvornik, The Photian Schism, Καίμπριτζ, l948, passim, ιδιαίτερα σελ. 309-49], αλλά ο Φώτιος φαίνεται ότι παρέμενε σε κοινωνία με τη Ρώμη σε όλη τη διάρκεια τής δεύτερης πατριαρχικής του θητείας.

[←94]

Raynaldus, Annales ecclesiastici ad ann. 1451, αριθ. 1-2, τόμ. XVIII (1694), σελ. 375-76, όπου η επιστολή έχει ημερομηνία 11 Oκτωβρίου (1451). Hofmann, Epistolae pontificiae, III (1946), αριθ. 304, σελ. 130 και εξής, που χρονολογεί την επιστολή στις 27 Σεπτεμβρίου και παρέχει την ελληνική εκδοχή από τον Σπ. Π. Λάμπρο, Παλαιολόγεια και Πελοποννησιακά, IV (Αθήνα, 1930), 49-63, όπου έχει ημερομηνία (σελ. 63) «πέντε μέρες πριν από τις καλένδες Οκτωβρίου» (27 Σεπτεμβρίου). Για το ιστορικό βλέπε Gill, The Council of Florence (1959). σελ. 377-80 και σημειώστε Pastor, Hist. Popes, II, 248-51. και Gesch. d. Päpste, I (ανατυπ. 1955), 601-3, ο οποίος συμφωνεί με την απάντηση τού πάπα. Πρβλ. τη μεταγενέστερη, μετά την πτώση τής Κωνσταντινούπολης, ανάμνηση τού Νικόλαου Ε’ για τη (σποραδική) βοήθεια προς τον αυτοκράτορα, όπως παρέχεται από τον Manetti στην ονομαζόμενη «διαθήκη» τού πάπα [Vita Nich. V, στο στο RISS, II1-2, στήλη 953].

Δούκας, κεφ. 36, CSHB, Βόννη, σελ. 252-53:

«Ο αυτοκράτορας είχε ήδη στείλει μήνυμα στη Ρώμη, ότι σε αντάλλαγμα για βοήθεια, αυτός και οι υπήκοοί του θα συμμορφώνονταν με τη συμφωνία και την ένωση που είχε γίνει στη Φλωρεντία. Επιπλέον, ο πάπας θα μνημονευόταν στη Μεγάλη Εκκλησία και ο πατριάρχης Γρηγόριος θα επέστρεφε στον θρόνο του. Καλούσε τον πάπα να στείλει λεγάτους για να ειρηνεύσει την άσπονδη έχθρα που είχε προκληθεί από το σχίσμα. Ο πάπας έστειλε τον Ισίδωρο, καρδινάλιο Πολωνίας και πρώην αρχιεπίσκοπο Ρωσίας, έναν λογικό και συνετό άνθρωπο, μορφωμένο στο ορθόδοξο δόγμα, Ρωμιό στην καταγωγή, σεβάσμιο πατέρα και έναν από εκείνους που ήσαν παρόντες στη Σύνοδο, όπως προαναφέρθηκε. Φτάνοντας στο νησί τής Χίου με μεγάλο γενουάτικο πλοίο, παρέμεινε εκεί μερικές ημέρες, μέχρι να πραγματοποιήσουν οι έμποροι τού πλοίου τις συναλλαγές του, δώσουν τις απαραίτητες προμήθειες και παραλάβουν νέο φορτίο, περιμένοντας και δεύτερο πλοίο, που επρόκειτο να ταξιδέψει μαζί τους μέχρι τον Καφφά. Ο καρδινάλιος, που είχε μαζί του πενήντα περίπου Ιταλούς, προσέλαβε με πληρωμή πολλούς άλλους Λατίνους από τη Χίο. Όταν φάνηκε το πλοίο που περίμεναν, βγήκαν από τη Χίο και ταξίδευαν για την Κωνσταντινούπολη, όπου έφτασαν τον Νοέμβριο τού έτους 6961 [1452]

«…ὁ βασιλεὺς ἦν στείλας ἐν Ῥώμῃ προλαβών αἰτῶν βοήθειαν, καὶ ὅπως συντεθῶσιν τῇ ὁμονοίᾳ καὶ ἑνώσει τῇ γεγονυίᾳ ἐν Φλωρεντίᾳ, καὶ λάβῃ τὸ μνημόσυνον ὁ πάπας ἐν τῇ μεγάλῃ ἐκκλησίᾳ καὶ ὁ πατριάρχης Γρηγόριος ἐπανελεύσεται ἐν τῷ θρόνῳ αυτοῦ· καὶ μετεκαλεῖτό τινας ἀφικέσθαι τῶν τοῦ πάπα, ὅπως εἰρηνεύσει τὴν ἄσπονδον ἔχθραν τοῦ σχίσματος. ἔστειλε δ’ ὁ πάπας τὸν καδδηνάλιον Πολωνίας, τὸν ποτε ἀρχιεπίσκοπον Ῥωσίας Ἰσίδωρον, ἄνδρα συνετόν καὶ σόφρονα καὶ πεπαιδευμένον ἐν δόγμασιν ὀρθοῖς, Ῥωμαῖον τὸ γένος, καὶ αὐτὸν ἕνα τῆς ἐν Φλωρεντίᾳ συνόδου ὑπάρχοντα πατέρα τίμιον, ὡς ό λόγος φθάσας ἐδήλωσε· καὶ ἐλθόντος ἐν τῇ νήσῳ Χίῳ μετά νηός μεγίστης τῶν Γενουιτῶν, ἐποίησεν ἡμέρας ἱκανάς, ἕως οὗ οἱ ἔμποροι τῆς νηός πραγματεύσονται καὶ δώσωσι τὰ χρειώδη καὶ λάβωσι τὰ ζητούμενα, ἀναμένοντες καὶ ἑτέραν ναῦν ἥτις ἔμελλε συμπλέειν ἄχρι Καφᾶ. ὁ καδδηνάλιος οὖν ἔχων μεθ’ αὑτοῦ τῶν Ἰταλῶν ἄχρι πεντήκοντα ἐρόγευσε καὶ ἑτέρους πλείστους ἐκ τῆς Χίου Λατίνους. καὶ δὴ φανεῖσα ἡ ἐκδεχομένη παρ’ αὐτῶν ναῦς, ἐξῆλθον ἐκ τῆς Χίου καὶ πρὸς Κωνσταντινούπολιν ἔπλευσαν, καταντἡσαντες ἐν αὐτῇ τὸν Νοέμβριον μῆνα τοῦ ,ςϡξα’ ἔτους.»

Ο Κριτόβουλος, De rebus gestis Mechemetis II, I, 39, επιμ. K. Müller, FHG, V-l (Παρίσι, 1870), 84a και επιμ. V. Grecu, Βουκουρέστι, 1963, σελ. 109, γράφει ότι ο πάπας σχεδίαζε να στείλει τριάντα πλοία:

Ενώ οι υποθέσεις βρίσκονταν σε αυτήν την κατάσταση, όχι περισσότερες από τρεις ή τέσσερις ημέρες αργότερα, τρία μεγάλα γαλιόνια εμφανίστηκαν στην ανοιχτή θάλασσα πλέοντας μεγαλοπρεπώς. Τα είχε στείλει ο αρχιερέας τής Ρώμης [ο πάπας] από την Ιταλία, φέρνοντας τρόφιμα και βοήθεια στην Πόλη. Γιατί είχε ήδη μάθει για τις μάχες και την πολιορκία που πλησίαζε την Πόλη, οπότε τα είχε στείλει ως βοήθεια, μέχρι να εξοπλίσει και τον υπόλοιπο στόλο του. Ετοιμαζόταν να στείλει από την Ιταλία τριάντα γαλέρες και γαλιόνια ύστερα από αυτά, ως βοήθεια προς τούς Ρωμαίους και τον αυτοκράτορα Κωνσταντίνο, αλλά αυτά καθυστέρησαν.

«Ἐν τούτοις δ’ ὄντων αὐτῶν, οὕπω τριῶν ἤ τεττάρων παρελθουσῶν ἡμερῶν, ἀναφαίνονται τρεῖς τῶν μεγάλων ὁλκάδων ἐν τῷ πελάγει μετέωροι πλέουσαι, ἅς ἐξ Ἰταλίας ἔπεμψεν ὁ τῆς ‘Ρώμης ἀρχιερεύς, ἐπισιτισμόν ἐχούσας καὶ βοήθειαν τῇ πόλει· ἤδη γὰρ ἦν μεμαθηκώς τὸν τε πόλεμον καὶ τὴν ὅσον οὗ ταύτης ἐσομένην πολιορκίαν, καὶ προαπέστειλεν αὐτὰς βοηθούς, ἕως ἄν καὶ τὸν ἄλλον ἐξαρτίσηται στόλον· παρεσκεύαζε γὰρ ἐς Ἰταλίας τριάκοντα καὶ ὁλκάδας κατόπιν τούτων βοηθούς ἀποστεῖλαι Ῥωμαίοις καὶ βασιλεῖ Κωνσταντίνῳ, αἵ καὶ ὑστέρησαν.»

Σύμφωνα με τον Κριτόβουλο, ό. π., ο Νικόλαος έστειλε τρεις γαλέρες [βλέπε πιο κάτω, σελ. 117-18], οι οποίες έφτασαν στην Κωνσταντινούπολη στις 20 Απριλίου και πέρασαν ηρωϊκά μέσα από τον τουρκικό αποκλεισμό [για τις πηγές βλέπε Müller, ό. π., σημείωση]. Στο Reg. Vat. 393, φύλλα 124-125, βρίσκω κτηματική επιφύλαξη προς την εκκλησία τής Κορώνης, προς όφελος τού εντεκάχρονου Ενετού Αντόνιο Αντρέα Βενιέρ, γραμμένη στη Ρώμη στις 29 Απριλίου 1450, που δεν αποτελούσε τον τρόπο φροντίδας για τη Λατινική Εκκλησία στην Ελλάδα και πρβλ. φύλλα 125-127.

[←95]

Raynaldus, Annales ecclesiastici ad ann. 1449, αριθ. 15. τόμ. XVIII (1694), σελ. 362-63.

[←96]

Pastor, Hist. Popes, II, 74-104, αρκετά αναθεωρημένο στο Gesch. d. Päpste, I (ανατυπ. 1955). 433-62. Για τη φυγή τού Νικόλαου Ε’ από τη Ρώμη, βλέπε το τελευταίο πιο πάνω έργο [I, 445] και πρβλ. την αγγλική έκδοση [II, 86-88]. Σημειώστε το Αnn. Forolivienses ad ann. 1450 στο RISS, XXII (Μιλάνο, 1733), στήλη 223E. Για το ιωβηλαίο, πρβλ. Raynaldus, Annales ecclesiastici ad ann. 1450, αριθ. 1 και εξής, τόμ. XVIII (1694), σελ. 363 και εξής.

[←97]

Raynaldus, Annales ecclesiastici ad ann. 1450. αριθ. 6, τόμ. XVIII (1694), σελ. 365-66, βούλλα με ημερομηνία 12 Απριλίου. Pastor, Hist. Popes, II, 244 και Gesch. d. Päpste, Ι (ανατυπ. 1955), 597-98. Οι Ούγγροι μπορούσαν να κερδίσουν την άφεση αμαρτιών με τριήμερη επίσκεψη στον καθεδρικό ναό τού Γκροσσβαρντάιν (Grosswardein, ουγγρικά Ναγκυβάραντ, ρουμανικά Οράντεα, πρβλ. πιο κάτω, Κεφάλαιο 5, σημείωση 44) καθώς και σε κάποιες άλλες προκαθορισμένες εκκλησίες και συνεισφέροντας το μισό τού ποσού που θα χρειαζόταν για το ταξίδι στη Ρώμη και την παραμονή εκεί για δεκαπέντε μέρες. Δεν υπάρχει αναφορά στη βούλλα ότι τα ποσά που θα πλήρωναν οι πιστοί με αυτόν τον τρόπο στην Ουγγαρία θα χρησιμοποιούνταν για τη σταυροφορία.

Η βούλλα περιλαμβάνεται σε ένα από τα πολλά μητρώα ευθύνης Πιέτρο ντα Νοτσέτο (Petrus de Noxeto), ο οποίος ήταν «ευγενές και αξιόλογο πρόσωπο» (nobilis et notabilis persona) στην εποχή του [βλέπε Sen. Secreta, Reg. 19, φύλλα 92, 94, έγγραφα με ημερομηνία 10 και 12 Νοεμβρίου 1451] O Πιέτρο ντα Νοτσέτο ήταν γραμματέας των Νικόλαου Ε’ και Κάλλιστου Γ΄ και καλός φίλος και τού Αινεία Σύλβιου, με τον οποίον αλληλογραφούσε. Στις 14 Νοεμβρίου 1451 χορηγήθηκε στον Πιέτρο, «παπικό γραμματέα και πολίτη τής Βενετίας», συστατική επιστολή (από τον δόγη Φραντσέσκο Φόσκαρι), που χορηγούσε σε αυτόν και στον αδελφό του Τζάκοπο το δικαίωμα να αγοράζουν ενετικά κρατικά ομόλογα και να είναι κάτοχοι περιουσίας στη Βενετία [R. Predelli (επιμ.), Regesti dei Commemoriali, V (1901), βιβλίο χιv, αριθ. 210, σελ. 66]. Ο Πιέτρο ζούσε στο παλάτι τού Βατικανού τον Δεκέμβριο τού 1453 [Eugène Müntz, Les Arts a la cour des papes pendant le XVe et le XVIe siècle, 3 τόμοι. Παρίσι, 1878-82, I, 131].

Για την εν λόγω βούλλα βλέπε το Arch. Segr. Vaticano, Reg. Vat. 391, φύλλα 252-254: «Άφεση αμαρτιών για τούς ευγενείς και ιεράρχες τού ουγγρικού βασιλείου…» (Indulgentia pro nobilibus et prelatis Regni Hungarici…) [στο περιθώριο τού φύλλου 252:] «…εκ μέρους … τού ευγενούς Ιωάννη Χούνιαντι, κυβερνήτη και πολιτικού εκπροσώπου…» (… pro parte … nobilis viri Johannis de Hunniad, gubernatoris ac rectoris…) [φύλλο 253]. Ειδική βούλλα με ημερομηνία 12 Απριλίου 1450 στάλθηκε για να τιμήσει τον Χούνιαντι και να επεκτείνει σε αυτόν και την οικογένειά του «πλήρη άφεση όλων των αμαρτιών τους» (omnium peccatorum suorum remissio plenaria) υπό τις ίδιες συνθήκες, όπως και εκείνες που σημειώθηκαν πιο πάνω [στο ίδιο, φύλλο 249]. (Η αρίθμηση στα folios αυτού τού μητρώου είναι κάπως μπερδεμένη, λόγω των αλλαγών που έχουν γίνει σε διάφορα σημεία.) Tα μητρώα τού Νικολάου Ε’ περιλαμβάνουν αριθμό τέτοιων ειδικών επιστολών αφεσης αμαρτιών για το ιωβηλαίο. Πρβλ. εκείνες προς τον βασιλιά Κάζιμιρ Δ’ τής Πολωνίας στο Reg. Vat. 393, φύλλα 17-18, γραμμένη στη Ρώμη στις 7 Δεκεμβρίου 1450, προς τη βασίλισσα Μαργαρίτα τής Αγγλίας (στο ίδιο, φύλλα 122-123), γραμμένη στην Ασσίζη στις 5 Οκτωβρίου 1450 και προς τον δούκα Φίλιππο τής Βουργουνδίας (στο ίδιο, φύλλα 360-361), γραμμένη στη Ρώμη στις 1 Φεβρουαρίου 1451, «anno, etc., MCCCCL, Kal. Februarii, (pontificatus nostri) anno quarto».

[←98]

Πρβλ. Francesco Pagnotti, «La Vita di Niccolò V scritta da Giannozzo Manetti», Archivio della R. Società romana di storia patria, XIV (1891), 411-36.

[←99]

Pastor, Hist. Popes, II, 218-39 και παράρτημα, αριθ. 12-16, σελ. 507-19 και Gesch. d. Päpste, I (ανατυπ. 1955), 274-91 και παράρτημα, αριθ. 43-49, σελ. 832-40. Για τη στέψη τού Φρειδερίκου Γ΄ βλέπε Franz Wasner, «Tor der Geschichte: Beiträge zum päpstlichen Zeremonienwesen im 15. Jahrhundert», Archivum historiae pontificiae, VI (1968), 142-53, με το κείμενο (τού παπικού χρονικογράφου τελετών) που περιγράφει το γεγονός και τη σταδιοδρομία τού Φρειδερίκου. Alphons Lhotsky, «Kaiser Friedrich III.: Sein Leben und seine Persönlichkeit» στο βιβλίο του Aufsäftze und Vortrage, II (1971), 119-63, που αναφέρθηκε πιο πάνω στο Κεφάλαιο 2, σημείωση 56.

error: Content is protected !!
Scroll to Top