Σημειώσεις Κεφαλαίου 7
- [←1]
-
Σύμφωνα με τον Κριτόβουλο, τα στρατεύματα τής Ανατολίας έμειναν μπροστά στην Κόρινθο υπό τον μεγάλο βεζύρη Μαχμούτ Πασά, τον οποίο θα συναντούμε συχνά στις επόμενες σελίδες [De rebus gestis Mechemetis II, 3-4, επιμ. K. Müller, Fragmenta historicorum Graecorum (FHG), ΙV-l (Παρίσι, 1870), σελ. 122a, επιμ. V. Grecu, Critobul din Imbros: Din domnia lui Mahomed al II-lea, Βουκουρέστι, 1963, σελ. 219, 221, 223]:
Αν και ο σουλτάνος έκανε συχνές και βίαιες επιθέσεις εναντίον του, απωθήθηκε. Έτσι, αφού συνειδητοποίησε ότι δεν μπορούσε να καταλάβει την πόλη είτε με ένοπλες επιθέσεις είτε με πυρκαγιά ή με οποιονδήποτε άλλο τρόπο, εκτός από την πείνα και την παρατεταμένη πολιορκία, έκρινε σκόπιμο να μην καθυστερεί τα άλλα του ζητήματα τόσο πολύ, ούτε να χάνει τον χρόνο του άσκοπα. Αντ’ αυτού, αφήνοντας εκεί τον μισό του στρατό κάτω από τον Μαχμούτ, για να πολιορκεί και να φρουρεί την πόλη για να μην επιτρέψει στους μέσα να βγουν ή στους έξω να μπουν, ο ίδιος πήρε τα υπόλοιπα στρατεύματά του και έφυγε εναντίον των υπόλοιπων τόπων.
«Ἐπεὶ οὖν οὔτε ἐκ προσβολῆς βίᾳ τοῖς ὅπλοις, οὔτε μηχαναῖς οὔτε ἄλλῳ τῷ τρόπῳ τοιούτῳ ὁ βασιλεὺς αἱρήσειν τὴν πόλιν ἐνόμισεν, ἀλλ’ ἤ μόνον λιμῷ καὶ πολιορκίᾳ μακρᾷ, οὐκέτι πρὸς τὰ λοιπὰ διαμέλλειν ἐγνώκει δεῖν οὐδ’ εἰκῇ τὸν καιρὸν ἀναλίσκειν, ἀλλὰ τὸ μὲν ἥμισυ τῆς στρατιᾶς ξὺν Μαχουμούτει καταλιπὼν αὐτοῦ, ὥστε πολιορκεῖν καὶ φυλάσσειν τὴν πόλιν, τοῦ μὴ τι τῶν ἔνδον ἐξάγειν ή τῶν ἔξωθεν ἐσκομίζεσθαι, αὐτὸς τὴν λοιπὴν ἀναλαβὼν ἐχώρει πρὸς τὰ λοιπὰ.»
Ο Wm. Miller, Latins in the Levant, Λονδίνο, 1908, σελ. 432 έχει αναμφίβολα ακολουθήσει τον Κριτόβουλο, χωρίς να να έχει προσέξει ότι ο Μαχμούτ πρέπει τότε να βρισκόταν στη Σερβία.
Πρβλ. Χαλκοκονδύλη, βιβλίο IX, εκδ. CSHB, Βόννη, σελ. 443 και εξής. επιμ. K. Darkò, 11-2 (Βουδαπέστη, 1927), σελ. 202 και εξής]:
«Επίσης τον Μαχμούτ, τον γιο τού Μιχαήλ, άρχοντα τής Πύλης και ταυτόχρονα στρατηγό τής Ευρώπης, τον έστειλε στον Δούναβη. Αν ανακάλυπτε ότι οι Ούγγροι προσπαθούσαν να ανακατέψουν τα πράγματα εκεί, έπρεπε να εμποδίσει την προέλασή τους και να τούς εμποδίσει να επιτεθούν στην επικράτειά του και να προκαλέσουν βλάβη. Έτσι ο Μαχμούτ πήρε τον στρατό τής Ευρώπης, ογδόντα περίπου χιλιάδες άνδρες, και βάδιζε προς τούς Σέρβους που κατοικούν στα εδάφη δίπλα στον Δούναβη.»
«…καὶ Μαχμούτην μὲν τὸν Μιχαήλου παῖδα, ἡγεμόνα τε ἅμα τῶν θυρῶν καὶ στρατηγὸν τῆς Εὐρώπης, ἔπεμψεν ἐπὶ τὸν Ἴστρον, ὡς ἄν, εἴ τι νεώτερον ἀπὸ Παιόνων καταλαμβάνῃ, ὑποσταίη τε ἀντιωσόμενος καὶ διακωλύῃ τούτους τὴν χώραν βλάπτειν τὴν ἑαυτοῦ ἐπιόντας. οὗτος μὲν παραλαβὼν τὸ τῆς Εὐρώπης στράτευμα, ἐς ὀκτὼ μυριάδας, ἤλαυνεν ἐπὶ Τριβαλλοὺς τοὺς παρὰ τὸν Ἴστρον χώραν νεμομένους.»
Πρβλ. και Γεώργιο Σφραντζή, Χρονικόν στην Patrologia Graeca, τόμ. 156, στήλη 1065C. επιμ. Grecu, Geo. Sphrantzes … στο anexa Pseudo-Phrantzes, Βουκουρέστι, 1966, σελ. 108:
Τον Νοέμβριο τού 6966 [1457] πέθανε ο δεσπότης Λάζαρος [Μπράνκοβιτς]. Ο σουλτάνος έστειλε τον μπεηλερμπέη τού Μαχμούτ, για να πάρει το Σμεντέρεβο και όλη τη Σερβία ειρηνικά, αν ήταν δυνατό, προτείνοντας να δώσει άλλο τόπο στη σύζυγο και τα παιδιά τού Λάζαρου. Ο Μαχμούτ δεν το κατάφρε τότε και κατέλαβε μόνο το Περιστέρι με προδοσία. Αργότερα κατέκτησε το Σμεντέρεβο και τις άλλες περιοχές, και έδωσε στη βασίλισσα ορισμένα κάστρα που κατείχε ο σουλτάνος στη Βοσνία.
«…Καὶ τῷ ξς’ ἔτει μηνὶ Νοεμβρίῳ καὶ αὐτὸς ὁ δεσπότης Λάζαρος ἀπέθανε· καὶ ὁ ἀμηρᾶς τὸν μπεϊλερμπεῒν αὐτοῦ Μεχεμέτην ἀπέστειλεν, ἵνα, εἰ δυνατόν, τὸ Σμεντόροβον καὶ πᾶσαν δὴ τὴν Σερβίαν μετ’ εἰρήνης λάβῃ καὶ ἄλλον ἀντ’ αὐτῶν τόπον δώσῃ τῇ γυναικὶ καὶ τοῖς τέκνοις αὐτοῦ δὴ τοῦ Λαζάρου, ὅπερ τότε μὲν οὐ κατώρθωσεν, ἀλλὰ μόνον τὸ Περιστέριν ἀπῆρε προδοσίᾳ, μετά τινα δὲ καιρὸν καὶ τὸ Σμεντόροβον καὶ τὸν ἄλλον τόπον καὶ ἔδωκε τὴν βασίλισσαν τάχα κάστρα τινά, ἅπερ ὁ ἀμηρᾶς εἰς τὴν Μπόσθαν εἶχε.»
Πρβλ. και Fr. Babinger, Maometto il Conquistatore, Τορίνο, 1957, σελ. 240-41.
Στις 3 Ιουνίου 1458 ο Ρομπέρτο ντι Σανσεβερίνο, έχοντας φτάσει στο Δυρράχιο στον δρόμο του προς την Ανατολή (σε προσκύνημα στην Παλαιστίνη), έγραφε στου δούκα τού Μιλάνου Φραντσέσκο Σφόρτσα,
«ότι ο Τούρκος έχει πάρει τον Μοριά…, και εκτιμώ ότι ο εν λόγω Τούρκος πρέπει να πάει στο πεδίο τού Νεγκροπόντε ή πραγματικά στην Κρόια εναντίον τού Σκεντέρμπεη, που απέχει από εδώ δέκα μίλια»
(che el Turcho ha havuto la Morea …, e stimase che dicto Turcho debia andare a canpo a Nigroponte o veramente a Croya contra de Scandarbeco longe de qui diece miglia)
[Francisc Pall, «I Rapporti italo-albanesi intorno alla meta del secolo XV», Archivio storico per le province napoletane, LXXXIII (3η σειρά, 1966), έγγραφο v, σελ. 162-64].
Υπήρχε κάποιος φόβος ότι ο Μωάμεθ θα χρησιμοποιούσε τις δυνάμεις του μετά τη μωραΐτικη εκστρατεία εναντίον τού ενετικού Νεγκροπόντε ή εναντίον τού Σκεντέρμπεη. ο οποίος λεγόταν ότι βρισκόταν «δέκα μίλια» από το Δυρράχιο.
- [←2]
-
Χαλκοκονδύλης, βιβλίο ix, CSHB, Βόννη, σελ. 445, γραμμή 15, επιμ. Darkò, 11-2, σελ. 204, γραμμή 22:
«Ύστερα από αυτό οι Τούρκοι έφτασαν στην πόλη Άκοβα. Και εδώ οι άνθρωποι τής πόλης τούς αντιστάθηκαν και δεν την εγκατέλειψαν. Οι γενίτσαροι προχώρησαν εναντίον τους, ανέβηκαν στα τείχη και την κατέλαβαν, υποδουλώνοντας κι αυτήν την πόλη».
«μετὰ δὲ ταῦτα ἀφικόμενοι ἐπὶ Ἀκωβὴν πόλιν, καὶ ταύτῃ ὑποστάντων τῶν ἐν τῇ πόλει καὶ οὐκ ἐκλιπόντων, ἐπελθόντες οἱ νεήλυδες ἐπέβησάν τε τοῦ τείχους καὶ εἷλον, ἑλόντες δὲ ἠνδραποδίσαντο καὶ ταύτην».
Σφραντζής, Χρονικόν, PG 156, 1065D, επιμ. Grecu, σελ. 108:
Στις 15 Μαΐου τού ίδιου έτους [1458] ο σουλτάνος ήρθε στον Μοριά και ο στρατός του ξεκίνησε τον αποκλεισμό τής Κορίνθου. Ο σουλτάνος εισέβαλε στις κεντρικές περιοχές και από όλα τα εκεί μέρη άλλα υποδούλωσε και άλλα πυρπόλησε και αφάνισε, ιδιαίτερα την Άκοβα, τον Αετό και τα Πενταχώρια .
«Μαΐῳ ιε’ τοῦ αὐτοῦ ἔτους ὁ ἀμηρᾶς εἰς τὸν Μορέαν ἦλθε καὶ εἰς τὴν Κόρινθον καταλύσας φωσάτον, εἶχε ταύτην ἀποκλεισμένην, αὐτὸς δὲ ἐλθὼν ἔπεσεν εἰς τὴν μέσην τοῦ τόπου· καὶ πάντα τὰ ἐκεῖσε, τὰ μὲν ἠχμαλώτευσε, τὰ δὲ κατέκαυσε καὶ ἠφάνισεν, ἐξαιρέτως δὲ τὴν Ἄκωβαν, τὸν Ἀετὸν καὶ Πενταχώρια.»
Πρβλ. Ψευδο-Σφραντζή, Chron. maius IV, 15, CSHB, Βόννη, σελ. 387, επιμ. Grecu, σελ. 526:
«Μαΐῳ δὲ ιε’ τοῦ αὐτοῦ ἔτους ὁ ἀμηρᾶς παραγέγονεν εἰς τὴν Πελοπόννησον, καὶ εἰς τὴν Κόρινθον καταλείψας στρατὸν περιεκύκλωσεν αὐτὴν πολιορκῶν˙ αὐτὸς δὲ ἐλθὼν ἐν τῷ μέσῳ τοῦ τόπου καὶ πάντα τὰ ἐκεῖσε τὰ μὲν ᾐχμαλώτευσε τὰ δὲ ἠφάνισε καὶ ἐνέπρησε, ἐξαιρέτως δὲ τὴν Ἄκωβαν, τὸν Ἀετὸν καὶ τὰ Πενταχωρία.»
Η Άκοβα (Ματάγριφον) ήταν μία από τις δώδεκα μεγάλες φράγκικες βαρωνίες, που χρονολογούνταν από την αρχική περίoδο τής κατάκτησης.
- [←3]
-
Το Mουχλί βρίσκεται μεταξύ Tρίπολης και Άργους. Σύμφωνα με το Libro de los fechos, επιμ. και μεταφρ. A. Morel-Fatio, Γενεύη, 1885, παρ. 485, σελ. 106, ιδρύθηκε για πρώτη φορά από τούς Έλληνες το 1296 ως φυλάκιο εναντίον των Φράγκων. Tο όνομα Mουχλί προερχόταν από εκείνο τού μοναστηριού που ιδρύθηκε το 1281 στην Κωνσταντινούπολη. Αναφέρεται στο χρυσόβουλλο τού 1314 τού Ανδρόνικου Β΄, καθώς και σε ιταλικές πηγές τού 1398. Το Moυχλί ήταν ακόμη βυζαντινό μεθοριακό φυλάκιο εναντίον των Φράγκων το 1417. Το 1458, κατά την κατάληψή του από τον Μωάμεθ Β΄ που περιγράφεται στο κείμενο, ο ζωγράφος Διγενής διέφυγε από τον πόλη στην Κρήτη. Κατά την πρώιμη τουρκική περίοδο το Mουχλί ήταν μετά την Κόρινθο το κύριο φρούριο στον Moριά, αλλά ερημώθηκε στις αρχές τού 18ου αιώνα. Υπάρχουν σήμερα πολλά διασκορπισμένα ερείπια στον χώρο, τα πιο σημαντικά από τα οποία είναι εκείνα μιας εκκλησίας αφιερωμένης στην Παναγία. Βλέπε E. Darkò, «Περί τῆς ἱστορίας και των μνημείων τοῦ Μουχλίου», Πρακτικά τῆς Ἀκαδημίας Ἀθηνῶν, VI (1931). 22-29. Όταν επισκέφθηκα τον τρουλλοειδή λόφο τού Μουχλίου (το 1960), τα χαμηλότερα τμήματά του καλλιεργούνταν, ενώ τα ψηλότερα ήσαν εγκαταλειμένα στις κατσίκες και στους ταξιδιώτες που ήθελαν να αναρριχηθούν.
- [←4]
-
Πρβλ. Χαλκοκονδύλη, βιβλίο viii, CSHB, Βόννη, σελ. 413, γραμμές 18-19, επιμ. Darkò, II-2, σελ. 176, γραμμές 6-8:
«Ξεκίνησαν εναντίον τού Ασάνη, ο οποίος είχε μεγάλη επιρροή στην Πελοπόννησο και την Κόρινθο και κυβερνούσε μεγάλο μέρος τής Πελοποννήσου».
«…καὶ ὥρμηντο μὲν ἐπὶ Ἀσάνην, μέγα δυνάμενόν τε ἐν Πελοποννήσῳ καὶ Κόρινθον καὶ μοῖραν οὐκ ἐλαχίστην τῆς Πελοποννήσου ἐπιτροπεύοντα…»
- [←5]
-
Η περιγραφή στο κείμενο επιδιώκει να πετύχει σύνθεση των ακόλουθων πηγών: Κριτόβουλος, III, 1, 3-9, επιμ. Müller, FHG, V-I, σελ. 120-26, επιμ. Grecu (1963), σελ. 215 και εξής. Χαλκοκονδύλης, βιβλία viιi, ix, CSHB, Βόννη, σελ. 414, 442-52 και εξής, επιμ. Darkò, II-2, 176, 202-11 και εξής. Σφραντζής, Χρονικόν, PG 156, 1065D-1066AB, επιμ. Grecu (1966), σελ. 108, 110. Ψευδο-Σφραντζής, IV, 15, CSHB, Βόννη, σελ. 387-88, επιμ. Grecu (1966), σελ. 526, 528. Δούκας, Hist. byzantina, κεφ. 45, CSHB, Βόννη, σελ. 339-40, επιμ. Grecu, Istoria turco-bizantina (1341-1462), Βουκουρέστι, 1958, σελ. 423, 425, 427. Chronicon breve ad ann. 1458, στην έκδοση CSHB, Βόννη τού Δούκα, σελ. 520-21. Ιωαννίκιος Καρτανός, Άνθος ad ann. 1457-1458, επιμ. Hopf, Chroniques gréco-romanes (1873, ανατυπ. 1966), σελ. 267-68 και Stefano Magno, Estratti degli Annali veneti, στο ίδιο, σελ. 200. Πρβλ. Hopf, «Griechenland im Mittelalter» στο Ersch και Gruber, Allgemeine Encyklopaedie, τόμ. 86 (1868), ανατυπ. τόμ. II (1960), σελ. 127, Wm. Miller, Latins in the Levant (1908), σελ. 431-35, D. A. Zakythinos, Le Despotat grec de Morée, 1 (Παρίσι, 1932, ανατυπ. Λονδίνο, 1975), 256-60, A. Bon, στο Corinth, ΙII-2 (1936), Am. Sch. Class. Stud. at Αthens, Καίμπριτζ, Μασσ., σελ. 143-45 και Babinger, Maometto, σελ. 242-47.
Ο Χαλκοκονδύλης γράφει ότι o Μωάμεθ Β΄ έθεσε τον τελικό φόρο υποτέλειας σε πεντακόσια δουκάτα (στατῆρας) μετά την πτώση τής Κορίνθου [III, 7, επιμ. Grecu, σελ. 231, γραμμή 1, επιμ. Darkò, IΧ-2, 210, γραμμές 14-15]:
Ενημερώστε τον ηγεμόνα σας ότι είμαι έτοιμος να συνάψω συνθήκη, υπό τον όρο ότι η γη πάνω στην οποία βαδίζει ο στρατός μου θα είναι δική μου και ότι θα πληρώνει σε αντάλλαγμα για τη διατήρηση τής υπόλοιπης γης, φόρο υποτέλειας πεντακόσιων στατήρων. Πείτε στον ηγεμόνα τού Αίγιου, τής Πάτρας και τής περιοχής τους ότι πρέπει να τα παραδώσει σε μένα. Διαφορετικά, θα με δουν να έρχομαι εναντίον τους».
«ἀπαγγείλατε τῷ ὑμετέρῳ ἡγεμόνι, ὡς σπονδὰς ποιεῖσθαι ἕτοιμός εἰμι, ἐφ’ ᾧ τὴν χώραν, ὅσην ὁ στρατὸς παρεξῄει, ἐμήν τε εἶναι, καὶ φόρον ἀπάγειν διὰ τὴν λοιπὴν χώραν πεντακοσίους στατῆρας, τῷ δὲ ἡγεμόνι, ἐφ’ ᾧ τό τε Αἴγιον καὶ Πάτρας καὶ τὴν περίοικον παραδιδόναι ἡμῖν. εἰ δὲ μή, αὐτίκα ἅμα ἐπιόντα με γινωσκόντων.»
Όμως το ποσό των 3.000 τού Κριτόβουλου φαίνεται πιο πιθανό:
…Η υπόλοιπη θα ανήκε όλη στους δεσπότες, που θα πλήρωναν στον σουλτάνο ετήσιο φόρο υποτέλειας τριών χιλιάδων χρυσών νομισμάτων…
«…τήν δὲ γε λοιπήν πᾶσαν εἶναι τῶν δυναστῶν δασμόν ἐτήσιον ἀποφερόντων τῷ βασιλεῖ νομίσματα τρισχίλια χρυσοῦ…»
Η πολιορκία τής Κορίνθου φαίνεται ότι κράτησε σχεδόν τρεις μήνες, από τις 15 Μαΐου 1458:
«Μαΐῳ ιε’ τοῦ αὐτοῦ ἔτους ὁ ἀμηρᾶς εἰς τὸν Μορέαν ἦλθε καὶ εἰς τὴν Κόρινθον καταλύσας φωσάτον, εἶχε ταύτην ἀποκλεισμένην»,
[Σφραντζής, Χρονικόν, PG 156, 1065CD, επιμ. Grecu, σελ. 108] μέχρι τις 6 Αυγούστου
«Τὸν Ἰούλιον τοῦ αὐτοῦ ἔτους καὶ ἀπ’ ἐκεῖ πάλιν ἐπιστρέψας ὁ ἀμηρᾶς ἦλθε καὶ ἔπεσεν εἰς τὴν Κόρινθον, ἣν δὴ καὶ δεδώκασι πρὸς αὐτὸν οἱ γενναῖοι ἄρχοντες ὁ Ἀσάνης Ματθαῖος καὶ ὁ Λουκάνης Νικηφόρος ἐν μηνὶ Αὐγούστῳ ς’»
[Χρονικόν, ό. π.].
Κατά τον Κριτόβουλο η πολιορκία είχε διάρκεια τέσσερις μήνες (τετράμηνον), αλλά μπορεί να μετρά συμπεριληπτικά, όπως οι αρχαίοι [III, 7, επιμ. Grecu, σελ. 229, γραμμή 4]:
Όσον αφορά τούς Κορινθίους, ύστερα από πολιορκία τεσσάρων μηνών, το σιτάρι τους είχε τελειώσει, καθώς και άλλες βασικές προμήθειες.
«…Κορινθίους δὲ τετράμηνον ἤδη πολιορκουμένους ὁ σῖτος ἐπελελοίπει καὶ τἆλλα τῶν ἀναγκαίων…»
Στις 4 Αυγούστου (1458) οι Ενετοί πήραν προφυλάξεις για την προστασία των πολιτών και υπηκόων τους στο εξωτερικό, γιατί
«με επιστολές που είχαμε από την Κέρκυρα και τη Μεθώνη, ο τουρκικός στρατός επιμένει στην επαρχία τού Μορέως, στην οποία καθημερινά επιτίθεται, καταλαμβάνει και καταστρέφει…»
(cum per litteras que habentur ex Corphoo et Mothono exercitus Turchorum persistat in provintia Amoree quam dietim oppugnant, occupant, et dissipant…)
[Arch. di Stato di Venezia, Sen. Mar, Reg. 6, φύλλο 80 (81)].
Η αποικιακή κυβέρνηση τής Κέρκυρας ενημερωνόταν ότι
«αν ίσως ο στρατός των Τούρκων, Θεός φυλάξοι, καταλάβει την επαρχία τού Μορέως και παραμείνει σε αυτήν, και αυτές οι επαρχίες και κατά συνέπεια το νησί μας τού Νεγκροπόντε και άλλοι δικοί μας τόποι στην Ανατολική Μεσόγειο βρεθούν σε άμεσο κίνδυνο, θα συγκεντρωθούν διοικητές μοίρας [ορισμένοι διοικητές γαλερών, για τούς οποίους πάρθηκε η απόφαση τής Γερουσίας στις 4 Αυγούστου] με κάθε δυνατή ταχύτητα, για να συναντήσουν τον διοικητή μας τού Κόλπου…»,
(quod si exercitus Turchorum forte, quod absit, occupasset provinciam Amoree aut in ea persisteret, unde illi provincie et per consequens insule nostre Nigropontis et ceteris locis nostris Levantis periculum imineret, … supracomiti se conferant cum omni possibili celeritate ad reperiendum capitaneum nostrum Culfi …)
ώστε να βοηθήσουν στην αντιμετώπιση τής έκτακτης ανάγκης αν ήταν αναγκαίο [στο ίδιο, φύλλο 81 (82) και πρβλ. φύλλο 83 (84) για τον Σκεντέρμπεη].
Τα χρόνια επιτυχίας τού Μωάμεθ Β΄ είχαν κάνει μεγάλη εντύπωση στους συγχρόνους του. Σημειώστε τον κατάλογο των κατακτήσεων αυτού τού «φρικτού, σκληρού, παράφρονα, απάνθρωπου και φαύλου άρχοντα Τούρκου» (Signore horribile, crudele, insano, gaino et vialigno Turcho), που συντάχθηκε το 1475 από τον Τζάκοπο ντε Προμοντόριο [πρβλ. πιο πάνω, Κεφ. 6, σημείωση 81] στον Franz Babinger, «Die Aufzeichnungen des Genuesen Iacopo de Protnontorio-de Campis uber den Osmanenstaat um 1475», Sitzungsber. d. Bayer. Akad. d. Wissen, Philos.-hist. Kl., 1956, Heft 8, σελ. 81 και εξής.
- [←6]
-
Σφραντζής, Χρονικόν, PG 156, 1066AB, επιμ. Grecu, σελ. 110:
Ο ίδιος απεσταλμένος πήγε επίσης στον δεσπότη κυρ Θωμά, που βρισκόταν στον Ποντικό, συνήψε ένορκη συνθήκη φιλίας, ανέλαβε τα κάστρα που δεν είχαν ήδη παραδοθεί και αναχώρησε.
«…Ὃς δὴ ἀποκρισιάρης καὶ εἰς τὸν δεσπότην κὺρ Θωμᾶν ἐλθών, εἰς τὸν Ποντικὸν εὑρισκόμενον, ὅρκους αὐτοῦ ἀπῆρεν ἀγάπης καὶ τὰ μὴ φθάσαντα δοθῆναι κάστρη εἰς τὸν αὐθέντην αὐτοῦ καὶ ἀπῆλθεν».
Ψευδο-Σφραντζής, IV, 16, CSHB, Βόννη, σελ. 388, επιμ. Grecu, σελ. 528:
Τον Οκτώβριο τού έτους 6967 από τη δημιουργία τού κόσμου [1459] ο σουλτάνος, στέλνοντας πρέσβη στον δεσπότη κυρ Δημήτριο, ζητούσε για γυναίκα την κόρη του, την οποία είχε από τη σύζυγό του, την κόρη τού Παύλου Ασάν, τού πατέρα τού Ματθαίου. Αν δεν την έδινε, θα υπήρχε πόλεμος μεταξύ τους. Ο πρέσβης για αυτό το συνοικέσιο πήγε και στον δεσπότη κυρ Θωμά, που βρισκόταν στον Ποντικό, συνήψε συνθήκη φιλίας, πήρε τα κάστρα που δεν είχαν ακόμη παραδοθεί στον αφέντη του, όπως προέβλεπαν οι συμφωνίες και όπως έχουμε αναφέρει, και αναχώρησε.
«Τῷ δ’ Ὀκτωβρίῳ μηνὶ τοῦ ,ςϡξζ’ ἔτους ὁ ἀμηρᾶς ἀποστείλας πρέσβυν πρὸς τὸν δεσπότην κὺρ Δημήτριον ᾔτει τὴν θυγατέρα αὐτοῦ εἰς γυναῖκα, ἥν ἔσχεν ἐκ τῆς αὐτοῦ συζύγου τῆς τοῦ Παύλου τοῦ Ἀσάνη θυγατρός, τοῦ πατρὸς Ματθαίου˙ εἰ δ’ οὔ, μάχη ἀνὰ αὐτῶν ἔσεται. ὁ δὲ περὶ τούτου συνοικεσίου πρέσβυς ἐλθὼν καὶ πρὸς τὸν δεσπότην κὺρ Θωμᾶν, εἰς τὸν Ποντικὸν εὑρισκόμενον, τοὺς ὅρκους τῆς ἀγάπης ἀπετέλεσε, καὶ τὰ μὴ φθάσαντα ἄστεα δοθῆναι τῷ αὐθέντῃ αὐτοῦ ἔσχε κατὰ τὰς συμφωνίας, ὡς εἰρήκαμεν, καὶ ἀπῆλθε…»
Χαλκοκονδύλης, βιβλίο ix, CSHB, Βόννη, σελ. 455, επιμ. Darkò, 11-2, 213:
Ο Μεχμέτ έστειλε έναν άνδρα τής Πύλης του για να πάρει τούς όρκους των ηγεμόνων τής Πελοποννήσου
«…τοὺς μέντοι ὅρκους ἔπεμπε ἄνδρα τῶν θυρῶν αὐτοῦ παραληψόμενον τῶν τῆς Πελοποννήσου ἡγεμόνων…»
- [←7]
-
Σφραντζής, Χρονικόν, PG 156, 1066CD, επιμ. Grecu, σελ. 110:
…κατάφεραν να πείσουν τον δεσπότη κυρ Θωμά να επαναστατήσει εναντίον τού σουλτάνου και εναντίον τού αδελφού του, και να φάει σαν λάχανα τούς όρκους που είχε δώσει μαζί τους λίγο πριν.
«…ἔπεισαν τὸν δεσπότην κὺρ Θωμᾶν, ἵνα καὶ κατὰ τοῦ ἀμηρᾶ καὶ κατὰ τοῦ ἀδελφοῦ αὑτοῦ ἐπανάστασιν ποιήσῃ καὶ φάγῃ τοὺς ὅρκους ὡς λάχανα, οὓς πρὸ ὀλίγου μετ’ αὐτοὺς ἐποίησεν»
Ψευδο-Σφραντζής, IV, 16, CSHB, Βόννη, σελ. 389, επιμ. Grecu, σελ. 528:
Τον Ιανουάριο μήνα τού ίδιου έτους ο καλός και αγαθός Νικηφόρος Λουκάνης, ο Πελοποννησιοφθόρος όπως θα λέγαμε καλύτερα, που θεωρούνταν ότι ήταν από τούς πρώτους και πιστούς άρχοντες τού δεσπότη κυρ Δημήτριου, καθώς και κάποιοι άλλοι μαζί του από τούς Αρβανίτες και τούς Πελοποννήσιους, χωρίς να σκεφτούν ότι εκείνα που φρόντιζαν να κάνουν θα οδηγούσαν σε δική τους άμεση ζημιά, έπεισαν τον δεσπότη κυρ Θωμά να ξεκινήσει πόλεμο εναντίον τού αδελφού του και να κάνει επανάσταση εναντίον τού σουλτάνου, και να φάει σαν λάχανα τούς όρκους που είχε δώσει μαζί τους λίγο πριν.
«…κατὰ δὲ τὸν Ἰανουάριον μῆνα τοῦ αὐτοῦ ἔτους καὶ ὁ καλοκαγαθὸς Λουκάνης Νικηφόρος ἤ μᾶλλον εἰπεῖν Πελοποννησιοφθόρος, λογιζόμενος εἶναι τῶν πρώτων καὶ πιστῶν ἀρχόντων τοῦ δεσπότου κὺρ Δημητρίου, καὶ τινες ἄλλοι σὺν αὐτῷ τῶν Ἀλβανιτῶν καὶ πελοποννησιακῶν, μὴ λογιζόμενοι ὅτι ἅ ἐπιμελοῦνται πρᾶξαι εἰς κακίαν αὐτῶν πρόχειρον ᾠκονόμουν, ἔπεισαν τὸν δεσπότην κὺρ Θωμᾶν ἵνα μάχην ἐγείρῃ κατὰ τοῦ ἀδελφοῦ αὐτοῦ καὶ κατὰ τοῦ ἀμηρᾶ ἐπανάστασιν ποίησῃ, καὶ φάγῃ τοὐς ὅρκους ὡς λάχανα, οὕς πρὸ ὀλίγου μετ’ αὐτῶν ἐποίησε.»
- [←8]
-
Zakythinos, Despotat grec de Morée, I (1932, ανατυπ. 1975), 261.
- [←9]
-
Πρβλ. τις επιστολές τού Δημήτριου στον Σπ. Π. Λάμπρο, Παλαιολόγεια και Πελοποννησιακά, IV (Αθήνα, 1930), 196-204. Ο πάπας Κάλλιστος Γ΄ πληροφορούσε τον δούκα τού Μιλάνου Φραντσέσκο Σφόρτσα με επιστολή στις 23 Φεβρουαρίου 1456, ότι ο απεσταλμένος τού Δημήτριου Φραγκούλης Σερβόπουλος (Franculius Servopoulos) ήταν «…καθολικός και μορφωμένος στα ελληνικά και τα λατινικά γράμματα» (catholicus, et tam grecis quam latinis litteris eruditissimus) [στο ίδιο, σελ. 206].
Στις 7 Νοεμβρίου 1458 χορηγήθηκε άδεια ασφαλούς διέλευσης (littera passus) στον «Fraculinus Servopuli», που περιγράφεται ως «στρατιώτης τής Κωνσταντινούπολης» (miles Constantinopolitanus) [Arch. Segr. Vaticano, Reg. Vat. 468, φύλλο 343].
- [←10]
-
Πρβλ. Eugène Müntz, Les Arts a la cour des papes pendant le XV et XV siècle: Recueil de documents inedits, 3 τόμοι, Παρίσι, 1878-82, I, 300-5. Για τη γενέτειρα τού Πίου βλέπε Enzo Carli, Pienza, la città di Pio II, Ρώμη, Monte dei Paschi di Siena, 1960, με ωραία εικονογράφηση και άφθονες σημειώσεις. Στο Πιέβε ντι Σαν Βίτο (τού Κορσινιάνο) ο επισκέπτης μπορεί να δει την κολυμβήθρα, στην οποία βαφτίστηκαν ο Πίος Β΄ και ο ανηψιός του Πίος Γ΄. Οι βιογραφικές περιγραφές τού Πίου Β΄ (ο οποίος γεννήθηκε στις 18 Οκτωβρίου 1405) από τούς φίλους και θαυμαστές του Τζιοβάννι Αντόνιο Καμπάνο, τον οποίο έκανε επίσκοπο Κοτρόνε (Κρότωνος, 1462-1463) και Τεράμο (1463-1477) και Μπαρτολομμέο Πλάτινα, ανθρωπιστή και βιβλιοθηκάριο τής Βιβλιοθήκης Βατικανού (Vaticana) υπό τον Σίξτο Δ’, έχουν εκδοθεί με πλούσια σχόλια από τον Giulio C. Zimolo, Le Vile di Pio II στο νέο Muratori, RISS, III, μέρος 3 (Μπολώνια, 1964). O Πλάτινα έγραψε το δικό του βιβλίο για τη ζωή τού Πίου αμέσως μετά τον θάνατο τού τελευταίου. Ο Καμπάνο, ο οποίος πέθανε το 1477, έγραψε το δικό του ύστερα από την τουρκική κατάληψη τού Νεγκροπόντε (Eυβοίας) το 1470, στην οποία αναφέρεται [στο ίδιο, σελ. 78]. Tα δύο έργα συγκρίνονται και αντιπαρατίθενται από τον επιμελητή τους Zimolo, «Il Campano e il Platina come biografi di Pio II» στο Domenico Maffei (επιμ.), Enea Silvio Piccolomini, Papa Pio II: Alti del convegno per il quinto centenario della morte, Siena, 1968, σελ. 401-11.
Tα έργα των Georg Voigt, Enea Silvio de’ Piccolomini als Papst Pius Der Zweite, Und Sein Zeitalter, 3 τόμοι, Βερολίνο, 1856-63 και Ludwig v. Pastor, Gesch. d. Päpste, II (ανατυπ. 1955), 5-289 εξακολουθούν να μάς παρέχουν την πιο ουσιαστική αντιμετώπιση τής σταδιοδρομίας τού Πίου Β΄. Ο Voigt δεν τον βλέπει με συμπάθεια, ούτε πριν ούτε μετά την άνοδό του στον παπικό θρόνο. Ο Pastor απέρριψε τον Αινεία και αγκάλιασε τον Πίο. Υπάρχουν βιογραφίες τού Πίου στα αγγλικά από τούς William Boulting [Λονδίνο, 1908], Cecilia M. Ady [Λονδίνο, 1913] και Rosamond J. Mitchell [Λονδίνο, 1962]. O Gioacchino Paparelli, Enea Silvio Piccolomini (Pio II), Bari, 1950 είναι στοχαστικός και ευανάγνωστος, όπως και ο Eugenio Garin, «Ritratto di Enea Silvio Piccolomini», Bulletino senese di storia patria, 3η σειρά, LXV (ann. XVII, 1958), 5-28, ανατυπ. στο δικό του Ritratti di umanisti, Φλωρεντία, 1967, σελ. 9-39. Η Berthe Widmer, Enea Silvio Piccolomini, Papst Pius II, Βασιλεία και Στουτγκάρδη, 1960 έχει γράψει καλή συνοπτική βιογραφία τού Πίου, με εκτεταμένες επιλογές από τα έργα του (τα λατινικά κείμενα συνοδεύονται από γερμανικές μεταφράσεις), σην οποία δίνει τουλάχιστον κάποια ελαφρά προσοχή στην οθωμανική αυτοκρατορία και στη Σταυροφορία. Τρία χρόνια αργότερα συνέχισε αυτό το βιβλίο με μονογραφία για τον Enea Silvio Piccolomini στο der sittlichen und politischen Entscheidung, Βασιλεία και Στουτγκάρδη, 1963, στην οποία δεν ασχολείται με τις ανατολικές υποθέσεις. Από την πλημμύρα τής πρόσφατης βιβλιογραφίας για τον πρώτο Πικκολομίνι πάπα θα σημείωνα κυρίως τούς Giuseppe Bernetti, Saggi e studi sugli scritti di Enea Silvio Piccolomini, Papa Pio II, Φλωρεντία, 1971 και C. Ugurgieri della Berardenga, Pio II Piccolomini, con notizie su Pio III e altri membri della famiglia, Φλωρεντία, 1973 (Biblioteca dell’ Archivio storico italiano, τόμ. XVIII).
- [←11]
-
Arch. Segr. Vaticano, Arm. XXXI, τομ. 52, φύλλο 5. Tα πολύτιμα Acta Consistorialia (1439-1486) περιγράφουν ως εξής την εκλογή και στέψη τού Πίου Β΄ [στο ίδιο, φύλλο 61, όχι στο Eubel, Hierarchia, II (1914, ανατυπ. 1960), 32]:
«Δημιουργία [εκλογή] Πάπα Πίου Β΄: Κατά το εν λόγω έτος [1458], στις 19 τού ίδιου μηνός [Αυγούστου], περί την δέκατη έκτη ώρα [περί το μεσημέρι, αλλά οι πηγές διαφέρουν ως προς την ώρα τής εκλογής τού Πίου, για το οποίο πρβλ. Pastor, Gesch. d. Päpste, II (ανατυπ. 1955), 11, σημείωση 1, ο οποίος πάντα καταγράφει λεπτομέρειες αυτού τού είδους], ο αιδεσιμότατος εν Χριστώ πατέρας και κύριος, ο κύριος Αινείας, … ιερέας τής Αγίας Σαμπίνα, καρδινάλιος Σιένα, ανυψώθηκε στην υψηλότερη αποστολική κορυφή και ονομάστηκε Πίος Β΄ και συνοδεύτηκε από το κογκλάβιο που συγκλήθηκε στο παρεκκλήσι τού ανακτόρου μέχρι τον βωμό τού Αγίου Πέτρου και επέστρεψε στο ανάκτορο με όλους τούς καρδινάλιους. Στέψη Πάπα Πίου Β΄: Κατά το εν λόγω έτος, την τρίτη μέρα τού μηνός Σεπτεμβρίου, που ήταν ημέρα Κυριακή, ο αγιώτατος κύριός μας Πίος στέφθηκε θεία προνοία πάπας Β΄ στα σκαλιά τού Αγίου Πέτρου και στη συνέχεια ανέβηκε με άσπρο άλογο και συνοδευόμενος [εδώ έχει αφεθεί κενό διάστημα στο χειρόγραφο, όπου πρέπει να αναμένουμε από «όλους τούς αιδεσιμότατους κυρίους»] καρδιναλίους, ντυμένος με τα παπικά άμφια πήγε με επίσημο τρόπο στον άγιο Ιωάννη ού Λατερανού».
(Creatio Pii pape Secundi: Anno predicto, die vero XVIIII eiusdem mensis, circa horam XVIam reverendissimus in Christo pater et dominus, dominus Eneas …, Sancte Sabine presbyter cardinalis Senensis, assumptus fuit ad summi apicem apostolatus et vocatus Pius Secundus et associatus de conclave quod factum fuit in capella palatii usque ad altare Sancti Petri et reductus in palatium cum omnibus cardinalibus. Coronatio Pii pape Secundi: Anno predicto, die vero tertia mensis Septembris, qui [sic] fuit dies dominica, sanctissimus dominus noster Pius divina providentia papa Secundus fuit coronatus in gradibus Sancti Petri et deinde ascendens equum album associatus cardinalibus in pontificalibus cum consucta sole[m]pnitate ivit ad Sanctum Ioannem Lateranensem)
Μια επιστολή στις 20 Αυγούστου 1458, σταλμένη από το Ιερό Κολλέγιο στον μαρκήσιο Λοντοβίκο Β΄ Γκονζάγκα τής Μάντουα, τού έλεγε για την εκλογή τού «αιδεσιμότατου … κυρίου Αινεία, κατ’ όνομα ιερέα τής Αγίας Σαμπίνας, καρδινάλιου Σιένα κοινώς ονομαζόμενου…» (reverendissimus … dominus Eneas tituli Sancte Sabine presbyter cardinalis Senensis vulgariter nuncupatus…).
Απονέμοντας στον καρδινάλιο Aινεία το συνήθη έπαινο, η επιστολή περιλαμβάνει την ασαφή δήλωση ότι εκλέχτηκε «με απίστευτη ψυχική ομοφωνία» (incredibili animorum consensu) [Arch. di Stato di Mantova, Arch. Gonzaga, Busta 834]. Στις 4 Σεπτεμβρίου ο ίδιος ο Πίος Β΄ ενημέρωνε τον μαρκήσιο για την εκλογή του [στο ίδιο],
«…αυτοί οι ίδιοι αδελφοί [καρδινάλιοι] αν και θα μπορούσαν να συμφωνήσουν σε άλλη μεγαλύτερα αξία, τελικά … με την ομόφωνη ψήφο τους επέλεξαν εμάς … δεν γνωρίζουμε ποια μυστική αλλά φοβερή απόφαση τού Θεού συμφώνησε να μάς επιλέξει για την κορυφή τού αποστολικού ύψους».
(… ipsi fratres [cardinales] licet potuissent in alios maioris meriti consentire, tandem … unanimiter vota sua nos … nescimus quo occulto sed tremendo nobis Dei iudicio ad celsitudinis apostolice fastigium concorditer elegerunt)
Αυτή η «μυστική αλλά φοβερή απόφαση» (occultum sed tremendum iudicium) έκανε βαθιά εντύπωση στον ευεγερτούμενο από αυτήν.
Ο Αινείας Σύλβιος είχε χειροτονηθεί ιερέας στις 4 Μαρτίου 1447 [βλέπε Angelo Mercati, «Aneddoti per la storia di pontefici: Pio II, Leone X» στο Archivio della R. Società romana di storia patria, LVI-LVII (Ρώμη, 1933-34), 363-65)], ημερομηνία που πάντα διέφευγε από τον Pastor, Gesch. d. Päpste, I (ανατυπ. 1955), 351-52, σημείωση. Για την εκλογή τού Αινεία Σύλβιου ως Πίου Β΄ στις 19 Αυγούστου βλέπε Pastor, Acta inedita I (Φράιμπουργκ ιμ Μπράισγκαου, 1904), αριθ. 64-65, σελ. 90-95, έγγραφα με ημερομηνία 19 και 20 Αυγούστου 1458 και Gesch. d. Päpste, II (ανατυπ. 1955), 9-11. Αξίζει να σημειώσουμε ότι ο Μπενότσο Γκοτσόλι ζωγράφισε πολλές σημαίες, λάβαρα, ακόμη και τούς πάγκους των καρδιναλίων, που χρησιμοποιήθηκαν στις τελετές που συνόδευαν τη στέψη τού Πίου στις 3 Σεπτεμβρίου [Müntz, Les Arts a la cour des papes, I, 263, 330].
- [←12]
-
Μπορούμε για παράδειγμα να παρατηρήσουμε ότι σε ομιλία τού Πίου ως Aινεία Σύλβιου πριν περισσότερο από είκοσι χρόνια (1436) στη Σύνοδο τής Βασιλείας, ως προς την επιλογή τού τόπου για την οικουμενική σύνοδο, η οποία επρόκειτο να συζητήσει την προοπτική τής ένωσης των εκκλησιών (ο Αινείας συνηγορούσε υπέρ τής Παβίας ως τού πιο κατάλληλου μέρους για τη συνάντηση Ελλήνων και Λατίνων), έκανε ειδική αναφορά στα δεινά των Ελλήνων με την υποταγή τους στην αφόρητη δύναμη τής τουρκικής αυτοκρατορίας [J. D. Mansi (επιμ.), Sacrorum conciliorum nova et amplissima collectio, XXX (ανατυπ. Παρίσι, 1904), 1098C-1099]. Η ομιλία αυτή, όπως και άλλες τού Πίου, υπάρχουν επίσης στο Mansi, Pii II, P. M … orationes politicae et ecclesiasticae, 3 τόμοι, Lucca. 1755-59, I, 5 και εξής (με το απόσπασμα για την ελληνική υποταγή στους Τούρκους στις σελ. 11-12) και πρβλ., στο ίδιο, σελ. 163-81.
- [←13]
-
Η πιο ενδιαφέρουσα πηγή για την εξαετή παπική θητεία τού Πίου Β΄ είναι τα δικά του Commentarii (Απομνημονεύματα) σε δεκατρία βιβλία, για τα οποία ο αναγνώστης τής αγγλικής μπορεί εύκολα να χρησιμοποιήσει τη χρήσιμη μετάφραση τής Florence A. Cragg, δημοσιευμένη στο Smith College Studies in History, όπου το βιβλίο i εμφανίζεται ως τόμ. XXII, αριθ. 1-2 (1936-37), τα βιβλία ii-iii ως τόμ. XXV (1939-40), τα βιβλία iv-v ως τόμ. XXX (1947), τα βιβλία vi-ix ως τόμ. XXXV (1951) και τα βιβλία x-xiii ως τόμ. XLIII (1957). Η αρίθμιση των σελίδων είναι συνεχής. Η μετάφραση αυτή λέγεται ότι βασίζεται σε αδημοσίευτη έκδοση τού Codex Reginensis lat. 1995 (τού αρχικού κειμένου τού Πίου) στην Αποστολική Βιβλιοθήκη Βατικανού. Είναι πλήρης, ενώ τα τυπωμένα λατινικά κείμενα από το αρχικό είναι όλα ακρωτηριασμένα, όπως υποδεικνύεται πιο κάτω σε αυτή τη σημείωση. Μια ιταλική μετάφραση των Commentarii έχει προσφάτως εμφανιστεί στη Σιένα, η εργασία τού Giuseppe Bernetti, Pio II (Enea Silvio Piccolomini), i Commentari, 4 τόμοι, 1972-74. Βασίζεται σε μελέτη τού Cod. Corsinianus 147 (για τον οποίο βλέπε πιο κάτω) καθώς και στον Cod. Reginensis 1995, ενώ κάθε τόμος είναι εφοδιασμένος με ενημερωτική εισαγωγή.
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον για το παρόν Κεφάλαιο έχει η εργασία σε δύο βιβλία τού ανθρωπιστή Λοντρίζιο Κριβέλλι (Cribellus) από το Μιλάνο, τον οποίο ο Πίος Β΄ έκανε παπικό γραμματέα στις 17 Οκτωβρίου 1458 [Arch. Segr. Vaticano, Reg. Vat. 515, φύλλο 109], δηλαδή το de expedotione Pii P. II in Turcas στο RISS, XXIII (Μιλάνο, 1733), στήλες 25-80 και επιμ. G. C. Zimolo, στο νέο Muratori, RISS, XXIII, μέρος 5 (Μπολώνια, ολοκληρωμένο το 1950). Για τη μάλλον όχι ευτυχή σταδιοδρομία τού Κριβέλλι, ποιητή και λόγιου των ελληνικών, βλέπε Ferdinando Gabotto, «Ricerche intorno allo storiografo quattrocentista Lodrisio Crivelli», Archivio storico italiano, 5η σειρά, VII (1891), 267-98, ο οποίος παρέχει το κείμενο πολλών επιστολών τού Κριβέλλι, καθώς και Leslie F. Smith, «Lodrisio Crivelli of Milan and Aeneas Silvius, 1457-1464», Studies in Renaissance IX (1962), 31-63, ο οποίος μάς παρέχει το κείμενο των έξι από τα ποιήματα τού Κριβέλλι.
Στις 9 Δεκεμβρίου 1458 ο Πίος ανανέωσε την εξαγγελία τού προκατόχου του για σταυροφορικό φόρο δεκάτης, με βούλλα η οποία υπάρχει στο Reg. Vat. 469, τομ. II των de Curia επιστολών τού Πίου, φύλλα 86-87 και πρβλ. τη βούλλα με ημερομηνία 5 Ιουλίου 1459 στο Reg. Vat. 471, φύλλα 302-303, «… για την εκτέλεση συγχωροχαρτιών, που χορηγούνται για την υπεράσπιση τής ίδιας τής πίστης κατά των εν λόγω Τούρκων… κλπ.» (…ad executionem indulgentiarum pro defensione ipsius fidei contra dictos Turchos concessarum …).
H «σύγκληση από τον πάπα Πίο Β΄ τής δίαιτας τής Μάντουας» (convocatio Pii papae II ad dietam Mantue vel Utini celebrandam), όπως στάλθηκε στον βασιλιά Κάρολο Ζ’ τής Γαλλίας και στους Γερμανούς αυτοκρατορικούς εκλέκτορες, εμφανίζεται ως πρώτο έγγραφο στον τόμο Pii II Brevia: Ann. I, II, et III (1458-59-60) στο Arm. XXXIX, τόμος 9, φύλλο 4 (αρχικά φύλλο 1) και πρβλ. τις επιστολές τού πάπα προς τον καρδινάλιο Καρβαχάλ [φύλλα 6-7, 8-9], τον αυτοκράτορα Φρειδερίκο Γ΄ [φύλλο 9. κλπ.] κλπ. Μεταγενέστερα αντίγραφα των διάφορων μικρών εργασίων (οpuscula) τού Πίου Β΄ υπάρχουν στα Αρχεία Βατικανού [Miscellanea, Arm. XII, tomm. 3-4 (=Bibl. Apost. Vaticana, Codd. latt. 12.255-56)], μαζί με κείμενα τού Πλάτινα για τον Σίξτο Δ’, τού Volaterrano, τού Infessura και ορισμένα άλλα, αλλά δεν φαίνεται να υπάρχει τίποτε στους δύο τόμους ή αλλού σε καλύτερη μορφή.
Επίσης πρβλ. γενικά Mansi, Concilia, XXV (ανατυπ. Παρίσι, 1902). 105-34, φτωχό τμήμα και στο ίδιο, XXXV, 203-66, Raynaldus, Annales ecclesiastici ad ann. 1458, αριθ. 1-5, 14-19, τόμ. XIX (Cologne, 1693), σελ. 1-2, 4-5, Marino Sanudo, Vite de duchi, στο RISS, XXII (Μιλάνο, 1733). στήλες 1166E, 1167, K. J. Hefele, Histoire des conciles, επιμ. και μετάφρ. H. Leclercq, VII, μέρος 2 (Παρίσι, 1916), 1291 και εξής, Pastor, Hist. Popes, III, (ανατυπ. 1949), 19, 21-24, 45 και εξής, 240 και εξής και Gesch. d. Päpste, II (ανατυπ. 1955), 15, 16-19, 39 και εξής, 220 και εξής.
Επειδή στις επόμενες σελίδες θα γίνει συχνά αναφορά στα Commentarii τού Πίου Β΄, στην πιο σημαντική φιλολογική εργασία του και μια από τις κύριες πηγές για την παπική του θητεία, πρέπει ίσως να γίνει κάποια περιγραφή τής περίεργης ιστορίας τους, ακόμη και με κίνδυνο να κουραστεί ο ενημερωμένος αναγνώστης που επιλέγει να διαβάσει αυτή τη σημείωση μέχρι το τέλος. Ακολουθώντας τον Ιούλιο Καίσαρα, τον τίτλο τού οποίου υιοθέτησε (Commentarii), ο Πίος έγραψε τα απομνημονεύματά του σε τρίτο πρόσωπο, γεγονός το οποίο επρόκειτο να παίξει τον ρόλο του στη γνωστή τώρα προσπάθεια απόκρυψης ότι συγγραφέας ήταν ο ίδιος. Στην έκδοση των Commentarii που τυπώθηκε στη Ρώμη το 1584 και ανατυπώθηκε το 1589, καθώς και σε εκείνη που τυπώθηκε στη Φρανκφούρτη το 1614, κάποιος Γιοχάννες Γκομπελλίνους (από το Λιντς), εφημέριος τής εκκλησίας τής Βόννης, παρέχεται στη σελίδα τίτλων ως συγγραφέας τού έργου (… a R. D. Ιoanne Gobellino Vicario Βonnen. iamdiu compositi, et a R. P. D. Francisco Bandino Picolomineo Archiepiscopo Senensi ex vetusto originali recogniti). Όμως ο Γκομπελλίνους αυτοπροσδιορίζεται [στο Cod. 147 (35-G-6) στη Bibl. Corsiniana τής Ρώμης (στην Accademia de’ Lincei, Via Lungara, 10] απλώς ως αντιγραφέας, όπως ο Voigt σαφώς έδειξε ότι ήταν [Enea Silvio, II (1862), 336-41 και βλέπε Pastor, Gesch. d. Päpste, II (ανατυπ. 1955), 33-38 και παράρτημα, αριθ. 65, σελ. 754-56]. Πρβλ. επίσης Giuseppe Lesca, «I Commentarii … d’ Enea Silvio de’ Piccolomini» στο Annali della R. Scuola normale superiore di Pisa, Filos. e Filologia, τόμ. X (della serie XVI, 1894), σελ. 22-24, για την εργασία τού οποίου ο Pastor (II, 756, σημείωση 2) δεν είχε καλή άποψη, αν και έχει κάποια χρησιμότητα. Πρβλ. ιδιαίτερα Hans Kramer, «Untersuchungen uber die ‘Commentarii’ des Päpstes Pius II» στο Mitteilungen des Osterreichischen Insituts für Geschichtsforschung, XLVIII (Ίννσμπρουκ, 1934), 83-86.
Είναι από καιρό σαφές ότι στον Φραντσέσκο Μπαντίνι ντε Πικκολομίνι, αρχιεπίσκοπο Σιένα (1529-1588), επίσης κατονομαζόμενο στις σελίδες τίτλων τής έντυπης έκδοσης, πρέπει να αποδοθεί η ευθύνη για αυτή την επιβολή επί τού μορφωμένου κόσμου [Kramer, «Untersuchungen», σελ. 86-91], αν και δεν μπορώ να συμφωνήσω με τον Kramer ότι ο ίδιος ο Πίος Β΄ ήθελε να αποκρύψει την από μέρους του συγγραφή των Commentarii, επιτρέποντας μόνο στην οικογένεια Πικκολομίνι να μοιράζεται το μυστικό (σελ. 85-86). Ο Μπαντίνι ήταν δισέγγονος τής αδελφής τού Πίου Β΄ Λαουντόρνια και μακρινός ανηψιός τού Πίου Γ΄. Μολονότι περί το 1566 ο Μπαντίνι ετοιμαζόταν να τυπώσει τα Commentarii υπό το όνομα τού Πίου Β΄ και είχε πάρει γι’ αυτό άδεια [Kramer, ό. π., σελ. 88-89], όμως άλλαξε γνώμη και δημοσίευσε το έργο με το όνομα τού Γκομπελλίνους. Η εσκεμμένη εξαπάτηση αποτελούσε μέρος προσπάθειας να προστατευτεί η φήμη τού Πίου Β΄ από επιθέσεις Προτεσταντών κριτικών κατά τη διάρκεια των μεταγενέστερων ετών τής Καθολικής Μεταρρύθμισης. Tο έργο υπέστη αυστηρή και προσεκτική επεξεργασία (προφανώς από τον ίδιο τον Μπαντίνι, αφού σε επιστολη του προς τον πάπα Γρηγόριο ΙΓ΄, που δημοσιεύεται στη σελ. 3 τής δικής του έκδοσης τού 1584, αναφέρει ότι τα Commentarii τού Γκομπελλίνους ήταν το αγαπημένο του ανάγνωσμα). Ο Μπαντίνι ετοίμασε το έργο για το πιεστήριο αναμορφώνοντας ή αφαιρώντας πολλές από τις ειλικρινέστερες παρατηρήσεις τού Πίου Β΄ για τούς ανθρώπους και τα γεγονότα που περιέγραφε. Η πρώτη έκδοση (1584) τυπώθηκε, άμεσα ή έμμεσα, από τον Cod. 147 (35-G-6), που βρίσκεται τώρα στην βιβλιοθήκη Corsiniana, όπου τα προς αποκοπή αποσπάσματα είχαν επισημανθεί για τον τυπογράφο [πρβλ. επίσης Voigt, II, 341]. Από αυτή την έκδοση ανατυπώθηκαν εκείνες τού 1589 (Ρώμης) και τού 1614 (Φρανκφούρτης). Tα αποσπάσματα που παραλείφθηκαν από τα πρώτα δώδεκα βιβλία των Commentarii δημοσιεύονται από τον Jos. Cugnoni, Aeneae Silvii Piccolomini … Opera inedita στο Atti della R. Academia dei Lincei, CCLXXX (1882-83), 3η σειρά, Memorie della classe di scienze morali, storiche e filologiche, VIII (Ρώμη, 1883), σελ. 496-549. Το βιβλίο xiii, που δεν παρέχεται στα έντυπα κείμενα των Commentarii, έχει δημοσιευθεί από τον Voigt, II, 359-77. Πρβλ. Pastor, Gesch. d. Päpste, I (ανατυπ. 1955). 659-60, σημείωση 2. Ο Pastor ήταν αυτός [βλέπε στο ίδιο, II (ανατυπ. 1955), παράρτημα, αριθ. 65, σελ. 754-56], που ανακάλυψε ή μάλλον επανανακάλυψε το αρχικό χειρόγραφο τού έργου τού Πίου στην Αποστολική Βιβλιοθήκη Βατικανού [Codex Regiuensis lat. 1995].
Μολονότι ο Πίος Β΄ έγραψε μέρος αυτού τού χειρογράφου με το χέρι του, όμως συνήθως υπαγόρευε τα κείμενα τού έργου στον γραμματέα του Αγοστίνο Πατρίτσι (Patrizzi ή Patrizi), ο οποίος αναφέρεται στο βιβλίο xi [αγγλική μεταφρ., σελ. 754-55, εκδ. Φρανκφούρτης, 1614, σελ. 303, γραμμές 55-56] ως γράφων καθ’ υπαγόρευση. Στο αρχικό χειρόγραφο [Cod. Reg. lat. 1995] το απόσπασμα εμφανίζεται στο φύλλο 523: «O Πίος στο υπνοδωμάτιό του, επειδή είχε τη συνήθεια να υπαγορεύει σε κάποιον, είχε πάρει τον Αγκοστίνο Πατρίτσι να γράφει…» (Pius in cubiculo suo pro consuetudine dictare aliquid ceperat Αugustino Patricio scribente…).
Την 1η Απριλίου 1464 ο Πατρίτσι διορίστηκε «συνοψιστής αποστολικών επιστολών» (abbreviator litterarum apostolicarum) [Arch. Segr. Vaticano, Reg. Vat. 516, φύλλα 258-259]. Δεδομένου όμως ότι βρισκόταν στη στενή προσωπική ακολουθία τού πάπα ήδη από πολύ καιρό, ο διορισμός είχε σχεδιαστεί για επικύρωση τής θέσης του ενόψει τής πρόσφατης αναδιοργάνωσης τού Κολλέγιου των (εβδομήντα) συνοψιστών ή για να προσθέσει στο εισόδημά του. Η γραφή τού Πατρίτσι έχει αναγνωριστεί ως εκείνη με την οποία έχει γραφεί το μεγαλύτερο μέρος τού χειρογράφου [Kramer, «Untersuchungen», σελ. 62-69]. Από όλα αυτά είναι προφανές γιατί ο Raynaldus στα Annales ecclesiastici νομίζει ότι παραπέμπει στον Γκομπελλίνους, ενώ βέβαια παραθέτει τα λόγια τού ίδιου τού Πίου. Δυστυχώς ο Γκομπελλίνους μερικές φορές αναφέρεται ως ιστορικός, για παράδειγμα από τον Zakythinos, Despotat grec de Morée, I, 264-65. Διάφορες πτυχές τής σταδιοδρομίας τού Πατρίτσι εξετάζονται από τον Rino Avesani, «Per la Biblioteca di Agostino Patrizi Piccolomini, vescovo di Pienza» στο Mélanges Eugène Tisserant, VI, μέρος I (Citta del Vaticano, 1964), 1-37, ιδιαίτερα σελ. 3-31 (Studi e testi, αριθ. 236).
Τον Ιούλιο τού 1959 και τον Μάιο τού 1970 εξέτασα ο ίδιος τον Cod. Reg. lat. 1995 στη Biblioteca Vaticana. Ο τόμος, μεγέθους τετάρτου τού φύλλου, έχει αρκετά εύχρηστο μέγεθος και βάρος, περιλαμβάνοντας 595 φύλλα (1.190 σελίδες) δεμένες με δερμάτινη βιβλιοδεσία τού 18ου αιώνα, χειρόγραφο σε χαρτί με αρκετά διαφορετικά υδατογραφήματα, που περιλαμβάνουν σταυρωτά βέλη πάνω σε κύκλο, ένα κίονα, ψαλλίδι και κυνηγετικό πνευστό κέρας που κρέμεται σχοινί. Tα πρώτα δώδεκα folios (με χωριστή αρίθμηση) δίνουν τον τίτλο (rubrice) των πρώτων δώδεκα βιβλίων των Commentarii, όπου το βιβλίο i αρχίζει με το φύλλο l και το βιβλίο xii καταλήγει με το φύλλο 584 και τη σημείωση ότι το δωδέκατο και τελευταίο βιβλίο ευτυχώς ολοκληρώθηκε (βλέπε πιο κάτω), ύστερα από την οποία ακολουθεί η ελληνική λέξη Τέλος. Tο χειρόγραφο είναι γραμμένο από διάφορα χέρια, τα περισσότερα από τα οποία αρκετά ευανάγνωστα. Στα περιθώρια υπάρχουν διάφορες προσθήκες, διορθώσεις, λέξεις-οδηγοί για το κείμενο και συμβολισμοί ειδικής έμφασης. Ύστερα από τμήμα γραμμένο από το έξοχο χέρι κάποιου ανθρωπιστή, ακολουθεί τμήμα γραμμένο από το χέρι τού ίδιου τού Πίου Β΄ [φύλλα 35 και εξής], το οποίο εκτείνεται μέχρι το τέλος τού βιβλίου i, όπου έχει αφεθεί ομάδα λευκών σελίδων [φύλλα 61-68] για συνέχιση, η οποία δεν προστέθηκε ποτέ. Ειδική προσοχή πρέπει να δοθεί στις οδηγίες προς τον αντιγραφέα στο φύλλο 189: «πέρα από αυτό μέχρι το σημάδι +» (pone hec ultra ad hoc signum +), που σημειώνει ένα απόσπασμα μέχρι τη μέση σχεδόν τού φύλλου 191. Το ίδιο σύμβολο επανεμφανίζεται στη μέση τού φύλλου 238 με οδηγίες για αντικατάσταση τού σημειούμενου αποσπάσματος σε αυτό το σημείο: «δείτε πάνω και μετά από εκεί που υπάρχει αυτό το σημάδι, μέχρι εκεί που θα βρείτε αλλού με το ίδιο τρόπο το σημάδι +» (vide supra et pone que sunt ad hoc signum usque quo reperies aliud in hunc modum +). Aυτές οι οδηγίες είναι γραμμένες με το χέρι τού Πίου. Η στέψη του καταγράφεται στο φύλλο 69.
Tο χαρτί τού Cod. Reg. 1995 είναι όλο τις ίδιας γενικής ποιότητας, παρά τα διαφορετκά υδατογραφήματα. Κατασκευαζόταν όλο στην Ιταλία και χρησιμοποιούνταν στη Ρώμη κατά τη διάρκεια των ετών 1459-1464, για το οποίο πρβλ. C. M. Briquet, Les Filigranes, επιμ. Allan Stevenson, 4 τόμοι, Άμστερνταμ, 1968. Για τα σταυρωτά βέλη («deux fleches en sautoir» ) βλέπε τόμ. ΙΙΙ, αριθ. 6303, για τον κίονα («colonne») στο ίδιο, αριθ. 4411, για το ψαλλίδι («ciseaux»), αριθ. 3685 και για το κυνηγετικό πνευστό κέρας («huchet» ) αριθ. 7686 (πολύ νωρίς) και 7693, το οποίο εμφανίζεται σε ολόκληρο το χειρόγραφο, περιλαμβανομένου τού βιβλίου xiii, αλλά το συγκεκριμένο κέρας (huchet) δεν παρέχεται μεταξύ των υδατογραφημάτων, ακόμη ούτε και στο νέο Briquet. Στο φύλλο 584 εμφανίζεται το σχόλιο «Το δωδέκατο και τελευταίο βιβλίο Απομνημονευμάτων τού ποντίφηκα Πίου Β΄ ευτυχώς τελείωσε» (Commentariorum Pii Secundi Pont. Max. liber duodecimus et ultimus feliciter finitus), αλλά ο Πίος προφανώς άλλαξε άποψη και πρόθεσε το βιβλίο xiii, η αυθεντικότητα τού οποίου δεν αμφισβητείται πια. Μολονότι ο Καμπάνο αναφέρεται σε δώδεκα βιβλία [Vita Pii II, επιμ. G. C. Zimolo στο νέο Muratori, RISS, 111-3 (1964), 71-73], όμως o Πλάτινα γνώριζε για το δέκατο τρίτο [στο ίδιο, σελ. 119, γραμμές 15-16]: «Έγραψε Απομνημονεύματα για τα έργα και τα επιτεύγματά του σε δώδεκα βιβλία και ξεκίνησε το δέκατο τρίτο» (Commentariorum de rebus a se gestis libros XII scripsit, tertiumdecimum incohavit).
To βιβλίο xiii ήταν μεταγενέστερη σκέψη [φύλλα 585-595]. Είναι όμως γραμμένο από το χέρι τού Αγκοστίνο Πατρίτσι και στο ίδιο χαρτί όπως μεγάλο μέρος των προηγούμενων δώδεκα βιβλίων (με το υδατογράφημα τού κυνηγετικού πνευστού κέρατος).
Τον Ιούλιο τού 1959, εξέτασα επίσης τον Cod. 147 (35-G-6) των Commentarii τού Πίου στη Bibl. Corsiniana στη Ρώμη. Tο χειρόγραφο αυτό έχει την εξής σελίδα τίτλων (γραμμένη από μεταγενέστερο χέρι):
«Απομνημονεύματα Πάπα Πίου Β΄, Βιβλία 12 αντιγραμμένα το 1464 από τον Γιοχάνες Γκομπελλίνους από το Λιντς, εφημέριο τής Μπον, σύμφωνα με τη επιθυμία τού Αγίου Πίου Β΄ ανώτατου ποντίφηκα, από χειρόγραφο στο καλάθι 431».
(Commentariorum Pii Papae II, Libri XII a Johanne Gobellino de Lins Vicario CSHB, Bonnensi exscripti, anno MCCCCLXIV, divo Pio II pont. max. volente. MS. di cart. 431)
Είναι πολύ ωραίο χειρόγραφο, ιδιαίτερα ετοιμασμένο για τον πάπα. Προσεκτικά γραμμένος πρόλογος, που ακολουθεί τη σελίδα τίτλων, αναφέρει:
«Ο τόμος από περγαμηνή στα φύλλα τού καλαθιού 431, με το ομοίωμα τού ποντίφηκα Πίου Β΄ στο πρώτο αρχικό γράμμα κατ’ αρχήν, που είναι ένας άγιος με το οικόσημο τού οίκου Πικκολομίνι κάτω χαμηλά και μια γενειοφόρο κεφαλή στη μέση κατ’ αρχήν, καλυμμένη με κόκκινο σκούφο, περιέχει τα 12 βιβλία των Απομνημονευμάτων στα λατινικά εκείνων που έκανε ο ίδιος ο πάπας Πίος Β΄, έργα που αναφέρθηκαν στους γραφείς που μιλούσαν με αυτόν. Όμως αυτά λανθασμένα αποδίδονται στον Γιοχάνες Γκομπελλίνους, εφημέριο Βόννης τής επισκοπής τής Κολωνίας και στη συνέχεια γραμματέα τού ίδιου τού πάπα Πίου Β΄ και το λάθος προήλθε από τον Φραντσέσκο Μπαντίνι Πικκολομίνι, αρχιεπίσκοπο τής Σιένα, ο οποίος εξέδωσε στη Ρώμη αυτά τα Απομνημονεύματα το 1584 στο τυπογραφείο τού Ντομένικο Μπάσα, στη μορφή μεγέθους τετάρτου τού τυπογραφικού φύλλου, αφιερωμένα στον πάπα Γρηγόριο ΙΓ΄ ως έργα τού Γιοχάνες Γκομπελλίνους και όχι τού Πίου Β΄, ενώ με τον τρόπο αυτό ο αρχιεπίσκοπος έκανε τεράστιο λάθος, γιατί ο Γκομπελλίνους ποτέ δεν απέδωσε στον εαυτό του αυτό το έργο, το οποίο αναφέρεται από τον Πλάτινα ως έργο τού Πιίου Β΄ και όχι άλλων. Το περιοδικό των λογίων τής Ιταλίας που εκδιδόταν στη Βενετία αναφέρει γι’ αυτό το θέμα σον τόμο XIV, σελ.. 367. Αλλά αυτός ο κώδικας, πάνω από όλα τα άλλα, βάζει στο καθαρό φως αυτή την αλήθεια, ενώ στο τέλος γράφει ότι ο Γκομπελλίνους ήταν ο αντιγραφέας και όχι συγγραφέας τού κώδικα των Απομνημονευμάτων τού Πίου Β΄. Τα λόγια στο αυτόγραφο είναι τα εξής:
(Il tomo membranaceo in foglio di carte 431 con l’effigie del Pontefice Pio II nella prima lettera iniziale in principio, la quale è un S. con l’arme di Casa Piccolomini giù a basso, e con una testa barbata, nel mezzo in principio, coperta di un berettone rosso, contiene i libri XII de Comentarj latini delle cose operate dal medesimo Pontefice Pio II, opera mentovata dagli scrittori, che di lui parlano. Questa però viene falsamente attribuita a Giovanni Gobellino, vicario di CSHB, Βonna nella diocesi di Colonia, e poi segretario del medesimo Pontefice Pio II; e l’errore è provenuto da Francesco Bandini Piccolomini, arcivescovo di Siena, il quale diede alle stampe in Roma questi Comentarj presso Domenico Basa nel 1584 in forma quarta, dedicandogli al Pontefice Gregorio XIII come opera di Giovanni Gobellino, e non di Pio II, nella qual cosa l’arciveseovo fece un grandissimo errore, perchè il Gobellino non attribui mai a sestesso quest’ opera, mentovata dal Platina, come propria di Pio II, e non di altri. Nel Giornale de’letterati d’ ltalia pubblicato in Venezia, si parla di questo affare nel tomo XIV, pag. 367. Ma il presente Codice sopra tutti gli altri mette in chiarissima luce questa verità, mentre nel fine di esso si legge, che il Gobellino fù copista, e non autore del codice del Comentarj di Pio II. Le parole del chirografo sono queste:
“Με επιθυμία τού θείου Πίου Β΄ ανώτατου ποντίφηκα, ο Γιοχάννες Γκομπελλίνους από το Λιντς, εφημέριος Βόννης τής επισκοπής Κολωνίας, φέτος το έτος Κυρίου 1464, στις 12 Ιουνίου ευτύχησα να ολοκληρώσω την αντιγραφή ” [Η σημείωση αυτή είναι γραμμένη με μικρά κόκκινα κεφαλαία στο φύλλο 431. Έτσι o Γκομπελλίνους δεν συνέταξε αυτά τα Απομνημονεύματα, αλλά απλώς τα αντέγραψε και μετέγραψε. Γι’ αυτόν τον λόγο αυτός ο κώδικας είναι πολύτιμος, επειδή καταλήγει να αποφασίζει για αυτή τη λογοτεχνική διαμάχη και επίσης μπορεί εύκολα να χρησιμοποιηθεί για να βελτιώσει την έκδοση Ρώμης, η οποία επαναλήφθηκε το 1614 στη Φρανκφούρτη με τα γράμματα τού παπικού καρδινάλιου».
“Divo Pio Secundo Pontifice Maximo volente, Johannes Gobellini de Lins, Vicarius CSHB, Bonnensis Coloniensis Dioecesis, hoc opus anno Domini MCCCCLXIIII, die XII mensis Junii excripsi foeliciter. [Η σημείωση αυτή είναι γραμμένη με μικρά κόκκινα κεφαλαία στο φύλλο 431 Dunque il Gobellino non compose questi Comentarj, ma solamente gli copiò, e trascrisse, excripsi. Perciò questo codice è mollo stimabile, perchè finisce di decidere questa letteraria controversia, e facilmente ancora potrà servire a migliorare l’edizione I di Roma, la quale fu replicata ancora in Francfort nel 1614 insieme con le lettere del cardinalο Papiense)
Ο Γκομπελλίνους είχε ωραίο γραφικό χαρακτήρα και προφανώς αυτός ήταν ο λόγος για τον οποίο επιλέχτηκε για τη δουλειά. Χρησιμοποίησε λίγες συντομογραφίες και το κείμενο διαβάζεται εξίσου εύκολα στο χειρόγραφο, όπως και τυπωμένο. Tο πρώτο φύλλο (folio) είναι έξοχα τιτλοφορημένο και διακοσμημένο σε κόκκινο, μπλε και χρυσαφί, με μικρότερες αποχρώσεις κίτρινου, πράσινου και καφέ. Τα αρχικά γράμματα των πρώτων λέξεων κάθε βιβλίου είναι επίσης ωραία εικονογραφήμένα. Αριθμός εδαφίων είχε σημειωθεί για διαγραφή κάποια στιγμή αφότου ο Γκομπελλίνους είχε τελειώσει την αντιγραφή τού έργου, πιθανώς από τον Μπαντίνι έναν αιώνα αργότερα. Tο χειρόγραφο έχει την παρακάτω σαφή αναφορά [φύλλα 426-427]:
«Αυτό μάς συνέβη όταν δεν είχε ακόμη περάσει το έκτο έτος τής παπικής του θητείας, ότι έπρεπε να γράψουμε δικά του πράγματα ταξινομημένα σε δώδεκα βιβλία, εκ των οποίων το τελευταίο τελείωσε τη μέρα πριν από τις καλένδες Ιανουαρίου τού έτους 1463 από την ενσάρκωση, [και με κόκκινα κεφαλαία:] Απομνημονεύματα τού ανώτατου ποντίφηκα Πίου Β΄ βιβλία 12 και το τελευταίο ευτυχώς ολοκληρώθηκε».
(Hec habuimus que ad annum sextum pontificatus sui nondum exactum de rebus eius scriberemus, in libros digestis duodecim quorum ultimus pridie Kal. Ianuarias finem accepit anno ab incarnato verbo MCCCCLXIII, Comentariorum Pii Secundi Pontificis Maximi liber XII et ultimus feliciter finit)
Ύστερα από αυτό ακολουθεί [φύλλο 427]: «επιστολή Ιακώβου Αντωνίου Καμπάνο, επισκόπου Τέραμο, για λήψη απόφασης για τα έργα τού ανώτατου ποντίφηκα Πίου Β΄» (Io. Antonii Campani episcopi Aprutini epistola de operibus Pii Secundi Pontificis Maximi judicium faciens), που περιλαμβάνει το «Ιάκωβος Καμπάνο, παπικός καρδινάλιος: Ξεφύλισσα πρόσφατα τα Απομνημονεύματα τού ποντίφηκα Πίου για τις υποθέσεις και τα επιτεύγματά του…» (Campanus Iacobo cardinali Papiensi: Percurri nuper comentarios Pii pontificis rerum a se gestarum…).
Στην επιστολή αυτή ο Καμπάνο αναφέρει ότι, αν και ο Πίος τού είχε δώσει το ελεύθερο να επιμεληθεί τα Commentarii, όμως δεν το έκανε, προλαμβάνοντας έτσι και αντικρούοντας τον Voigt, II, 338-40, για το οποίο πρβλ. Kramer, «Untersuchimgen», σελ. 82-83.
Σε οξυδερκή αναθεώρηση ορισμένων πρόσφατων έργων για τον Πίο Β΄, ο Remo Ceserani στο Giornale storico della letteratura Italiana, CXLI (ann. LXXXI, Τορίνο, 1964), 265-82 έχει περιγράψει την ιστορία των κωδίκων Cod. Reginensis 1995 και Cod. Corsinianus 147, των δύο πιο σημαντικών χειρογράφων των Commentarii [στο ίδιο, σελ. 273-75], των οποίων ετοιμάζει ή έχει ήδη ετοιμάσει νέα έκδοση. Για την ιστορία αυτών των δύο χειρογράφων σημειώστε επίσης Kramer, «Untersuchungen», σελ. 61, 83-88. Τέλος πρέπει να σημειώσουμε ένα συνοπτικό αλλά σημαντικό άρθρο τού Giuseppe Bernetti, «Ricerche e problemi nel Commentarii di Enea Silvio Piccolomini», La Rinascita, II-7 (1939), 449-75, ανατυπωμένο σχεδόν χωρίς αλλαγή στο βιβλίο του Saggi e studi sugli scritti di Enea Silvio Piccolomini (1971), σελ. 31-52. Ο Bernetti έχει κάποιες ενδιαφέρουσες σκέψεις για τα απομνημονεύματα τού Πίου Β΄, ιδιαίτερα ότι η περιγραφή (στο βιβλίο viii) των τελετών που συνόδευαν την υποδοχή τής κάρας τού Αγίου Ανδρέα στη Ρώμη τον Απρίλιο τού 1462 (με την οποία τελειώνει το παρόν Κεφάλαιο) αποτελεί στην πραγματικότητα «το προσδιοριστικό σημείο, τον βασικό πυρήνα» (l’origine, il nucleo primo) των Commentarii. Ο Bernetti πιστεύει ότι ο Πίος, έχοντας γράψει αυτό το τμήμα, συνέχισε γρήγορα με το υπόλοιπο έργο, γράφοντας ή μάλλον υπαγορεύοντας τα βιβλία i-xii μεταξύ Πάσχα 1462 και Χριστουγέννων 1463 (Saggi e studi, σελ. 32) και υπαγορεύοντας αλλά μη ολοκληρώνοντας το βιβλίο xiii μεταξύ Απριλίου και Ιουνίου 1464 [στο ίδιο, σελ. 39, σημείωση 6]. O Ceserani, ό. π., σελ. 277, λίγο-πολύ συμφωνεί με αυτή τη χρονολόγηση. Με άλλα λόγια ο Πίος έγραψε τα απομνημονεύματά του το 1462-1463. Δεν κρατούσε ημερολόγιο των γεγονότων, όπως αυτά συνέβαιναν από χρόνο σε χρόνο.
- [←14]
-
Πρβλ. B. Widmer, Enea Silvio (1960), σελ. 103.
- [←15]
-
Raynaldus, Annales ecclesiastici ad ann. 1459, αριθ. 2-3, τόμ. XIX (1693), σελ. 15, J. W. Zinkeisen, Gesch. d. osman. Reiches στο Europa, II (Γκότα, 1854), 237-38, Voigt, Enea Silvio, III (1863), 652, Hefele και Leclercq, Hist des conciles, VII-2 (1916), 1292, Pastor, Gesch. d. Päpste, II (ανατυπ. 1955), 39, Erich Meuthen, Die letzten Jahre des Nikolaus von Kues, Cologne, 1958, σελ. 47-48 και έγγραφο αριθ. 17, σελ. 155-57, με σημειώσεις.
Για το απατηλό σταυροφορικό τάγμα που δημιουργήθηκε από τον Γάλλο Ζεράρ βλέπε Πίο Β΄, Comm., βιβλίο xii, αγγλική μεταφρ., σελ. 790–92, εκδ. Φρανκφούρτης, 1614, σελ. 322-23. Οργανώθηκε επίσης μία Εταιρεία Ιησού Χριστού (Societas Jesu Christi),
«που πρόκειται να αποσταλεί με δικά μου έξοδα, να πάρει τα όπλα και να ξεκινήσει εκστρατεία εναντίον των Τούρκων, των εχθρών τού χριστιανικού ονόματος»,
(propriis sumptibus arma capere expeditionemque inire in Turchos hostes Christiani nominis immittendam)
όπως αναφέρεται σε επιστολή τού Πίου από την κούρτη προς τα μέλη τής νέας εταιρείας [Arch. Segr. Vaticano, Reg. Vat. 469, φύλλο 486, με ημερομηνία 15 Ιανουαρίου 1459, για το οποίο πρβλ. Pastor, II, 39-40, σημείωση]. O Πίος εξέδωσε κι άλλη βούλλα σε έπαινο αυτής τής εταιρείας στις 29 Ιουνίου 1459 [Reg. Vat. 471, φύλλα 201-202], αλλά η «societas» δεν έκανε ποτέ κάτι. Η έγνοια τού Πίου για τη σταυροφορία περιγράφεται στο Else Hocks, Pius II. und der Halbmond, Φράιμπουργκ ιμ Μπράισγκαου, 1941, ιδιαίτερα σελ. 55 και εξής, που δεν δίνει αναφορές στις πηγές και φαίνεται ότι βασίζεται σε ανεπαρκή βιβλιογραφία.
- [←16]
-
Ένα σημαντικό μητρώο στα Αρχεία Βατικανού [Arm. XXXIX, τόμος 8] περιέχει το παρακάτω ημερολόγιο γεγονότων [φύλλο 28]:
«Ο κύριος πάπας Κάλλιστος Γ΄ πέθανε στις 6 Αυγούστου 1458.
(Dominus Calistus papa III obiit die VI Αugusti 1458.
Ο κύριος Πίος έγινε πάπας Β΄ στις 19 τού εν λόγω μήνα Αύγουστου.
Dominus Pius papa II creatus die XVΙΙΙI dicti mensis Augusti.
Στις 22 Ιανουαρίου 1459 ο κύριος Πίος αναχώρησε από την πόλη.
Die XXII Ian. MCCCCLVIIII dominus Pius recessit de urbe.
Στις 26 τού εν λόγω μήνός μπήκε στο Σπολέτο και βγήκε από αυτό στις 29.
Die XXVI dicti mensis intravit Spoletum et exivit XXVIIII eiusdem.
Την 1η Φεβρουαρίου μπήκε στην Περούτζια και βγήκε στις 19.
Die prima Febr. MCCCCLVIIII intravit Perusium et exivit XVIIII.
Στις 24 Φεβρουαρίου μπήκε στη Σιένα και βγήκε στις 23 Απριλίου 1459.
Die XXIΙII Febr. intravit Senas et exivit XXIII Αprilis 1459.
Στις 25 Απριλίου μπήκε στη Φλωρεντία και βγήκε στις 5 Μαΐου.
Die XXV Αprilis intravit Florentiam et exivit V Maii.
Στις νόνες Μαΐου [7 Μαΐου] μπήκε στη Μπολώνια και βγήκε στις 16 τού ίδιου μήνα.
Die nona Maii intravit Bononiam et exivit XVI eiusdem.
Στις 17 τού μήνα μπήκε στη Φερράρα και βγήκε στις 25 τού ίδιου μήνα.
Die XVII dicti mensis intravit Ferrariam et exivit XXV eiusdem.
Στις 27 Μαΐου 1459 μπήκε στη Μάντουα»
Die XXVII Maii 1459 intravit Mantuam).
Σχολιάζοντας αυτό το δρομολόγιο μπορούμε να σημειώσουμε ότι σε επιστολή γραμμένη στην Περούτζια στις 9 Φεβρουαρίου 1459 ο Πίος υποδείκνυε την πρόθεσή του «να φύγει για τη Σιένα στις 20 τού μηνός» (Ad vicesimam Februarii hinc discedemus Senas…) [Brevia στο Arm. XXXIX, τόμος 9, φύλλο 14]. Ήταν στο Κορσινιάνο στις 22 Φεβρουαρίου [στο ίδιο, φύλλα 17, 18] και στη Σιένα στις 25 [φύλλο 18]. Άλλη επιστολή, αν έφερε σωστή ημερομηνία, γράφτηκε στη Σιένα στις 24 Φεβρουαρίου [φύλλα 19–20], τη μέρα τής άφιξής του. Tο πρώτο μητρώο που αναφέρεται εδω [Arm. XXXIX, τόμος 8] φέρει την παλαιά αρίθμηση 2804, που αποτελεί υπνθύμιση των λυπηρών ζημιών που έχουν υποστεί τα Αρχεία τού Βατικανού.
- [←17]
-
Pius II, Comm., βιβλίο iii, αγγλική μεταφρ., σελ. 191-92, εκδ. Φρανκφούρτης, 1614, σελ. 60-61, Crivelli, Expeditio in Turcas στο RISS, XXIII (1733), στήλες 66B, 77-78 και επιμ. G. C. Zimolo, στο νέο Muratori, XXIII-5 (1948-50). 80 και εξής, 98 και εξής. Πρβλ. Raynaldus, Annales ecclesiastici ad ann. 1459, αριθ. 42, τόμ. XIX (1693), σελ. 26-27, Lesca, «I Commentarii», σελ. 90 και εξής.
- [←18]
-
Raynaldus, Annales ecclesiastici ad ann. 1459, αριθ. 15, τόμ. xix, σελ. 18 και βλέπε επιστολές Πίου Β΄ προς καρδινάλιο Καρβαχάλ και αυτοκράτορα Φρειδερίκο Γ΄, για την ανάγκη να αφεθεί ο Ματίας Κορβίνους ήσυχος, ενώ προσπαθούσε να αμυνθεί απέναντι στις τουρκικές επιθέσεις [Brevia, στο Arch. Segr. Vaticano, Arm. XXXIX, τόμος 9, φύλλα 28-29]. Η παράθεση στο κείμενο προέρχεται από την επιστολή προς τον αυτοκράτορα, γραμμένη στη Σιένα στις 2 Απριλίου 1459 [φύλλο 29]. Στις 13 Απριλίου ο Πίος έγραφε στον αυτοκράτορα, δικαιολογώντας την αναγνώριση τού Ματίας ως βασιλιά τής Ουγγαρίας, όπως είχε ήδη κάνει ο Κάλλιστος Γ΄: «έτσι λοιπόν ή δίκαια ή ειλικρινά θα μπορούσαμε να κλέψουμε από την περιοχή το όνομά της» (non ergo aut juste aut honeste poteramus cum regio nomine spoliare…) [στο ίδιο, φύλλο 32 και πρβλ. επιστολή Πίου προς Καρβαχάλ στις 14 τού μηνός, φύλλα 32-33 και αλλού, καθώς και αξιοσημείωτη επιστολή προς Καρβαχάλ από τη Μάντουα στις 5 Νοεμβρίου, στο ίδιο, φύλλα 89-91].
Για την από πλευράς Κάλλιστου Γ΄ πλήρη αποδοχή τής ανόδου τού Ματίας Κορβίνους στον ουγγρικό θρόνο, «για να υπάρχει καλή τύχη στη βασιλεία του και διαρκής ειρήνη και γαλήνη για την ευτυχία όλης τής Χριστιανοσύνης» (quod bonum felixque sit ad regni ipsius pacem et tranquillitatem perpetuamque totius Christianitatis felicitatem), βλέπε Arm. XXXIX, τομ. 7, φύλλο 165 και στο ίδιο, φύλλα 167, 168-169, 170 και εξής.
Οι περισσότερες από αυτέ τις επιστολές (Μαρτίου 1458) προέτρεπαν τούς παραλήπτες τους να εργαστούν για την καταστροφή τού άπιστου Τούρκου.
Η διαμάχη μεταξύ Φρειδερίκου και Ματίας ήταν πολύ δύσκολο να διακανονιστεί. Βλέπε Arm. XXXIX, τομ. 9, φύλλα 54-55, παπικές επιστολές στις 6 Ιουλίου 1459 προς τούς δύο ηγεμόνες. Το αρχείο αυτό περιέχει πολλές επιστολές για τα προβλήματα που προκαλούσε ο Φρειδερίκος στο απειλούμενο βασίλειο τής Ουγγαρίας (regnum Hungariae), για τα οποία εφεξής δεν θα κάνω ιδιαίτερη αναφορά, αφού τις περισσότερες φορές μόνο εμμέσως σχετίζονται με το «Ανατολικό ζήτημα». Παρά το γεγονός ότι ο Πίος Β΄ εύρισκε ασφαλώς τον Φρειδερίκο εξοργιστικό στην αντιμετώπιση, υπήρχε μεταξύ τους αυθεντική φιλία. Πρβλ., στο ίδιο, φύλλα 74-75 και άλλα.
Οι συνθήκες ήσαν πολύ κρίσιμες κατά τη διάρκεια τού καλοκαιριού τού 1459 και στις 25 Ιουλίου ο Πίος έγραφε στον Στέφανο ντε Ναρντίνι από τη Μάντουα, ότι ο δρόμος για την Ουγγαρία ήταν ανοιχτός για τούς Τούρκους ύστερα από τη χριστιανική απώλεια τής Σεμέντρια (Σμεντέρεβο):
«…Ειδικά αυτόν τον καιρό, στον οποίο, όπως η σωφροσύνη σας πρέπει τώρα να κατανοεί, η απώλεια τής πόλης τής Σεμέντρια έχει έρθει σαν πληγή για τη Χριστιανοσύνη και είναι σαφές ότι οι Τούρκοι μπορούν να περιπλανώνται ελεύθερα στην Ουγγαρία…» [στο ίδιο, φύλλο 59].
(… hoc presertim tempore in quo sicut devotio tua intellexisse iam debuit Zendren. opido [sic] amisso secundum vulnus Christianitati inlatum est, et Turcis liber in Ungariam patet excursus…)
Ο Στέφανο ντε Ναρντίνι από το Φορλί (Forliviensis) είχε διοριστεί «απεσταλμένος και νούντσιος» (orator et nuntius) στη Γερμανία λίγους μήνες πριν, —όταν ο Πίος βρισκόταν στη Φλωρεντία (από τις 25 Απριλίου μέχρι τις 5 Μαΐου 1459, σύμφωνα με το δρομολόγιο στο Arm. XXXIX, τόμος 8, φύλλο 28)— με την πολύ δύσκολη αποστολή τής διαπραγμάτευσης ειρήνης μεταξύ των Γερμανών ηγεμόνων. Βλέπε τη βούλλα που «εκδόθηκε στη Φλωρεντία το έτος κλπ. 1459 (χωρίς ημερομηνία) κατά το πρώτο έτος τής παπικής μας θητείας» (datum Florentie, anno κλπ., MCCCCLVIIII, pontificatus nostri anno primo), στο Reg. Vat. 471, φύλλο 107 και πρβλ. φύλλο 108. Λίγο μετά την άνοδό του στον θρόνο, ο Ματίας Κορβίνους έστειλε απεσταλμένο στον Σκεντέρμπεη [J. Gelcich και L. Thallóczy, Diplomatarium ragusanum, Βουδαπέστη, 1887, αριθ. 365, σελ. 613], προφανώς για να συζητήσει τη σταυροφορία.
- [←19]
-
Ο Κάλλιστος Γ΄ φαίνεται ότι έτρεφε μεγάλη εχθρότητα για τον πρώην προστάτη του, τον Αλφόνσο Ε’ τής Νάπολης και τής Aραγωνίας–Καταλωνίας (πέθανε στις 27 Ιουνίου 1458). Για προφανείς λόγους έκρινε σκόπιμο να συγκαλύπτει τα αισθήματά του κατά τη διάρκεια τής ζωής τού Αλφόνσο, αλλά ύστερα από τον θάνατo τού τελευταίου αρνήθηκε απολύτως να αναγνωρίσει τον Φερράντε ως βασιλιά τής Νάπολης. Η άνοδος τού Πίου Β΄ στον παπικό θρόνο είχε ως συνέπεια την πλήρη αλλαγή τής παπικής πολιτικής, με μεταγενέστερες ανταμοιβές προς την οικογένεια Πικκολομίνι στο βόρειο βασίλειο. Πρβλ. N. M(engozzi), «Il Pontefice Pio II e Taragonese Ferdinando I, re di Napoli», Bullettino senese di storia patria, XX (1913), 263-80, με εννέα έγγραφα (από τον Αύγουστο τού 1458 μέχρι τον Φεβρουάριο τού 1460), προερχόμενα από τον Arm.–Ad. Messer, Le Codice aragonese: Contribution a l’ histoire des Aragonais de Naples, Παρίσι, 1912, ο οποίος δημοσιεύει 358 έγγραφα από παρισινό χειρόγραφο, που εκτείνονται από την 1η Ιουλίου 1458 μέχρι τις 20 Φεβρουαρίου 1460.
- [←20]
-
Πίος Β΄ προς Κάρολο Ζ’, έγγραφο με ημερομηνία 14 Ιουλίου 1459 στα Brevia [Arch. Segr. Vaticano, Arm. XXXIX, τόμος 9, φύλλο 58]:
«…Έρχονται σε εμάς αγγελιοφόροι σχεδόν καθημερινά από την Ουγγαρία, τη Βοσνία, την Αλβανία, την Πελοπόννησο και από πολλούς άλλους τόπους πιστών και από αρκετούς από αυτούς έχουμε τη μαρτυρία ότι τίποτε στη χριστιανική υπόθεση δεν είναι πιο καταστροφικό από τη βραδύτητα με την οποία προσφέρεται βοήθεια…».
(… Accedunt nuntii pene quottidiani ex Ungaria, Bosna et Αlbania, et Peloponesso multisque aliis fidelium locis ad nos venientes quorum testimonio satis cerium habemus nichil rebus Christianorum calamitosius esse quam tarditatem hanc tantam ferendi auxilii…)
- [←21]
-
Πρβλ. στο ίδιο, φύλλα 84-86 και ιδιαίτερα φύλλα 93-94, 112–113, 116–117. Η προσοχή τού Καρόλου δεν επρόκειτο να αποσπαστεί από τις δυτικές υποθέσεις, ιδιαίτερα από τις Ανδεγαυές διεκδικήσεις επί τής Νάπολης.
- [←22]
-
Τα Pius II, Comm., βιβλίο ΙΙΙ, αγγλική μεταφρ., σελ. 206-17, εκδ. Φρανκφούρτης, 1614, σελ. 65-70, ασχολούνται εκτεταμένα με την πρεσβεία που έστειλε ο Φίλιππος στη Μάντουα υπό τον Ιωάννη τής Κλεβ. Το μεγαλύτερο μέρος των βιβλίων vi και vii των Commentarii τού Πίου είναι αφιερωμένο στις υποθέσεις τής Γερμανίας, Γαλλίας, Αγγλίας, Ισπανίας, Νάπολης, Κύπρου και Σαβοϊας, με ιστορικές αναλύσεις των κυρίων προβλημάτων αυτών των χωρών μέχρι την εποχή τής παπικής του θητείας.
Ο Φίλιππος τής Βουργουνδίας αποτελούσε το επίκεντρο των παπικών ελπίδων, έχοντας αρχικά υποσχεθεί ότι θα ερχόταν προσωπικά στη Μάντουα. Πρβλ. επιστολή Πίου προς Φίλιππο, γραμμένη στη Φλωρεντία στις 3 Μαΐου 1159 [Brevia στο Arch. Segr. Vaticano, Arm. XXXIX. τόμος 9, φύλλα 35-36]: «…Πιστεύουμε ότι πρόκειται να έλθουν πάρα πολλοί ηγεμόνες, που διαφορετικά θα ήσαν πιο πρόθυμοι να αγκαλιάσουν την εγχώρια ηρεμία τους…» (…Confidimus te veniente venturos esse complurimos principes qui alioquin libentius domesticum otium amplectentur…).
Για την άφιξη τού Ιωάννη τής Κλεβ στη Μάντουα πρβλ. στο ίδιο, φύλλα 61-62, παπικές επιστολές τής 29η Ιουλίου 1459 και αλλού, όπως φύλλο 73. Αν και είχε γίνει φίλος τής παράταξης τής Υόρκης, ο Πίος προσπαθούσε μέσω των λεγάτων του, τού Φραντσέσκο Κοππίνι, επίσκοπου Τέρνι και τού Ζαν Ζουφρουά, επίσκοπου Αρράς, για την εγκαθίδρυση ειρήνης στην Αγγλία, απ’ όπου έλπιζε να αντλήσει άνδρες και χρήματα για τη σταυροφορία. Βλέπε Constance Head, «Pope Pius II and the Wars of the Roses», Archivum historiae pontificiae, VII1 (Ρώμη, 1970), 139-78.
Στο Archivio di Stato di Milano, Arch. Visconteo-Sforzesco, Potenze Estere, Cart. 48 («Roma») υπάρχει χωρίς ημερομηνία πρόγραμμα των τρεχουσών ετοιμασιών για τη σταυροφορία (το οποίο κάποιος αρχειονόμος έχει αποδώσει στον Ιανουάριο τού 1459, παρόλο που τα σχόλια προφανώς εκτείνονται σε περισσότερο από ένα έτος), όπου το αρχικό κείμενο έχει αναθεωρηθεί από δεύτερο αλλά τής ίδιας εποχής χέρι. Λέγεται για τον βασιλιά τής Αγγλίας: «Τίποτε οριστικό δεν έχει ακόμη υποσχεθεί» (Nihil adhuc certi promissit) και το δεύτερο χέρι προσθέτει: «ούτε ακόμη αν πρόκειται να συμμετάσχει» (neque etiam ad hoc videtur intendere). Η επόμενη σημείωση φαίνεται να αφορά τον βασιλιά τής Ισπανίας: «Πολεμά εναντίον των Αράβων τής Γρανάδας και δεν είναι εύκολο να συμμετάσχει σε εκστρατεία εναντίον των Τούρκων» (Pugnat contra Granatenses neque ei contra Turchos facilis expeditio est) και το δεύτερο χέρι προσθέτει: «ούτε θα υπάρχει ποτέ τέτοια ελπίδα» (nec futura speratur). Kαι για τούς Ενετούς αναφέρεται: «Φαίνεται ότι είναι έτοιμοι να εκστρατεύσουν από στεριά και θάλασσα με ορισμένους από τούς βασιλείς και ηγεμόνες, για να είναι επίσης παρόντες με ισχυρό στόλο» (Cum certam regum et principum terra marique paratam expenditionem viderunt, aderunt et ipsi cum valida classe) και το δεύτερο χέρι έχει διαγράψει τις λέξεις «ούτε θα είναι οι τελευταίοι χριστιανοί» (nec postremi Christianorum erunt), αντικαθιστώντας αυτές με τις επόμενες: «στο μεταξύ φαίνεται ότι ετοιμάζονται πολύ αργά και ίσως θα είναι μεταξύ των τελευταίων» (quam interim satis lente preparare videntur, et forsitan inter postremos erunt) !
- [←23]
-
Πρβλ. Ernesto Pontieri, Per la Storia del regno di Ferrante I d’ Aragοna, re di Napoli: Studi e ricerche, 2η εκδ., Νάπολη, 1969, σελ. 92 και εξής, 231-36.
- [←24]
-
Pius II, Comm., βιβλίο iii, αγγλική μεταφρ., σελ. 217, 219, 223-26, 252, 254, εκδ. Φρανκφούρτης, 1614, σελ. 70, 72-73, 82–83. Στις 16 Σεπτεμβρίου (1459) ο Πίος έγραφε απαντώντας στον φιλο-Ανδεγαυό πρίγκηπα τού Τάραντα, από τον οποίο είχε μόλις πάρει επιστολή ότι «…τίποτε άλλο δεν έχουμε να απαντήσουμε, μόνο ενοχλητικές είναι για εμάς οι διαφωνίες σας…» (…nichil aliud respondere habemus nisi molestas esse nobis vestras dissensiones…) [Arch. Segr. Vaticano, Arm. XXXIX, τόμος 9, φύλλο 81].
O Φραντσέσκο Σφόρτσα είχε λόγους να φοβάται τούς Γάλλους, οι οποίοι δεν χαλάρωναν το ενδιαφέρον που είχαν αποκτήσει για το δουκάτο τού Μιλάνου ύστερα από τον γάμο (το 1387) τής Βαλεντίνας Βισκόντι, κόρης τού Τζιαν Γκαλεάτσο, με τον Λουδοβίκο, δούκα τής Τουραίν και αργότερα τής Ορλεάνης, τον αδελφό τού βασιλιά Καρόλου ΣΤ’ τής Γαλλίας. Όπως έχουμε σημειώσει, η σύζυγος τού Φραντσέσκο Σφόρτσα, η Μπιάνκα Μαρία Βισκόντι, κόρη τού δούκα Φίλιππο Μαρία, ήταν εξώγαμη, πράγμα που έδινε στον τότε δούκα Ορλεάνης Κάρολο, γιο τής Βαλεντίνας και τού Λουδοβίκου, εξαιρετική διεκδίκηση επί τού Μιλάνου, την οποία μάλιστα ο γιος τού ίδιου τού Καρόλου, ο Λουδοβίκος ΙΒ΄ τής Γαλλίας, θα υπερασπιζόταν αργότερα (το 1499–1500). Όμως το 1459 οι Πίος Β΄ και Φραντσέσκο Σφόρτσα μπορούσαν να συμφωνήσουν σε πολιτική με στόχο να κρατήσουν τούς Γάλλους έξω από την Ιταλία, γιατί την ανακατάληψη τής Νάπολης από τούς Ανδεγαυούς θα ακολουθούσε φυσικά η κατάληψη τού Μιλάνου από τούς Ορλεανιστές. Tότε ο παπισμός θα βρισκόταν ανάμεσα στην πάνω και την κάτω μυλόπετρα. Πρβλ. Voigt, Enea Silvio, III, 64-66. και Chr. Lucius, Pius II und Ludwig XI, von Frankreich, 1461-1462, Giessen diss., Χαϊδελβέργη, 1913.
Στο ταξίδι επιστροφής από τη Μάντουα στη Ρώμη ο Πίος σταμάτησε στη Φλωρεντία, όπου εξήγησε στον γαλλόφιλο Κόσιμο Μέδικο «ότι προστάτευε την Ιταλία όσο προστάτευε τον Φερράντε» (… tueri se Italiam dum Ferdinandum tueretur) [στα Comm., βιβλίο iv, Φρανκφούρτη, 1614, σελ. 96, γραμμές 46-47]. Αν και, συσχετίζοντας με τη στροφή των γεγονότων μερικά χρόνια αργότερα, η αναφορά που έστειλε ο Mιλανέζος πρεσβευτής στη Ρώμη Όττο ντελ Καρέττο προς τον κύριό του Φραντσέσκο Σφόρτσα στις 12 Μαρτίου 1462 αποτελεί ένα από τα πιο διαφωτιστικά έγγραφα που έχουμε για την ιταλική πολιτική τού Πίου [Pastor, Acta inedita, I (1904), αριθ. 125, σελ. 150-62]. Παρά τις διαβεβαιώσεις του στα Commentarii ότι ποτέ δεν αμφιταλαντεύτηκε και ότι ενθάρρυνε το Mιλάνο να διασπάσει τη συμμαχία με τον Φερράντε τής Νάπολης κατά τη διάρκεια τού πολέμου των Ανδεγαυών-Αραγώνων στην Ιταλία, βρίσκουμε τον πάπα να φοβάται ότι η πολιτική αυτή είχε στην πραγματικότητα ναυαγήσει και τον πρεσβευτή να τον προτρέπει να παραμείνει σταθερός!
- [←25]
-
Πρβλ. Pius II, Comm., βιβλίο iii, αγγλική μεταφρ., σελ. 232-33, 250-51, 254, εκδ. Φρανκφούρτης, 1614, σελ. 75, 82, 83, Pastor, Acta inedita, I, αριθ. 77, 81, 83, 85-86. Πρβλ. επίσης επιστολή τού πάπα στις 28 Ιουλίου (1459) προς τούς Φλωρεντινούς στον τόμο του Brevia [Arch. Segr. Vaticano, Arm. XXXIX, τόμος 9, φύλλο 61]:
«Ζητήσαμε την αφοσίωσή σας πολλές φορές, ώστε να μη καθυστερήσετε να στείλετε εκπροσώπους σε αυτή τη συγκέντρωση τής Μάντουα».
(Requisivimus devotionem vestram sepius ut oratores ad conventum hunc Mantuanum mittere non differretis …)
Ο πάπας πίστευε ότι οι ιταλικές δυνάμεις έπρεπε να δώσουν καλό παράδειγμα στους «πέρα από τα βουνά» (ultramontani) και σημειώστε στο ίδιο, φύλλα 68-69, 71. Μεταξύ των επιστολών προς τον δόγη τής Βενετίας για την καθυστέρηση τής Δημοκρατίας να στείλει απεσταλμένους στη Μάντουα, βλέπε εκείνη στις 3 Αυγούστου [φύλλο 71].
- [←26]
-
Πρβλ. Arch. di Stato di Venezia, Sen. Mar, Reg. 6, φύλλο 118 (119), απόφαση τής Γερουσίας με ημερομηνία 6 Απριλίου 1459:
«Επειδή η πόλη μας τής Κορώνης, όπως μαθαίνουμε από επιστολές τής κυβέρνησής της, είναι άδεια από πολεμοφόδια, τα οποία προσφέρουν μεγάλη προστασία στο κράτος μας και πρέπει να προβλέπονται, ειδικά σε αυτούς τούς καιρούς που ο Τούρκος Αμηράς έχει υπερνικηθεί, αποφασίζεται ότι με εξουσιοδότηση αυτού τού συμβουλίου θα αποσταλούν στην Κορώνη με το πρώτο δρομολόγιο από τούς εδώ διευθυντές μας τού Ναυστάθμου … πυρομαχικά, τα οποία οι προαναφερθέντες διευθυντές τού Ναυστάθμου θα πληρώσουν από κατατεθειμένα χρήματα, τα οποία πρέπει να υπάρχουν στη διοίκηση»,
(Quia civitas nostra Coroni, ut litteris regiminis illius habetur, munitionibus vacua est, tutelle cuius que a nostro dominio magni facienda est sit providendum his precipue temporibus quibus Theucer Amoream adeptus est, vadit pars quod auctoritate huius consilii mitti debeant per patronos nostri Arsenatus Coronum per primum passagium … munitiones que suprascriptis patronis Arsenatus solvantur de pecuniis depositi quod in procuratia fieri debet)
ενώ ακολουθεί κατάλογος κανονιών (bombardae), τουφεκιών (sclopeti), πετροβόλων (springardae), βαλλιστρών (ballistae), κλπ., που έπρεπε να σταλούν στην Κορώνη [στο ίδιο, φύλλο 118 (119)]. Ένα μήνα αργότερα, στις 7 Μαΐου (1459), η Γερουσία συμφωνούσε ότι «η πόλη μας Νεάπολη [Ναύπλιο] τής Ρωμανίας, όπως είναι γνωστό, βρίσκεται στα σαγόνια των Τούρκων» (civitas nostra Neapolis Romanie, ut notum est, in faucibus Theucrorum est) και καταγράφονταν όπλα και πυροβολικό για αποστολή στο Ναύπλιο [φύλλο 121 (122)]. Στις 17 Αυγούστου η Γερουσία ψήφισε να ενισχύσει τις οχυρώσεις τού Νεγκροπόντε [φύλλο 138 (139) και πρβλ. φύλλο 174 (175), έγγραφα με ημερομηνία 20 Μαΐου 1460].
Tην άνοιξη τού 1460 η Γερουσία ενέκρινε τη συνέχιση τής (μάλλον μικρής) οικονομικής βοήθειας προς τον Σκεντέρμπεη, «επειδή … αυτός είναι χρήσιμος και έχει προσφέρει πολλά για τη διατήρηση τής κυριαρχίας μας σε εκείνα τα μέρη» (cum … ipse utilis [sit] et ad conservationem status nostri ipsarum partium plurimum conferat) [φύλλο 165 (166), με ημερομηνία 4 Απριλίου].
Διάφορα άλλα έγγραφα σε αυτό το μητρώο μαρτυρούν τις προφυλάξεις που έπαιρναν οι Ενετοί, για να προστατεύσουν τα εδάφη τους από την τουρκική επίθεση. Ο Giuseppe Valentini, «La Crociata de Pio II dalla documentazione veneta d’ archivio», Archivum historiae pontificiae, XIII (1975), 249-82 έχει δημοσιεύσει πολύτιμo κατάλογο ενετικών εγγράφων σχετικών με τη «σταυροφορία» την εποχή τού Πίου Β΄ (όπως έχει επίσης κάνει για τις παπικές θητείες των αμέσων προκατόχων τού Πίου, για το οποίο βλέπε πιο πάνω, Κεφάλαιο 2, σημείωση 99).
- [←27]
-
Pius II, Comm., βιβλίο iii, αγγλική μεταφρ., ιδιαίτερα σελ. 257-59, εκδ. Φρανκφούρτης, 1614, σελ. 85, Cugnoni, Opera inedita, σελ. 512, 513, τα διαγραμμένα αποσπάσματα για τούς Ενετούς.
- [←28]
-
Πρβλ. Pius II, Comm, βιβλίο iii, αγγλική μεταφρ., σελ. 193-94, εκδ. Φρανκφούρτης, 1614, σελ. 61, Cugnoni, Opera inedita, σελ. 511, για τη δυσαρέσκεια τού Λοντοβίκο Τρεβιζάν.
- [←29]
-
Pius II, Comm., ό. π., Pastor, Gesch. d. Päpste, II (ανατυπ. 1955), 50-52 και πρβλ. Hefele και Leclercq, Histoire des conciles, VI1-2 (1916), 1299.
- [←30]
-
«Nos, dilecte fili, sicut antea scripsimus, pedibus tuis opus esse non putabamus, nec presens necessitas agilitatem membrorum et robur querebat; ingenio tuo et usu rerum quem habes indigere regem Ferdinandum et res nostras arbitrabamur….». Arch. Segr. Vaticano, Arm. XXXIX, τόμος 9, φύλλα 143-144, «γραμμένη στο Κορσινιάνο στις 18 Σεπτεμβρίου τού τρίτου έτους» (datum Corsignani, XVIII Septembris, anno tertio).
- [←31]
-
Pius II, Comm., βιβλίο ΙΙΙ, αγγλική μεταφρ., σελ. 200, εκδ. Φρανκφούρτης, 1614, σελ. 63. Για τη διάσκεψη τής Μάντουα, σημειώστε επίσης Campano, Vita Pii II, επιμ. G. C. Zimolo στο νέο Muratori, RISS, IIΙ-3 (1964), 28. 36-40, 52 και βιογραφία Πίου από Platina στο ίδιο, σελ. 106-7, 100 και πρβλ. Pastor, Gesch. d. Päpste, II (ανατυπ. 1955), 56-57. Για το ενδιαφέρον τού πάπα για την ένωση των εκκλησιών και τη στάση του απέναντι στις Ανατολικές Oρθόδοξες εκκλησίες, πρβλ. το συνοπτικό άρθρο τού Fr. Georg Hofmann, «Papst Pius II, und die Kircheneinheit des Ostens», Orientalia Christiana periodica, XII (1946), 217-37.
- [←32]
-
Arch. Segr. Vaticano, Reg. Vat. 471, φύλλο 202, «γραμμένη στη Μάντουα, το έτος κλπ. 1459, 4 μέρες πριν από τις καλένδες Ιουνίου, κατά το πρώτο έτος τής παπικής μας θητείας» (datum Mantue, anno etc., MCCCCLVIIII, tertio Kal. Iunii, pontificatus nostri anno primo). Η επιστολή αποτελεί «άφεση αμαρτιών για ευεργεσία των Δημητρίου και Μιχαήλ, στρατιωτών τής Κωνσταντινούπολης» (indulgentia pro benefacientibus Demetrio et Michaeli, militibus Constantinopolitanis).
O Πίος λέει ότι
«… έτσι, μετά την άθλια καταστροφή τής πόλης τής Κωνσταντινούπολης εμφανίστηκαν ενώπιόν μας οι αγαπημένοι μας γιοί ευγενείς Δημήτριος και Μιχαήλ Λεοντάρης, στρατιώτες των οποίων οι πρόγονοι, όπως γνωρίζουμε από αξιόπιστη πηγή, ήσαν επίσης ιδιαίτερα ονομαστοί σε παλαιότερες εποχές Ρωμαίων αυτοκρατόρων στην ίδια πόλη τής Κωνσταντινούπολης, είχαν εξουσία και δύναμη και λόγω των αναρίθμητων και ηρωικών αρετών τους, τής αίγλης τού αίματος και τής γενναιοδωρίας τους, τής εξουσίας και τού μεγάλου πλούτου τους, ήσαν φως και στολίδι όλης τής Ελλάδας, αλλά και μετά την αυτοκρατορία, όταν η προσφορά στους ανθρώπους δεν απέδωσε τίποτε. Αλλά τώρα που ανατράπηκε η πόλη αυτή και η αυτοκρατορία και υποβαθμίστηκε σε αυτού τού είδους την τουρκική τυραννία, οι ανωτέρω είναι άποροι, στερούνται τα πάντα, βρίσκονται τώρα σε δυσκολίες και υποφέρουν τις εμπειρίες μιας διαφορετικής τύχης, χωρίς να μπορούν να συντηρήσουν ούτε την ίδια τους τη ζωή χωρίς την έγκριση και την ελεημοσύνη των πιστών, των ευσεβών ανθρώπων που θα τούς ανακουφίσουν…».
(… cum itaque post illud miserabile excidium civitatis Constantinopolitane ad nostram presentiam venerint dilecti filii nobiles viri Demetrius et Michael Leontarii milites quorum progenitores, sicut fidedigna relatione percepimus, et supra nominati quoque apud olim Romeorum imperatores in eadem civitate Constantinopolitana maxime auctoritatis et potentie extitere quique ob innumerabiles et eroicas virtutes, splendorem sanguinis, et munificentiam, auctoritatem et maximas divitias totius Grecie lumen et ornamentum habebantur et post imperatorem, dum in humanis ageret, nemini cederent: Nunc vero everso imperio et civitate huiusmodi in tirannidem Turchorum redacta supradicti rerum egeni et ab omnibus destituti in erumnis versantur et varietatum fortune experimentum in se patiuntur nec vitam suam substentare valent nisi fidelium suffragia et elemosine piarum personarum eisdem subministrentur…)
- [←33]
-
Ο Τζάκοπο ντέλλα Μάρκα ήταν Μινορίτης ομολογητής, ο οποίος είχε κηρύξει για σαράντα περίπου χρόνια στην Ιταλία και την Ουγγαρία. Τρία χρόνια αργότερα, την άνοιξη τού 1462, επρόκειτο να προκαλέσει τρομακτική ανανέωση τής διαφωνίας μεταξύ των Φραγκισκανών και των Δομινικανών όσον αφορά το αίμα τού Χριστού, στην οποία ο Πίος Β΄ αφιερώνει μεγάλο μέρος τού βιβλίου xi των απομνημονευμάτων του [Commentarii, αγγλική μεταφρ., σελ. 703-29, εκδ. Φρανκφούρτης, 1614, σελ. 278-92 και πρβλ. Voigt, Enea Silvio, III, 591-93 και Pastor, Gesch. d. Päpste, II (ανατυπ. 1955), 197-98]. Παρά το γεγονός ότι ο πάπας και η πλειοψηφία των καρδινάλιων ήσαν υπέρ τής άποψης των Δομινικανών, «δεν φαινόταν κατάλληλη η έκδοση επίσημης ανακοίνωσης τότε, για να μην προσβληθεί το μεγάλο σώμα των Μινοριτών, τού οποίου ήταν απαραίτητο το κήρυγμα εναντίον των Τούρκων» [Comm., βιβλίο xi, αγγλική μεταφρ., σελ. 729].
Ο Τζάκοπο ντέλλα Μάρκα (1391-1476) αγιοποιήθηκε στις 10 Δεκεμβρίου 1726. Αποτελεί αντικειμενο μεγάλης βιβλιογραφίας [για τις παλαιότερες δημοσιεύσεις, βλέπε U. Chevalier, Repertoire: Bio-bibliographie, II (Παρίσι, 1907), στήλη 2321], ενώ έγγραφα σχετικά με αυτόν μπορούν εύκολα να βρεθούν στα Αρχεία τού Βατικανού [π.χ. Arm. XXXIX, τόμος 7, φύλλα 84, 94, 95]. Ο Τζάκοπο στάλθηκε στην Ουγγαρία για να κηρύξει ύστερα από τον θάνατο τού Καπιστράνο. Πρβλ. Ludwig Mohler, Kardinal Bessarion als Theologe, Humanist und Staatsmann, I (Πάντερμπορν, 1923, ανατυπ. Άαλεν, 1967), 287, ο οποίος δεν φαίνεται να αναγνωρίζει τη σπουδαιότητά του. Ο αδελφός Τζάκοπο ήταν μεταξύ εκείνων, στους οποίους ανατέθηκε από τον Κάλλιστο Γ΄ η αποστολή τής 19 Ιανουαρίου 1456 «εναντίον των Εβραίων» (contra Iudeos), όπου οι φόροι δεκάτης που έπρεπε να πληρώσουν οι Εβραίοι καθώς και οι αποζημιώσεις για τοκογλυφία θα χρησιμοποιούνταν στον πόλεμο εναντίον των Τούρκων:
«Γνωρίζει καλά αυτός που δεν αγνοεί τίποτε [ο Θεός], ότι εμείς, που αν και ανάξιοι ανυψωθήκαμε στην υψηλότερη αποστολική κορυφή, ανάμεσα στις δίκαιες και έντιμες επιθυμίες μας τίποτε περισσότερο δεν επιθυμούμε, ούτε έχουμε κάτι άλλο περισσότερο στην καρδιά μας, από την επιτυχή διατήρηση τής σεβαστής χριστιανικής πίστης μας, την ευτυχή αύξησή της, ιδιαίτερα στην εποχή μας, με την καταστολή τού υπουλότατου αυτού Μωάμεθ, τού ηγεμόνα των Τούρκων, ατιμότατου λυτρωτή των δικών μας σκληρότατων εχθρών και χυδαιότατου διαταράκτη τής χριστιανικής θρησκείας, με καταστολή μαζί και τής αλαζονείας του και θρυμματισμόί τής αλαζονείας και τής παράλογης τόλμης του. Πρέπει να αντιταχθούμε σε αυτό το σκληρό θηρίο, ώστε να μην είναι σε θέση να πραγματοποιεί τις διεστραμμένες επιθυμίες του, ανακτώντας επίσης εδάφη και πόλεις, ιδιαίτερα την κάποτε ξακουστή Κωνσταντινούπολη και τις εκεί εκκλησίες τις οποίες ο δράστης όλων των εγκλημάτων κρατά κατεχόμενες. Για την καταστολή αυτών των Τούρκων και την εξύψωση τής χριστιανικής πίστης θα χρειαστούν πολλοί στρατιώτες και δυνάμεις ενόπλων ανδρών, χερσαίες και ναυτικές. Πρέπει να υλοποιηθεί ένα πολύ δαπανηρό έργο, με τη βοήθεια πολλών διαφορετικών ανθρώπων. Ύστερα από ώριμη σκέψη αποφασίσαμε ότι πρέπει να καταβληθεί φόρος δεκάτης από τούς Εβραίους. Κρίναμε ότι αυτό είναι πολύ σκόπμο και καθώς ο φόρος θα χρησιμοποιηθεί για τούς ίδιους τούς Εβραίους πρέπει να αποδοθεί όχι από τούς πιο ευσεβείς, ούτε από τούς πιο πιστούς τής χριστιανικής μας πίστης, Είναι αναγκαίο να εργαστούμε, ώστε να αναμετρηθούμε με αυτούς τούς αποτρόπαιους Τούρκους ή να τούς προσηλυτίσουμε αν μπορούμε. Σχεδιάζουμε αυτού τού είδους τούς φόρους δεκάτης και τοκογλυφίας να τούς μετατρέψουμε σε τέτοιο ιερό έργο, δηλαδή και για την ενίσχυση και εξύψωση τής χριστιανικής πίστης και για τον προσηλυτισμό αυτών των απάνθρωπων καταπιεστών. Με την πληρότητα τής εξουσίας μας παίρνουμε την παρούσα απόφαση, με την οποία με ειλικρινή πίστη και πλήρη ακεραιότητα μένουμε σταθεροί στην εμπιστοσύνη τού Θεού. … Κατά Εβραίων … Αναθέτουμε και δίνουμε εντολή σε δικούς μας συλλέκτες και εκτελεστές τού φόρου δεκάτης και τοκογλυφίας, που έχουν γι’ αυτό υποκατάστατη εξουσία ή είναι εξουσιοδοτημένοι κατάλληλοι θρησκευτικοί άνδρες, οποιασδήποτε τάξης, ειδικά εξουσιοδοτημένοι με αποστολική γραφή, να πληρώσουν οι εν λόγω Εβραίοι φόρο δεκάτης, για όλα τα αγαθά που διατηρούν, κινητά και ακίνητα, καθώς και για την επανόρθωση κάθε τοκογλυφίας, την οποία εξακολουθούν μέχρι τις μέρες μας και ανεξάρτητα από τον τρόπο με τον οποίο εισέπραξαν ή θα εισπράξουν στο μέλλον τα τοκογλυφικά κέρδη, τα οποία θέλουμε να μετατρέψουμε σε αυτόν τον ιερό σκοπό. Με αποστολική εξουσία αποκαλούμε αυτές τις πληρωμές αναγκαστικές και υποχρεωτικές και γι’ αυτό το σκοπό, αν είναι απαραίττο, θα υπάρξει βοήθεια από τον εκκλησιαστικό και τον κοσμικό βραχίονα…» [Reg. Vat. 440, φύλλα 119-120, 121].
(Novit ille qui nichil ignorat quod nos quamquam immeriti ad summi apostolatus apicem assumpti inter cetera iusta et honesta desideria nostra nil magis optamus neque magis in corde nostro tenemus quam ut veneranda fides nostra Christiana prospere conservetur et nostro presertim tempore feliciter augeatur ac perfidissimus ille Machomectus Turchorum dux, iniquissimus redemptoris nostri crudelissimus hostis et nefandissimus Christiane religionis perturbator, cum eius superbia deprimatur ac illius temeritas pariter et superbia conteratur. Cum autem ad obviandum ne hec crudelissima belua suas perversas cupiditates explere valeat ad recuperandum etiam terras et civitates, presertim illam insignem olim civitatem Constantinopolitanam, ac ecclesias quas hic omnium scelerum artifex detinet occupatas, plurimis militum et gentium armorum copiis tam terrestribus quam maritimis ac maximis opus sit impensis et quamplura diversorum hominum auxilia ad ipsius Turchi depressionem et fidei Christiane exaltationem sint plurimum oportuna, nos matura consideratione cogitantes quod decime per Iudeos solvende necnon usure per eosdem Iudeos restituende in nullo magis pio neque magis pro ipsa fide nostra Christiana necessario opere quam contra illum sceleratissimum Turchum deputari aut converti possent, decimas et usuras huiusmodi in hoc sancto opere convertendas deputantes, et ut in subsidium ac ipsius fidei Christiane exaltationem et illius crudelissime fere depressionem convertantur, de nostre potestatis plenitudine tenore presentium decernentes te de cuius sincera fide et integritate plenam in domino fiduciam optinemus … contra Iudeos … decimarum et usurarum collectorem et executorem nostrum ad hoc cum potestate substituendi vel delegandi ydoneos viros religiosos cuiuscumque ordinis specialiter deputamus ac tibi per apostolica scripta committimus et mandamus quatenus prefatos Iudeos ad solvendum decimas omnium bonorum suorum que detinent mobilium et immobilium necnon ad restituendum omnes et singulas usuras quas hactenus usque in presentem diem quomodolibet receperunt seu recipient in futurum et quas in dicto sancto opere converti volumus auctoritate apostolica harum serie cogas et compellas invocato ad hoc si opus fuerit auxilio tam brachii ecclesiastici quam secularis…)
Η σχεδόν πλήρης παράθεση αυτού τού εγγράφου μπορεί να χρησιμεύσει ως περιγραφή διάφορων άλλων που είχαν τον ίδιο σκοπό. Πρβλ. Gelcich και Thallóczy, Diplomatarium ragusanum, αριθ. 356, σελ. 604, επιστολή των Ραγουσαίων προς τον αδελφό Τζάκοπο, με ημερομηνία 7 Φεβρουαρίου 1458.
- [←34]
-
Σπ. Π. Λάμπρος, Παλαιολόγεια και Πελοποννησιακά, IV (Αθήνα, 1930), 251-53, Luke Wadding, Annales Minorum, XIII (3η εκδ., Καράτσι, 1932), 134-35, επιμ. Lyon, VI (1648), 436-37, εκδ. Ρώμη, XIII (1735), 117-18. (Συνήθως παραπέμπω στην 3η έκδοση τού Wadding, Annales, εκδ. J. M. Fonseca και δημοσιευμένη στο Καράτσι, η οποία παρέχει παραπομπές στη έκδοση Ρώμης.) Ο Πίος Β΄ βρισκόταν στη Φερράρα από τις 17 Μαΐου μέχρι τις 27 τού μηνός [Arch. Segr. Vaticano, Arm. XXXIX, τόμος 8, φύλλο 28 και πρβλ. Pastor, Gesch. d. Päpste, II (ανατυπ. 1955), 48 49].
- [←35]
-
Σπ. Π. Λάμπρος, Παλαιολόγεια και Πελοποννησιακά, IV, 253-54, επίσης Wadding, Annales Minorum, XIII (1932), 135.
- [←36]
-
Wadding, Annales Minorum, XIII (1932), 72, επιμ. Lyon, VI (1648), 415-16, εκδ. Ρώμη, XIII (1735), 63. O Πίος B’ διόρισε τον Βησσαρίωνα προστάτη των Φραγκισκανών στις 10 Σεπτεμβρίου 1458, ύστερα από τον θάνατο τού καρδινάλιου Ντομένικο Καπράνιτσα. Δύο επιστολές γραμμένες «στο ανάκτορο τής κατοικίας μου στη Ρώμη, το έτος Κυρίου 1462, στις 20 Απριλίου» (ex palatio residentie mee Rome A.D. MCCCCLXII, die XX Αprilis) [Arch. Segr. Vaticano, Arm. XXXV, τόμος 135, φύλλα 127-128] δείχνουν ότι ο Βησσαρίων ασχολήθηκε με λεπτομέρειες τής θέσης του ως προστάτης τού Τάγματος, οι οποίες πρέπει να κατανάλωναν μεγάλο μέρος τού χρόνου του και να τού προκαλούσαν πολλούς πονοκέφαλους.
- [←37]
-
Σπ. Π. Λάμπρος, Παλαιολόγεια και Πελοποννησιακά IV, 255-58, Wadding, Annales Minorum, XIII (3η εκδ., 1932), 135-37, Mohler, Kard. Bessarion, III, 490-93. Tο 1422 ενετική αποστολή ανέφερε στη Σινιορία ότι ο Μοριάς, «ο οποίος έχει μεγαλύτερα έσοδα από το νησί τού Χάνδακα [Κρήτη]» (la quale e di maggiore entrata che l’isola di Candia), περιείχε περισσότερα από 150 κάστρα, είχε περίμετρο 700 μίλια, παρήγαγε χρυσό, ασήμι και μολύβι και ήταν πηγή μεταξιού, μελιού, κεριού, σιτηρών, πουλερικών και σταφίδας [Sanudo, Vite de duchi, στο RISS, XXII, στήλη 943]. Σε επιστολή που στάλθηκε από τη Μάντουα στις 2 Ιουνίου 1459, ο Πίος Β΄ πληροφορούσε τούς Ευρωπαίους ηγεμόνες ότι ο Μοριάς επρόκειτο να επαναστατήσει εναντίον των Τούρκων [Arch. Segr. Vaticano, Arm. XXXIX, τόμος 9, φύλλο 41].
- [←38]
-
Pius II, Comm., βιβλίο iii, αγγλική μεταφρ., σελ. 195, εκδ. Φρανκφούρτης, 1614, σελ. 61 και πρβλ. Raynaldus, Annales ecclesiastici ad ann. 1459, αριθ. 46. τόμ. XIX (1693), σελ. 27-28.
- [←39]
-
Raynaldus, Annales ecclesiastici ad ann. 1459, αριθ. 47, τόμ. XIX (1693), σελ. 28.
- [←40]
-
Pius II, Comm., βιβλίο iii, αγγλική μεταφρ., σελ. 195-96, εκδ. Φρανκφούρτης, 1614, σελ. 61-62, Bibl. Apost. Vaticana, Cod. Reg. lat. 1995, φύλλο 119: «… για να μη στενοχωρηθεί ο Βησσαρίων…» (…Bissarionem noluit contristari…).
Raynaldus, Annales ecclesiastici ad ann. 1459, αριθ. 46, τόμ. XIX, σελ. 27-28, Wadding, Annales Minorum, XIII (1932). 133, Voigt, Enea Silvio, III, 57-58, Hefele και Leclercq, Hist. des conciles, Vll-2 (1916), 1301-2, Pastor, Gesch. d. Päpste, II (ανατυπ. 1955), 56-57.
- [←41]
-
Arch. Segr. Vaticano, Reg. Vat. 471, Pii II de Curia, anno I, τόμος IV , φύλλο 349:
«Πίος κλπ. Αγαπημένε μας γιέ λαμπρέ ηγεμόνα Θωμά Παλαιολόγε Πορφυρογέννητε, δεσπότη Μορέως, σάς χαιρετούμε κλπ. Μαθαίνοντας προ καιρού το προφανές μεγαλείο τής ψυχής σας, τη δύναμη, τη συνέπεια και άλλες πολεμικές και ηρωικές αρετές, τις οποίες χρησιμοποιώντας αναφέρθηκε προσφάτως ότι πετύχατε νίκη επί των Τούρκων, στέλνουμε κατ’ αρχήν ευχαριστίες στο Θεό, που ειδικά τώρα μπορούμε να έχουμε τούς αθλητές που απαιτεί η σημερινή κατάσταση των πραγμάτων. Συγχαίρουμε λοιπόν την εξοχότητά σας και την ανίκητη ψυχή σας και αληθινά εξυψώνουμε επαίνους και σε καμμία περίπτωση δεν πιστεύουμε ότι είναι απαραίτητο να σάς ενθαρρύνουμε να αποδεχτείτε πλήρως αυτό το ιερό έργο τού Θεού, που είναι αναγκαίο για το κράτος σας, έχοντας μάλιστα πολύ αξιέπαινους χριστιανούς άνδρες, που από μόνοι τους γνωρίζουμε ότι είναι πολύ ένθερμοι. Παρ’ όλα αυτά προσθέτουμε αυτή την προτροπή, ανάλογη προς το μέγεθος των πραγμάτων, να μη στηριχτείτε μόνο στη δική σας δύναμη, τώρα που πρόσφατα ανακτήσατε τούς τόπους τού κράτους σας, τούς οποίους οι εχθροί τής πίστης είχαν υποτάξει με ανώτερη δύναμη και όπλα και πριν κάποιοι από αυτούς αποπειραθούν να καταστρέψουν το κράτος σας να προηγηθούν μέτρα, ώστε να εξασφαλιστεί η κατάλληλη προστασία αυτών των τόπων, καθώς και άλλα μέτρα για την υπεράσπισή τους, τα οποία θα καθιστούσε απαραίτητα η πολιορκία τους. Και επειδή απαιτείται από εμάς βοήθεια για να προστατεύσετε το κράτος σας τώρα και για να δείξουμε την καλή μας θέληση στέλνουμε 350 πεζούς στρατιώτες, πιστούς, εμπειροπόλεμους και πραγματικά γενναίους, των οποίων διοικητές είναι ο αγαπημένος μας γιός στρατιώτης Τζιαννόνε τής Κρεμόνα και ό κύριος Ντότα τής Σιένα.
(Pius, etc. Dilecto ftlio excellenti principi Thome Paleologo Porphirogenito despoto Amoree salutem, etc. Intelligentes pridem tuam precipuam animi magnitudinem, fortitudinem, atque constantiam et alias bellicas et eroicas virtutes quibus usus novissime adversus Τurcοs victoriam reportasti, gratias in primis Deo agimus quod hiis presertim temporibus talem pugilem habeamus qualem presens conditio postulat et requirit. Commendamus itaque tuam Excellentiam et invictissimum animum et veris laudibus extollimus, et licet necessarium esse minime arbitremur te hortari ad hoc sanctum opus Deo plurimum acceptum, tibi ac statui tuo necessarium, et apud Christianos homines summe commendabile, cum ad id tua sponte ardentissimum esse sciamus, hanc tamen hortationem pro magnitudine rerum adiecimus ut nec potissime tuis viribus incumbas, nam cum loca tui dominii per hostes fidei, vi et armis superiori tempore subacta tua virtute nuper recuperaveris, antequam illi aliqua in perniciem tui status moliri possent, eorum consilia preveniendo loca ipsa oportunis presidiis premunire et cetera ad tutelam locorum huiusmodi et illorum oppugnationem necessaria efficere debes, et quia subsidium a nobis exposcis quo tuum dominium tutari valeas, impresentiarum pro signo nostre bone voluntatis mittimus trecentos quinquaginta pedites fidos et expertos bello ac valentes veros quibus prefecti sunt dilecti filii Zeno de Crema miles et Ser Dota de Senis.
Aυτά ως εκ τούτου διατάζουμε, ώστε να υπακούουν σε όλα την εξοχότητά σας και επομένως να είναι ισχυρότερος ο δεσμός τού όρκου και τής δέουσας πίστης και για αυτά προειδοποιούμε αυστηρά να είναι πολύ υπάκουοι σε εσάς και να τα κάνουν πρόθυμα όλα για εσάς. Ως εκ τούτου παρακαλούμε να τούς υποδεχθείτε και να ασχοληθείτε με τούς συνιστώμενους, γιατί προσωπικά προσδοκούμε άλλα πράγματα επί τού παρόντος στην πόλη τής Μάντουα, όπου έχει συγκληθεί από εμάς δίαιτα, ώστε να μπορέσουμε να κερδίσουμε στην υπόθεση τού Θεού και τής πίστης, αφού καταλήξουμε σε κάποια συμπεράσματα με τούς χριστιανούς ηγεμόνες, για να φροντίσουμε να υπάρξει κατάλληλη ενίσχυση, η οποία θα είναι σε θέση να συμβάλει στην προστασία όλης τής περιοχής σας. Επομένως ας αναλάβουμε με χαρούμενη ψυχή αυτή την ιερή εκστρατεία, για εσάς, για τη σωστή δράση και θα βοηθήσει ο παντοδύναμος Θεός, ο αρρωγός και υπερασπιστής των χριστιανών σε καιρούς δοκιμασίας, ο οποίος σε καμία περίπτωση δεν θα επιτρέψει την υποταγή σας, θα αυξήσει τη δύναμή σας και εμείς επίσης δεν θα εγκαταλείψουμε την εξοχότητά σας, όπως σκοπεύουμε να αποδείξουμε στον κατάλληλο χρόνο. Γράφτηκε στη Μάντουα, το έτος κλπ. 1459, μια μέρα πριν τις ίδες Ιουλίου, κατά το πρώτο έτος τής παπικής μας θητείας».
Hiis itaque mandavimus ut in omnibus tue Excellentie pareant et ita in vinculum iuramenti prestiti et fidelitatis debite per presentes stricte precipimus ut tibi obedientissimi sint et tuam in cunctis faciant voluntatem eosque itaque benigne recipere et pertractare ac commendatos habere placeat, ceterum quia inpresentiarum in civitate Mantuana, loco diete per nos institute, personaliter permanemus exspectantes ut Dei et fidei cause prodesse possimus postquam conclusio aliqua cum Christianis principibus habita fuerit, oportuna presidia adhibere curabimus que ad tutelam tuarum regionum conferre poterunt. Hanc igitur sanctam expeditionem alacri animo assummas tibi enim recte agendi [sic] assistet omnipotens Deus adiutor et defensor Christianorum in tempore tribulationis, qui te succumbere nullo modo permittet et tuam potentiam augebit et nos quoque tue generositati non deerimus prοut re ac effectu oportuno tempore demo[n]strare intendimus. Datum Μantue, anno etc., MCCCCLVIIII, pridie Idus Julii, pontificatus nostri anno primo)
- [←42]
-
Σπ. Π. Λάμπρος, Παλαιολόγεια και Πελοποννησιακά, IV, 242-43. Η επιστολή είναι στα ιταλικά και χωρίς ημερομηνία. Στάλθηκε ίσως στα τέλη καλοκαιριού τού 1459. Ο Λάμπρος πιστεύει ότι η επιστολή τού δεσπότη, πιθανώς γραμμένη στα ελληνικά, μεταφράστηκε πολύ πιθανόν από τον Φραντσέσκο Φιλέλφο, ο οποίος βρισκόταν τότε στο Mιλάνο [στο ίδιο, εισαγωγή, σελ. 26]. O Φιλέλφο συνόδευσε τον Φραντσέσκο Σφόρτσα στη διάσκεψη τής Μάντουα τον Σεπτέμβριο τού 1459 [Pius II, Comm., βιβλίο ΙΙΙ, αγγλική μεταφρ., σελ. 225, εκδ. Φρανκφούρτης, 1614, σελ. 73 και πρβλ. Voigt, Enea Silvio, III, 63-64]. Σύμφωνα με τον Πίο Β΄ ο Ντότα ήταν νοτάριος και όχι πολύ καλός στρατιώτης [Pius II, Comm., βιβλίο iii, Φρανκφούρτη, 1614, σελ. 61-62 και βιβλίο x, σελ. 259]: «…o Nτότα, τον οποίο πριν αναφέραμε, που είναι εκατόνταρχος πεζικού, δεν είναι τόσο τολμηρός στρατιώτης, όσο ήταν παλιά έμπειρος νοτάριος…» (… Dota, cuius ante meminimus, centurio peditum, non tam miles audax quam notarius olim peritus…).
- [←43]
-
Σπ. Π. Λάμπρος, Παλαιολόγεια και Πελοποννησιακά, IV, 244-45. Ο Τζιαννόνε είχε συνοδεύσει την ελληνική πρεσβεία από τη Μονεμβασία, η οποία νωρίτερα τον ίδιο χρόνο (1460) είχε προσφέρει την πόλη στον πάπα Πίο, ώστε να μην πέσει στα χέρια των Τούρκων [Comm., βιβλίο iv, αγγλική μεταφρ., σελ. 321-22, εκδ. Φρανκφούρτης, 1614, σελ. 103-4 και βλέπε πιο κάτω, σελ. 224-25].
Σε επιστολή προς τον Βησσαρίωνα γραμμένη στο Κορσινιάνο στις 12 Σεπτεμβρίου 1460, ο πάπας σημειώνει την αποδοχή τής πόλης και την ελπίδα του ότι αυτή θα παρείχε τα μέσα «για την ανακατάληψη τής Πελοποννήσου» (ad recuperandam Peloponessum) [Brevia, Arch. Segr. Vaticano, Arm. XXXIX, τόμος 9. φύλλο 142].
- [←44]
-
Pius II, Comm., ό. π., Raynaldus, Annales ecclesiastici ad ann. 1459, αριθ. 4B, τόμ. XIX (1693), σελ. 28, Wadding, Annales Minorum, XIII (1932), 133. Tre lettere inedite di Messer Giovanni Mignanelli, oratore della repubblica di Siena alla corte di Papa Pio II, Πίζα, 1869, σελ. 9, αναφερόμενες στους Pastor, Gesch. d. Päpste, II (ανατυπ. 1955), 56-57, Zinkeisen, Gesch. d. osman. Reiches in Europa, II (1854), 193-200, και Voigt, Enea Silvio, III (1863), 57.
- [←45]
-
J. D. Mansi, Pii II P.M. … orationes politicae et ecclesiasticae, II (Lucca, 1757), 9 και εξής και Mohler, Kard. Bessarion, I, 288-89
- [←46]
-
Pius II, Comm., βιβλίο iii, αγγλική μεταφρ., σελ. 255, εκδ. Φρανκφούρτης, 1614, σελ. 84. Για την περιφρόνηση τού Πίου προς τούς Ιταλούς στρατιώτες τής εποχής του βλέπε στο ίδιο, βιβλίο iv, σελ. 100:
«Κακόβουλος είναι ο στρατός τής εποχής μας, ο οποίος χρησιμοποιεί τον μισθό σαν να ήταν εμπορικό κέρδος, ενώ αποτυγχάνει να προωθήσει τον πόλεμο» κλπ.
(Perfida est nostri temporis militia, quae stipendio veluti mercaturae utitur lucro, quod ne deficiat bellum producit)
O πάπας γράφει ότι μιλούσε για τρεις ώρες στη γενική συνεδρίαση τής διάσκεψης και ότι «o Έλληνας καρδινάλιος Βησσαρίων … είπε λόγια όχι λιγότερα από τον ποντίφηκα…» (Bessarion cardinalis graecus … non pauciora quam pontifex verba fecit…) [στο ίδιο, βιβλίο iii, σελ. 82].
Για την πορεία των γεγονότων στη διάσκεψη, από τη γενική συνεδρίαση στις 26 Σεπτεμβρίου 1459 μέχρι την ολοκλήρωσή της και την αναχώρηση τού πάπα στις 19 Ιανουαρίου βλέπε Hefele και Leclercq, Hist des conciles, VI1-2 (1916), 1304-21, 1334 και Pastor, Gesch. d. Päpste, II (ανατυπ. 1955), 63-79.
Αναφερόμενη στη νίκη τού Μουράτ Β΄ στη Βάρνα δεκαπέντε χρόνια πριν, η Ενετική Γερουσία υπενθύμιζε στον Πίο στις 11 Οκτωβρίου 1459 ότι ο Μωάμεθ Β΄ ήταν πολύ πιο επικίνδυνος αντίπαλος από τον πατέρα του: «Δεν ήταν [ο Μουράτ] τόσο μεγάλος άρχοντας όπως αυτός [ο Μωάμεθ], ούτε τόσο άγριος, ούτε τέτοιας μεγάλης φήμης…» (Non era si gran signore come costui ne si feroce ne di tanta rumore …).
Ενώ ο πατέρας του είχε παραδοθεί στις απολαύσεις, η κύρια ψυχαγωγία τού Μωάμεθ ήταν η
«άσκηση στα όπλα και η μεγέθυνση τής αυτοκρατορίας του»: «Κατά τη γνώμη μας αυτό που πρέπει να κάνει η Αγιότητά του με κάθε δυνατή επιμονή και ταχύτητα, είναι να δώσει, για αυτή την ένδοξη επιχείρηση, δυναμικά τα χέρια με τις αυτών μεγαλειότητες τούς βασιλείς Γαλλίας, Αγγλίας, Ισπανίας και Πορτογαλίας ή τουλάχιστον με αυτόν τής Γαλλίας και ορισμένους από τούς άλλους, τούς πιο ένθερμους και να μην τα αφήσουν παρά μόνο μετά τον πόλεμο…».
(A nui pareria che la suo Sanctità facesse ogni instantia et solicitudine possibile con la Maestà del Re de Franza, Ingeltera, Spagna et Portegallo, siche almeno quella de Franza con alcuni de quelli altri qual fosse piu ardenti a tal gloriosa imprexa dovesse mettere potentemente le mane et non abandonarla fino a guerra finita…)
Arch. di Stato di Venezia, Sen. Secreta, Reg. 20, φύλλα 192-193 (194-195), από επιστολή προς τούς Ενετούς απεσταλμένους Ορσάτο Τζουστινιάν και Λοντοβίκο Φοσκαρίνι, οι οποίοι θα μετέφεραν την προειδοποίηση τής Γερουσίας προς τον πάπα.
- [←47]
-
Pastor, Acta inedita, I (1904), αριθ. 88. σελ. 119. Αυτή η επιστολή προς τον Λεονάρντο Τόκκο υπάρχει σε μικρή συλλογή τής αλληλογραφίας τού Πίου Β΄ σε τόμο τού τέλους τού 15ου αιώνα, μεγέθους ογδόου τού φύλλου, στη Bibl. Laurenziana τής Φλωρεντίας, ο οποίος τώρα φέρει τον τίτλο τού βιβλιοδέτη Leonardi Arretini quaedam [Plut. LXXXX, super, Cod. 138, όπου επιλογές από έργα τού Μπρούνι καταλαμβάνουν το δεύτερο μισό τού τόμου, φύλλα 52 και εξής], αριθ. 46, φύλλο 23: «Λεονάρντο ντε Σπότο [αντί για Δεσπότη] Άρτας … γραμμένη στη Μάντουα, στις 16 Νοεμβρίου, κατά το δεύτερο έτος τής παπικής μας θητείας» (Leonardo de Spoto Arthe … Datum Mantue, die XVI Novembris, [pontificatus nostri] anno II).
- [←48]
-
Pastor, Acta inedita, I, αριθ. 89, σελ. 119. Ο Πίος διέταξε επίσης να σταλούν στον Λεονάρντο 3.000 φλουριά από τη Μπολώνια [στο ίδιο, αριθ. 95, σελ. 122, επιστολή γραμμένη στο Ματσερέτο, 13 Μαΐου 1460].
- [←49]
-
N. Iorga, Notes et extraits, IV (Βουκουρέστι, 1915), μέρος 3, έγγραφο αριθ. 96, σελ. 166-68. Πρβλ. Mansi, Concilia, XXXV, στήλη 115. Raynaldus, Annales ecclesiastici, ad ann, 1459. αριθ. 66-70, τόμ. XIX (1693), σελ. 34-35. Σύμφωνα με τη γενική μορφή των παπικών σημειωμάτων που ετοιμάζονταν γι’ αυτό το ζήτημα, οι δύο δίαιτες χρειάζονταν
«για να τακτοποιήσουν διαφορές μεταξύ ηγεμόνων και αρχόντων και για να γίνουν και άλλα που πρέπει να γίνουν για τον στρατό τής εκστρατείας»,
(ad componendum differentias inter principes et magnates et cetera facienda ad expeditionem exercitus oportuna)
έγγραφο με ημερομηνία 22 Δεκεμβρίου 1459 στο Arch. Segr. Vaticano, Arm. XXXIX, τόμος 9, φύλλο 94 και πρβλ. φύλλα 95-96, 98, όπου γίνεται αναφορά στους 10.000 ιππείς και τούς 32.000 πεζούς, καθώς και στη σύναψη ειρήνης μεταξύ Φρειδερίκου και Ματίας Κορβίνους, κλπ. Πρβλ. Pastor, Gesch. d. Päpste, II (ανατυπ. 1955), 76 και Mohler, Kard. Bessarion, I, 290-92.
Στο μεταξύ ο καρδινάλιος Καρβαχάλ συνέχιζε τις προσπάθειές του να πετύχει ειρήνη μεταξύ τού Φρειδερίκου και τού Ματίας Κορβίνους. Δεν είχε υπάρξει παύση των τουρκικών επιθέσεων, τις οποίες έπρεπε να αντιμετωπίζει ο Ματίας από τη μέρα τής ανόδου του στον θρόνο. Πρβλ. επιστολή τού Πίου Β΄ προς τον Καρβαχάλ, γραμμένη στη Μάντουα στις 11 Ιουνίου 1459 [Arm. XXXIX, τόμος 9, φύλλο 470]:
«Aπό τα γράμματα που έστειλε τελευταία η σωφροσύνη σας από τη Νέα Πόλη [Νόιστατ, το Βίνερ Νόιστατ] καταλαβαίνουμε ότι από αυτά που πρέπει να πιστεύονται μεταξύ τού αυτοκράτορα και τού βασιλιά τής Ουγγαρίας επιβεβαιώθηκε και κάτι νέο, δηλαδή η ξαφνική άφιξη των Τούρκων. Για εμάς τα νέα αυτά ήταν αρκετά άσχημα και λυπούμαστε».
(Ex litteris tue Circumspectionis in Nova Civitate ultimo datis intelleximus que de tenenda inter imperatorem et regem Ungarie dicta deque novo ac repentino Τurcοrum adventu significas: fuerunt nobis hec nova satis molesta et dolemus)
Σημειώστε τις επιστολές τής ίδιας ημερομηνίας προς Φρειδερίκο Γ΄ και Ενετούς [στο ίδιο, φύλλα 48-49], καθώς και εκείνες, γραμμένες σχεδόν ένα χρόνο αργότερα στη Σιένα στις 25 Απριλίου 1460, προς Καρβαχάλ και Φρειδερίκο [στο ίδιο, φύλλα 185-187]:
«…Ξανά και ξανά παρακαλούμε την εξοχότητά σας, σε όλες τις επιθυμίες σας και για την πίστη στη δικαιότατη ορθόδοξη χριστιανική θρησκεία μας και τη μέγιστη υπεράσπισή της, τώρα που υπάρχει άμεσος κίνδυνος, να προτιμήσετε να κάνετε αυτά που αρμόζουν σε θρησκευτικότατο αυτοκράτορα, για τον Θεό και τη δική του δόξα και για τη σωτηρία όλων των πιστών σας…» [προς Φρειδερίκο, φύλλο 186].
(…Iterum atque iterum rogamus tuam Excellenciam ut omnibus tuis desideriis quamquam etiam iustissimis orthodoxam nostram Christiane religionis fidem et eius defensionem maxime nunc dum periculum immineat, ut decet religiosissimum imperatorem pro Dei et tua gloria et cunctorum tibi subdictorum salute, anteponas…)
Μια επιστολή προς Καρβαχάλ, με ημερομηνία 2 Μαΐου 1461 (datum Rome II Maii anno III) σημείωνε την προσδοκία κι άλλης τουρκικής πολιορκίας τού Βελιγραδίου, «…οι Τούρκοι κάνουν μεγάλες προετοιμασίες για να επιχειρήσουν αποκλεισμό τού Βελιγραδίου …» (Turchum magnis apparatibus ad obsidendam Nandoralbem venturum…) [φύλλο 211].
Ο Πίος Β΄, Comm., βιβλίο iii, αγγλική μεταφρ., σελ. 259-73, εκδ. Φρανκφούρτης, 1614, σελ. 85-90 περιγράφει τις σχέσεις του με τις γαλλικές, αγγλικές και γερμανικές πρεσβείες. Η δήλωση στην αγγλική μετάφραση [σελ. 273], ότι επί πλέον των 32.000 πεζών οι Γερμανοί είχαν υποσχεθεί στον Νικόλαο Ε’ 40.000 ιππείς, είναι εσφαλμένη. Tο λατινικό κείμενο γράφει [σελ. 90, γραμμές 29 και εξής]:
«Τελικά συνέκλιναν σε μια άποψη όλοι οι Γερμανοί εκπρόσωποι, να υποσχεθούν στον ποντίφηκα εκείνο τον στρατό, που είχαν υποσχεθεί παλαιότερα στη Φρανκφούρτη υπό την προεδρία τού Νικόλαου, δηλαδή 32.000 πεζούς και 10.000 ιππείς…».
(Convenerunt tandem omnes in unam sententiam Germanorum legati, eumque pontifici exercitum promisere, qui pridem Frankfordiae sub Nicolao praeside promissus fuerat, id est pedites duo et triginta millia, equites decem millia….)
Τόσο σε αυτό το απόσπασμα όσο και στην τελική ομιλία του στη διάσκεψη, ο Πίος αναφέρεται σε γερμανικό σύνολο 42.000, που περιλαμβάνει πεζικό και ιππικό: «Οι Γερμανοί υποσχέθηκαν στρατό 42.000 πολεμιστών…» (Germani exercitum pollicentur duorum et quadraginta millium bellatorum …) [σελ. 92, γραμμές 34-35].
- [←50]
-
Iorga, Notes et extraits, IV, μέρος 3, έγγραφο αριθ. 98, σελ. 168-69 και πρβλ. αριθ. 100, 113, 115, σελ. 171, 180, 181.
- [←51]
-
Raynaldus, Annales ecclesiastici ad ann. 1460, αριθ. 5-7, 18-20, τόμ. XIX (1693), σελ. 41-42, 44-45, Aug. Theiner, Vetera monumenta historica Hungariam sacram illustrantia, II (Ρώμη, 1860), αριθ. 528-31, σελ. 348-51, Pastor, Gesch. d. Päpste, II (ανατυπ. 1955), 77 78, Mohler, Kard. Bessarion. I, 294.
- [←52]
-
Iorga, Notes et extraits, IV, μέρος 3, αριθ. 108, σελ. 177. Στις 18 Ιανουαρίου 1460 ο Πίος Β΄ έγραφε στον Ματίας Κορβίνους ότι
«…στέλνουμε στα γερμανικά έθνη, σε εκτέλεση τής υπόσχεσής του, τον σεβασμιώτατο αδελφό μας Βησσαρίωνα, επίσκοπο Τούσκουλλου τής Αγίας Ρωμαϊκής Εκκλησίας, καρδινάλιο Νικαίας, λεγάτο δικό μας και τής αποστολικής έδρας. Θα φροντίσει η σωφροσύνη του να εγκαθιδρυθεί εκεί ειρήνη ή συνθήκες ανάμεσα στους διαφωνούντες. Θα φροντίσει να υπάρξει ο στρατός που έχουν υποσχεθεί…».
(…mittimus ad nationem germanicam in executionem sue pollicitationis venerabilem fratrem nostrum Bissarionem episcopum Tuscullanum S. R. E., cardinalem Nicenum, nostrum et apostolice sedis legatum: curabit Circumspectio sua pacem vel treguas inter dissidentes illic stabilire; curabit promissum exercitum fieri…)
Ο Βησσαρίων έπρεπε επίσης να προσπαθήσει να συνθέσει τη διαφορά μεταξύ τού αυτοκράτορα Φρειδερίκου και τού Ματίας (η οποία είναι πάντα σημαντικός παράγοντας σε αυτά τα έγγραφα) και ο πάπας υπενθύμιζε στον τελευταίο ότι τώρα είχε εξαιρετική ευκαιρία
«όχι μόνο να απαλλάξει το βασίλειο τής Ουγγαρίας από συχνές εχθρικές εισβολές, αλλά και να προετοιμαστεί για μελλοντικό διαρκή έπαινο…».
(non solum ad liberandum regnum Hungarie ex quotidianis hostium incursibus, sed ad parandam tibi et posteris commendationem perpetuam…)
[Brevia στο Arch. Segr. Vaticano, Arm. XXXIX, τόμος 9, φύλλο 100 και δημοσιευμένο στον Theiner, ό. π., II, αριθ. 530, σελ. 350].
- [←53]
-
Mansi, Concilia, XXXV, στήλες 113-16. Πρβλ. Hefele και Leclercq, Hist des conciles, VII-2, 1319-20. O Πίος χρησιμοποιεί ακόμη χαριτωμένους υπαινιγμούς για τούς Ενετούς και τον Κάρολο Ζ’ τής Γαλλίας, παρά την αποτυχία τους να αναλάβουν οποιαδήποτε δέσμευση. Τον Μάρτιο τού 1462, μετά τον θάνατο τού Καρόλου, ο γιος και διάδοχός του Λουδοβίκος ΙΑ’ προσφέρθηκε να οδηγήσει στρατό 70.000 ανδρών εναντίον τού σουλτάνου Μωάμεθ Β΄, αν ο πάπας τον βοηθούσε να ανακτήσει τη Γένουα και εγκατέλειπε τον Φερράντε τής Νάπολης, υποστηρίζοντας τούς Ανδεγαυούς [Pastor, Gesch. d. Päpste, II (ανατυπ. 1955), 117-18, 119-20], αλλά η ειλικρίνειά του ήταν πολύ ύποπτη.
- [←54]
-
Η βούλλα Execrabilis et pristinis temporibus εκδόθηκε στις 18 Ιανουαρίου 1460, την προηγούμένη τής αναχώρησης τού πάπα από τη Μάντουα. Βλέπε Raynaldus, Annales ecclesiastici ad ann. 1460, αριθ. 10-11, τόμ. XIX (1693), σελ. 42-43, διορθωμένο από Voigt, Enea Silvio, III, 101-3, Hefele και Leclercq, Hist des conciles, VII-2, 1320-21, Pastor, Gesch. d. Päpste, II (ανατυπ. 1955), 79-81 και ιδιαίτερα G. B. Picotti, «La Pubblicazione e i primi effetti della ‘Execrabilis’ di Pio II», Archivio della R. Società romana di storia patria, XXXVII (1914), 5-56.
Ο Mohler, Kard. Bessarion, I, 292 κάνει λάθος θέτοντας τις 14 Ιανουαρίου ως ημέρα αναχώρησης τού Πίου από τη Μάντουα. Πρβλ. Pius II, Comm., βιβλίο iii, αγγλική μεταφρ., σελ. 276-79, εκδ. Φρανκφούρτης, 1614, σελ. 91-93 (τα κείμενα τής ομιλίας τού Πίου διαφέρουν κάπως), Raynaldus, Annales ecclesiastici ad ann. 1460, αριθ. 12-13, τόμ. XIX, σελ. 43.
Όταν ο Πίος Β΄ έφυγε από τη Μάντουα στις 19 Ιανουαρίου 1460, ο καρδινάλιος Νικόλαους Κουζάνους (από το Kues, λατινικά Cusa) παραιτήθηκε από την παπική κούρτη, για να συνεχίσει τις μάχες του με τον τοπικό κλήρο στην επισκοπική του έδρα τού Μπρίξεν (Bressanone), όπου ο δούκας Σίγκισμουντ τού Τυρόλο ήταν ο πιο ισχυρός και επικίνδυνος αντίπαλός του. Ο Κούζα τελείωσε τη ζωή του σε αυτή την πικρή διαμάχη, για την οποία βλέπε Pastor, Hist. Popes, III, 178-212, αναθεωρημένο στο Gesch. d. Päpste, II (ανατυπ. 1955), 138-64. Ο Bησσαρίων αναχώρησε για τη Γερμανία. Σημειώστε τις ενδιαφέρουσες εγγραφές στα Acta Consistorialia (1439-1486) [στo Arch. Segr. Vaticano, Arm. XXXI, τόμος 52, φύλλο 61]:
«Αναχώρησε ο κύριος τού Αγίου Πέτρου [ο Νικόλαος Κουζάνους] από τη Μάντουα και κατευθύνεται στην εκκλησία του [στο Μπρίξεν] και δεν συμμετέχει [δηλαδή δεν δικαούται αντιμισθία κολλεγίου μετά την αναχώρησή του]. Κατά το έτος 1460 από τη γέννηση τού Κυρίου, την έκτη ημέρα τού μηνός Φεβρουαρίου, o σεβασμιώτατος κύριός μου, ο καρδινάλιος τού Αγίου Μάρκου [ο Πιέτρο Μπάρμπο, αργότερα πάπας Παύλος Β’], ξαναείπε σε μένα [δηλαδή στον υπάλληλο τού Ιερού Κολλεγίου] αυτό που είχε πει στους αιδεσιμότατους κύριους καρδινάλιους ο ίδιος ο καμεράριος [ταμίας] τού Κολλέγιου, ότι ο αιδεσιμότατος κύριος καρδινάλιος τού Αγίου Πέτρου, από τις 19 Ιανουαρίου, τότε που ο αγιώτατος κύριός μας έφυγε από τη Μάντουα, δεν συμμετείχε, επειδή πήγε στην εκκλησία του. Είπε λοιπόν να γράψω: Αναχώρηση τού κυρίου Νικαίας [Βησσαρίωνα], παπικού λεγάτου, που πηγαίνει στα μέρη τής Γερμανίας και δεν συμμετέχει. Ομοίως επανέφερε το ίδιο σε μένα ο αιδεσιμότατος κύριος καρδινάλιος τού Αγίου Μάρκου, ο παπικός ταμίας [καμεράριος], ότι ο αιδεσιμότατος κύριος καρδινάλιος Νικαίας, παπικός λεγάτος, αναχώρησε προς τα μέρη τής Γερμανίας από τις 19 Ιανουαρίου, τότε που έφυγε ο αγιώτατος κύριός μας από τη Μάντουα και προηγουμένως δεν συμμετείχε σε κοινές και δευτερεύουσες υπηρεσίες».
(Recessus domini Sancti Petri a Mantua euntis versus suam ecclesiam et non participat. Anno a nativitate Domini MCCCCLX, die vero sexta mensis Februarii, reverendissimus dominus meus, cardinalis Sancti Marci, retulit michi, qualiter reverendissimi domini cardinales dixerant sibi tanquam camerario collegii quod reverendissimus dominus cardinalis Sancti Petri a die XVIIII mensis Januarii quo sanctissimus dominus noster recessit de Mantua non deberet participare quia ibat ad suam ecclesiam. Ita quod retulit scripsi. Recessus domini Niceni legati de latere euntis versus Alamanias et non participat: Item retulit michi idem reverendissimus dominus cardinalis Sancti Marci camerarius quod reverendissimus dominus cardinalis Nicenus legatus de latere vens versus partes Alamanie a die XVIIII mensis Januarii quo discessit sanctissimus dominus noster de Mantua in antea non participabat de communibus et minutis serviciis)
Η τελευταία φράση (δεν συμμετείχε σε κοινές και δευτερεύουσες υπηρεσίες) παρέχει την επέκταση και δείχνει το νόημα τής επαναλαμβανόμενης διατύπωσης «δεν συμμετείχε» (non participat) στα Πρακτικά τού Εκκλησιαστικού Συμβουλίου (Acta Consistorialia).
Ο Νικόλαος Κουζάνους επέστρεψε στην παπική κούρτη στις 28 Μαΐου 1460 [στο ίδιο, φύλλο 62]:
«…στις 28 Μαΐου ο αιδεσιμότατος εν Χριστώ πατέρας, ο κύριός μας καρδινάλιος τού ναού τού αλυσοδεμένου Αγίου Πέτρου, επέστρεψε από τα μέρη τής Γερμανίας, εισήλθε στη Σιένα [όπου βρισκόταν τότε ο Πίος Β’] και άρχισε να συμμετέχει» [πρβλ. τις πολύ συνοπτικές εγγραφές στο Eubel, Hierarchia catholica, II (1914, ανατυπ. 1960), 32, 33].
(… die vero XXVIII mensis Maii reverendissimus in Christo pater, dominus noster cardinalis Sancti Petri ad Vincula, veniens de partibus Alamanie intravit Senas et incipit participare)
Δέκα περίπου εβδομάδες αργότερα (στις 8 Αυγούστου) ο δούκας Σίγκισμουντ τού Τυρόλο αφορίστηκε και οι γερμανικές εκκλησιαστικές υποθέσεις βρέθηκαν σύντομα σε αναταραχή.
Για τον πικρό ανταγωνισμό μεταξύ Νικόλαου Κουζάνους και Σίγκισμουντ, στον οποίον αναπόφευκτα σύρθηκε ο Πίος, βλέπε Edmond Vansteenberghe, Le Cardinal Nicolas de Cues (1401-1464): L’action-la pensie, Παρίσι, 1920, ανατυπ. Φρανκφούρτη, 1963, σελ. 144-53, 166-210 και Andreas Posch, «Nikolaus von Cusa, Bischof von Brixen, im Kampf um Kirchenreform und Landeshoheit in seinem Bistum» στο Nikolaus Grass (επιμ.), Cusanus-Gedächtnisschrift, Ίννσμπρουκ και Μόναχο, 1970, σελ. 227-50, ιδιαίτερα σελ. 237 και εξής, 242 και εξής. H σχετική με τον Νικόλαο Κουζάνους βιβλιογραφία είναι πολύ μεγάλη. Πρβλ. τα Mitteilungen und Forschungsbeiträge der Cusanus-Gesellschaft, I (Mainz, 1961), 95-126, III (1963), 223-37, κλπ.
- [←55]
-
Blondi Flavii forliviensis de Roma triumphante, Βασιλεία, 1559, σελ. 1 και για την εργασία αυτή σημειώστε B. Nogara, Scritti inediti e rari di Biondo Flavio, Ρώμη, 1927. σελ. cxlix και εξής, 192-93 (Studi e testi, αριθ. 48).
- [←56]
-
Πρβλ. γενικά John B. Toews, «Dream και Reality in Imperial Ideology of Pope Pius II», Medievalia et humanistica, fasc. XVI (Sept. 1964), 77-93 και B. Widmer, Enea Silvio (1960), σελ. 44 και εξής και Enea Silvio Piccolomini in der sittlichen und politischen Entscheidung (1963), σελ. 135 και εξής.
- [←57]
-
Για τη λεγατινή αποστολή τού Βησσαρίωνα στη Γερμανία, πρβλ. Pastor, Hist. Popes, III, 158-76, 194, 198-99, αναθεωρ. στο Gesch. d. Päpste, II (ανατυπ. 1955), 124-37, 151-52, 154-55, Hefele και Leclercq, Hist. des conciles, VΙΙ-2 (1916), 1337, Voigt, Enea Silvio, III, 215-21 και Mohler, Kard. Bessarion, I, 293–303.
- [←58]
-
Iorga, Notes et extraits, IV, μέρος 3, αριθ. 116, σελ. 181. Για τα περίπλοκα γερμανικά σχέδια πρβλ. στο ίδιο, αριθ. 105, σελ. 175-76 και βλέπε επίσης Pius II, Comm., βιβλίο v, αγγλική μεταφρ., σελ. 366-68, εκδ. Φρανκφούρτης, 1614, σελ. 125-26 και βιβλίο vii, αγγλική μεταφρ., σελ. 497. Bλέπε Cugnoni (επιμ.), Opera inedita, σελ. 530, Raynaldus, Annales ecclesiastici, ad ann. 1460, αριθ. 21-23, τόμ. XIX (1693), σελ. 46 (από Platina). αριθ. 77-81, στο ίδιο, σελ. 60-61 και αριθ. 84-89, σελ. 62-63.
Για την ημερομηνία άφιξης τού Βησσαρίωνα στη Νυρεμβέργη (28 Φεβρουαρίου) βλέπε την προσπάθεια προσδιορισμού τού δρομολογίου του (πράγμα που είχαν επίσης επιχειρήσει οι Pastor και Mohler) στον Erich Meuthen, «Zum Itinerar der deutschen Legation Bessarions (1460/61)», Quellen und Forschungen aus italienischen Archiven und Bibliotheken, XXXVII (1957), 328-33. Η δίαιτα τής Νυρεμβέργης συγκλήθηκε στη μεγάλη αίθουσα τού Δημαρχείου (Rathaus).
Ο Βησσαρίων έκανε έκκληση για ειρήνη μεταξύ των χριστιανών ηγεμόνων, «πρέπει να επιλεγεί ειρήνη, όχι πόλεμος!» (Pax eligenda est, non bellum!), έτσι ώστε να τελειώνουν με τις δίαιτες και να πάρουν τα όπλα εναντίον των Τούρκων [Mohler, Kard. Bessarion, III (1942, ανατυπ. 1967), 377 και εξής]: «Τώρα είναι η ώρα να αφήσουμε τα λόγια και να έρθουμε στο θέμα. Χρειαζόμαστε όπλα, όπλα λέω, εξαιρετικούς άνδρες, όχι λόγια …» (Iam tempus est ut omissis verbis ad rem veniamus. Armis, armis, inquam, opus est, viri praestantes, non verbis…) [στο ίδιο, ΙΙΙ, 384].
Η ευγλωττία του απέβη άκαρπη. Ο μαργράβος (margrave) Άλμπρεχτ Ακίλλες τού Βρανδενβούργου-Άνζμπαχ βρισκόταν σε διαμάχη με τον δούκα Λούντβιχ τής Βαυαρίας-Λάντσχουτ.
Ο Bησσαρίων έφυγε από τη Νυρεμβέργη γύρω στις 18 Mαρτίου και συνέχισε προς Βορμς, όπου έφτασε καθυστερημένα για τη δίαιτα και συνάντησε την ίδια φιλόνικη αναποφασιστικότητα. Επέστρεψε στη Νυρεμβέργη, όπου παρέμεινε μέχρι περίπου τις 24 Απριλίου και ύστερα συνέχισε προς Βιέννη, όπου επρόκετο να συναντήσει την επόμενη δίαιτα και περαιτέρω απογοήτευση. Βλέπε Günther Schuhmann, «Kardinal Bessarion in Nürnberg», στο Jahrbuch für Fränkische Landesforschung XXXIV-XXXV (Festschrift für Gerhard Pfeiffer, 1975), 447-65, με περιλήψεις δεκατριών εγγράφων (από τα Nürnberger Stadtarchiv), που γράφηκαν από τον Βησσαρίωνα μεταξύ 14 Mαρτίου και 23 Απριλίου 1460, καθώς και περίληψη επιστολής τού Βησσαρίωνα (γραμμένης στη Λυών στις 21 Ιουνίου 1472, πέντε μήνες πριν από τον θάνατό του) προς τον δήμαρχο (burgomaster) και το δημοτικό συμβούλιο τής Νυρεμβέργης, με την οποία τούς ζητούσε να επιφυλάξουν καλή υποδοχή στη Bυζαντινή πριγκήπισσα Ζωή Παλαιολογίνα, η οποία επρόκειτο σύντομα να περάσει από τη Νυρεμβέργη, καθ’ οδόν από Ρώμη προς Μόσχα [βλέπε πιο κάτω, σελ. 318-19].
- [←59]
-
Βλέπε την επιστολή τού Πίου Β΄ προς τον Βησσαρίωνα στo Arch. Segr. Vaticano, Pii II Brevia, Arm. XXXIX, τόμος 9, φύλλα 204–205, γραμμένη στo Ματσερέτο στις 5 Μαΐου 1460:
«Σεβασμιώτατε αδελφέ σάς χαιρετώ κλπ. Μετά την αναχώρησή σας πήραμε πολλές επιστολές σας, από τις οποίες μάθαμε για το ταξίδι σας και για την πρόοδο των επιτευγμάτων σας στη Γερμανία. Επαινούμε κατ’ αρχήν την επιμέλεια τής σωφροσύνης σας, η οποία, χωρίς καμία εξαίρεση, εργαζόμενη με βάση τις εντολές μας, έχει εργαστεί πιστά. … Βλέποντας όμως ότι αυτό το καλοκαίρι δεν μπορεί να δοθεί στο εν λόγω βασίλειο [Ουγγαρία] μεγαλύτερη βοήθεια από την Ιταλία, ως κάποιου είδους επιδοκιμασία για την καταστολή των τουρκικών εισβολών που έχουν φτάσει εκεί, υποσχεθήκαμε 40.000 δουκάτα από το παπικό μας ταμείο…» [φύλλο 205].
(Venerabilis frater. Salutem.etc. Post discessum tuum a nobis quam plures a te litteras habuimus ex quibus itineris tui et rerum in Gerrnania gestarum progressum cognovimus. Laudamus in primis diligentiam tue Circumspectionis que sine ulla exceptione laboris in exequendis mandatis nostris fideliter est operata. … Videntes tamen non posse in presenti estate maiora presidia illi regno [Ungarie] prestari ex Italia ut suffragium aliquod ad reprimendos Turchorum incursus ei adesset, promisimus XL milia ducatorum ex Camera nostra apostolica…)
Στην επιστολή που ακολουθεί στο μητρώο (13 Ιουνίου 1460), ο πάπας γράφει,
«Χαιρόμαστε που η σωφροσύνη σας έφτασε σώα και αβλαβής στην αυτοκρατορική υψηλότητα και ως εκ τούτου για τις υποθέσεις τής Γερμανίας δεν μάς έχουν καταλάβει κακές ελπίδες. Απλώς θα ανανεωθεί λίγο η ανησυχία μας, με τέτοια κακή ισχυρογνωμοσύνη που υπήρχε για μεγάλο χρονικό διάστημα. Δεν αμφιβάλλουμε για την επιμέλειά σας, στην οποία θα αποδώσουμε ό,τι καλό ακολουθήσει…» [φύλλο 205].
(Letamur circumspectionem tuam incolumem pervenisse ad imperialem Celsitudinem et de rebus Alamanie non malam spem hinc cepisse: hoc enim aliquantulum nos recreavit anxios tam diuturna malorum contumacione. Non dubitamus quin diligencie tue sit ascribendum quicquid inde boni sequatur…)
- [←60]
-
Για την έναρξη των εργασιών τής δίαιτας στις 17 Σεπτεμβρίου βλέπε Pastor, Gesch. d. Päpste, II (1955), 127-28 και Mohler, Kard. Bessarion, I, 300. Για την ημερομηνία τής άφιξης τού Βησσαρίωνα στη Βιέννη (4 Μαΐου) βλέπε Mohler, στο ίδιο, I, 298. O Iorga, Notes et extraits, IV, μέρος 3, αριθ. 117, σελ. 182, έγγραφο με ημερομηνία 16 Σεπτεμβρίου 1460, λέει ότι «οι συνεδρίες άρχισαν την Παρασκευή (18) στη μία μετά το μεσημέρι» (les séances commencent le vendredi (18), à une heure après-midi), αλλά τον Σεπτέμβριο τού 1460 η 18 τού μηνός έπεφτε Πέμπτη, όχι Παρασκευή.
Για τα προβλήματα τού Βησσαρίωνα πρβλ. τις επιστολές τού πάπα Πίου προς αυτόν και προς τον αυτοκράτορα Φρειδερίκο τον Ιούλιο τού 1460 [Brevia, στο Arm. XXXIX, τόμος 9. φύλλα 121-123 και 133]. Οι ελπίδες για γερμανική συμμετοχή στη σταυροφορία είχαν αυξηθεί το φθινόπωρο τού 1460, όταν ο πάπας έγραφε στον Βησσαρίωνα, «στις 6 Οκτωβρίου, κατά το τρίτο έτος τής παπικής θητείας» (VI Oct., anno tertio):
«Με τη συνεργασία τού Θεού η καταγίδα που είχε καταλάβει όλη τη Γερμανία μετατράπηκε σε γαλήνη. Οι ηγεμόνες, που έχοντας μεταξύ τους τόσο μεγάλο μίσος είχαν ξεσηκωθεί στα όπλα, βρήκαν ειρήνη και ηρεμία και τώρα θα δράσουμε, χωρίς να υπάρχει εκεί κανένα έθνος, που να φαίνεται σε εμάς να επιστρέφει στον δρόμο τού πολέμου. Δόξα στο Θεό που πρόσφερε τέτοιο όφελος στη Χριστιανοσύνη. … Δουλειά τής Γερμανίας είναι τώρα να στραφεί στην ένοπλη υπεράσπιση…» [στο ίδιο, φύλλο 194].
(Cooperante Deo tempestas illa que Alamaniam totam comprehenderat in tranquilitatem conversa est; principes qui tantis inter se odiis armati surrexerant pacem recipientes quietem nunc agunt nec ulla in parte nationis sicut nobis refert vestigium belli apparet. Laus Deo qui tanto beneficio Christianitatem affecit. … Facultatem nunc habet Gerrnania in defensionem arma convertere…)
Ο Πίος ήθελε τώρα να γίνει «υποδιοικητής στον πόλεμο εναντίον των Τούρκων» (vicecapitaneus belli contra Τurcοs) ο παλατινός κόμης Φρειδερίκος (επιστολή προς τον αυτοκράτορα Φρειδερίκο στις 11 Οκτωβρίου, φύλλα 195-196): ο αυτοκράτορας, ο οποίος είχε διοριστεί γενικός διοικητής στη Μάντουα, μπορούσε να παραμείνει ως συμβολικός επικεφαλής.
- [←61]
-
Πρβλ. Mohler, Kard. Bessarion, I, 300-2.
- [←62]
-
Η εκστρατεία τού Ντίτερ φον Ίζενμπουργκ εναντίον τού παπισμού και τής ηγεσίας του στην προβλεπόμενη σταυροφορία συνεχίστηκε με μεγαλύτερη ορμή κατά τη διάρκεια τού μεγαλύτερου μέρους τού 1461 [Pius II, Comm., βιβλίο vi, αγγλική μεταφρ., σελ. 413-23, εκδ. Φρανκφούρτης, 1614, σελ. 143-48]. Κατηγορούσε ότι η όλη προσπάθεια ήταν απλώς ένα σχέδιο για να αποσπαστούν χρήματα από τούς Γερμανούς και ότι «οι Ιταλοί δεν μισούν τούς Τούρκους τόσο, όσο μισούν εμάς» (non tarn Τurcοs quam nos Itali oderunt), όπου το απόσπασμα αυτό παραλείφθηκε από την έκδοση Φρανκφούρτης τού 1614 [στη σελ. 143, γραμμή 40], αλλά έχει δημοσιευτεί από τον Cugnoni, Opera inedita, σελ. 529.
- [←63]
-
Iorga, Notes et extraits, IV, μέρος 3, αριθ. 118, σελ. 182-87. Voigt, Enea Silvio, III, 223-31. Iorga, Gesch. d. osman. Reiches, II (1909), 96. Pastor, Gesch. d. Päpste, II (ανατυπ. 1955), 127-28. 131-32. O Mohler, Kard. Bessarion, III, 384-98 παρέχει το πλήρες κείμενο τής ομιλίας τού Βησσαρίωνα. (στον πρώτο τόμο του ο Mohler δεν χρησιμοποιεί, για κάποιο λόγο, το πολύτιμο Notes et extraits τού Iorga.)
- [←64]
-
Iorga, Notes et extraits, IV, 187. Voigt, Enea Silvio, III, 228-29. Pastor, Gesch. d. Päpste, II (ανατυπ. 1955), 132-33. Mohler, Kard. Bessarion, I, 302.
- [←65]
-
Σημειώστε την μακροσκελή επιστολή τού Πίου Β΄ προς τον Βησσαρίωνα, «γραμμένη στη Ρώμη, 4 Νοεμβρίου τού τρίτου έτους τής παπικής μας θητείας (1460)» (datum Rome, IIII Novembris, anno tertio) στα Brevia στο Arm. XXXIX, τόμος 9, φύλλα 196-199 και πρβλ. φύλλα 260–262.
- [←66]
-
Ο Βησσαρίων είχε ήδη φύγει από τη Βιέννη, όταν στις 28 Σεπτεμβρίου 1461 έγραψε στον Τζάκοπο Αμμανάτι συγκινητική επιστολή, εκφράζοντας μεγάλη ανακούφιση στην προοπτική τής επιστροφής του στην Ιταλία και μιλώντας με όχι λίγα παράπονα για τις οικονομικές δυσκολίες που τού είχε προκαλέσει το ταξίδι [Arch. Segr. Vaticano, Arm. XXXIX, τόμος 10, φύλλο 18]:
«Αιδεσιμότατε εν Χριστώ πατέρα, αξιότιμε φίλε και αδελφέ: Έχουμε ήδη χρησιμοποιήσει τον γλυκό καρπό τής εργασίας σας. Γιατί όπως καταλαβαίνετε από τις επιστολές που γράφουμε στον αγιώτατο κύριό μας [στον πάπα], ήρθαμε στην αυτοκρατορική τού μεγαλειότητα και πήραμε από αυτήν καλή και ευχάριστη άδεια, να επιστρέψουμε στα πόδια τού αγιώτατου κυρίου μας, χωρίς επίσης να έχουμε πριν κάνει κάτι ασεβές και καθόλου ευπρόσδεκτο στον αγιώτατο κύριό μας, εγκαταλείποντας τις υποθέσεις τής Αυτού Μεγαλειότητας σε αυτόν τον κίνδυνο, στην καταιγίδα που βρίσκονταν. Αλλά τώρα φέραμε ξαφνικά τα δικά τους πράγματα σε τέτοια τάξη για τη μεγαλειότητά του, από την οποία πήραμε ευνοϊκή άδεια να αναχωρήσουμε συνεχίζοντας το ταξίδι μας προς τον κύριό μας».
(Reverende in Christo pater, amice et frater honorande: Usi iam sumus dulcissimo fructu laboris vestri. Nam quemadmodum intelligetis ex litteris quas scribimus ad sanctissimum dominum nostrum venimus ad Maiestatem imperialem et obtinuimus ab ea bonam et gratam licentiam redeundi ad pedes sanctissimi domini nostri, quod etiam antea fecissemus nisi iudicavissemus impium et parum gratum sanctissimo domino nostro si res Maiestatis sue in eo periculo in quo hac tempestate fuerunt relinqueremus. Nunc vero rebus suis in tuto positis subito venimus ad Maiestatem suam a qua habita grata licentia iter nostrum ad vos domino concedente continuabimus…)
Όμως λόγω τής κακής κατάστασης τής υγείας του έπρεπε να ταξιδεύει αργά: «ούτε ελπίζουμε ότι θα μπορέσουμε να φτάσουμε πριν το τέλος Νοεμβρίου…» (nec speramus ante finem Novembris istuc posse pervenire….).
Περίμενε να τον βοηθήσουν τα νερά τής Λα Πορρέττα στη Μπολώνια, αλλά τα οικονομικά ζητήματα βασάνιζαν επίσης το μυαλό του:
«Κατά τα άλλα σάς ενημερώνουμε αιδεσιμότατε πατέρα, ότι κατά την αναχώρησή μας από τη Βιέννη ήταν απαραίτητο, λόγω ανεξοφλήτων χρεών που είχαμε συγκεντρώσει και για να προετοιμάσουμε το ταξίδι στην Ιταλία, να δανειστούμε 600 δουκάτα, τα οποία έχουμε υποσχεθεί να καταβάλουμε στη Βενετία, όπου όμως δεν έχουμε κανένα τρόπο να τα πληρώσουμε, εκτός αν προνοήσει για εμάς ο αγιώτατος κύριός μας με την καλοσύνη του…» κλπ., κλπ.
(Ceterum significamus paternitati vestre quod in discessu nostro ex Wienna fuit necesse ut ad ex[s]olvenda debita que contraxeramus et parandum viaticum in Italiam acciperemus mutuo sexcentos ducatos quos promisimus solvere Venetiis ubi tamen solvendi modum non habemus nisi sanctissimus dominus noster pro sua pietate nobis providerit…)
Ο Βησσαρίων υπολόγιζε στην επιρροή τού Αμμανάτι επί τού πάπα, για να τον απεγκλωβίσει από την αμηχανία τής ενεχυρίασης όλης τής προσωπικής του περιουσίας στη Βενετία ως εγγύησης για το δάνειο.
Στο χειρόγραφο η επιστολή αυτή έχει ημερομηνία «28 Σεπτεμβρίου» (XXVIII Septembris). Το πρώτο ψηφίο τού αριθμητικού έχει σε μεγάλο βαθμό σβηστεί. Ο Pastor, Gesch. d. Päpste, II (ανατυπ. 1955), 136-37, σημείωση, τη χρονολογεί στις 28 τού μηνός και ο Mohler, Kard. Bessarion, I, 303 στις 18. Ο Mohler, ό. π., ΙΙΙ, 507-8 παρέχει απρόσεχτη αντιγραφή τής επιστολής Βησσαρίωνα (στις 28 Σεπτεμβρίου) προς Αμμανάτι, την οποία επίσης χρονολογεί στις 18 τού μηνός.
Ο Τζάκοπο Αμμανάτι, ο οποίος αργότερα πρόσθεσε το επώνυμο Πικκολομίνι στο δικό του, ήταν προστατευόμενος και γραμματέας τού Πίου Β΄, ο οποίος τον έκανε επίσκοπο Παβίας παρά την αντίθεση τού Φραντσέσκο Σφόρτσα, δούκα τού Mιλάνου [Raynaldus, Annales ecclesiastici ad ann. 1460, αριθ. 55, τόμ. xix (1693), σελ. 54] και τελικά τον έκανε καρδινάλιο στις 19 Δεκεμβρίου 1461 [Comm., βιβλίο vii, αγγλική μεταφρ., σελ. 503, εκδ. Φρανκφούρτης, 1614, σελ. 184, γραμμές 11-12]. Για τη σταδιοδρομία του βλέπε Giuseppe Galamari, Il confidente di Pio II, Cardinale Jacopo Ammannati Piccolomini, 2 τόμοι, Ρώμη και Μιλάνο, 1932.
Για την άφιξη τού Βησσαρίωνα στη Μπολώνια στις 23 Οκτωβρίου 1461 βλέπε τα Cronica di Bologna στο RISS, XVIII (Μιλάνο, 1731), στήλη 741D και στο νέο Muratori, Corpus chronicorum bononiensium, RISS, τόμος XVIII, μέρος 5, τόμ. IV (1924-39), σελ. 289a, 290b. Έφτασε στη Ρώμη την Παρασκευή 20 Νοεμβρίου (1461), σύμφωνα με τα Acta Consistorialia στο Arch. Segr. Vaticano, Arm. XXXI, τόμος 52, φύλλο 63:
«Έλευση τού κυρίου καρδινάλιου Νικαίας: Κατά το προαναφερθέν έτος [1461], ημέρα Παρασκευή 20 Νοεμβρίου, ο αιδεσιμότατος κύριος, ο κύριός μου καρδινάλιος Νικαίας, επίσκοπος Σαβίνας, ερχόμενος από την πρεσβεία του στη Γερμανία, μπήκε στην πόλη και πέρασε εκείνη τη νύχτα στη Σάντα Μαρία ντε Πόπολο. Την επόμενη μέρα, το Σάββατο, τον υποδέχθηκαν σε γενικό εκκλησιαστικό συμβούλιο και άρχισε να συμμετέχει» [πρβλ. Eubel, II, 33a].
(Adventus domini cardinalis Niceni: Anno predicto [1461], die vero Veneris, XX mensis Novembris, reverendissimus dominus, meus dominus Nicenus cardinalis, episcopus Sabinensis, veniens de legatione sua de Alamania intravit urbem et pernoctavit illa die in Sancta Maria de Populo. Die Sabbati in crastinum fuit receptus in consistorio generali et incepit participate)
O Sanudo, Vite de duchi, στο RISS, XXII, στήλη 1168 λέει ότι ο Βησσαρίων επέστρεψε στη Βενετία τον Δεκέμβριο τού 1461 ως παπικός λεγάτος «για το θέμα τής σταυροφορίας» (per la materia della Crociata), ενώ στις 20 τού μηνός ανακηρύχθηκε επίτιμος πολίτης και εγγράφηκε στο Μεγάλο Συμβούλιο (Μaggior Consiglio). Πρβλ. γενικά Voigt, Enea Silvio, III, 232-33, Pastor, Gesch. d. Päpste, II (ανατυπ. 1955), 136 και Mohler, Kard. Bessarion, I, 303.
Η παραπομπή στη φυσική έχθρα των Γερμανών προς τούς Έλληνες και Λατίνους προέρχεται από τον Platina, Panegyricus Bessarionis στην PG 161, στήλη cxii:
«Μεταξύ των ξένων εθνών, των από τη φύση τους εχθρικών προς τούς Έλληνες και τούς Λατίνους, υπάρχει συχνά κίνδυνος, καθώς περιφέρονται μεθυσμένοι και ένοπλοι όχι μόνο στους αγρούς αλλά και στις πόλεις. Αλλά ιδιαίτερα στη Βιέννη, όπου συνηθίζουν να γυμνάζουν κάθε ανοχή και ακολασία»
(Inter exteras gentes, Graecis et Latinis natura infestas, periclitatum est saepius dum temulenti et armati non solum in agris, sed in urbibus grassantur. Viennae autem potissimum, ubi gymnastici quavis licentia et petulantia utuntur).
- [←67]
-
Χαλκοκονδύλης, βιβλίο ix, CSHB, Βόννη, σελ. 456-57, επιμ. Darkò, II-2 (1927), 214-15:
Ο σουλτάνος πήγε στην πόλη Σκόπια και εγκαταστάθηκε εκεί [για να βρίσκεται κοντά], σε περίπτωση που οι Ούγγροι προσπαθούσαν να ανακινήσουν τα πράγματα. … Αλλά όταν ο σουλτάνος έμαθε ότι ο Θωμάς, ο μικρότερος αδελφός, είχε παραβιάσει τούς όρκους του και πολιορκούσε τούς γενίτσαρους στα φρούρια πόλεις που τού ανήκαν, έστειλε τον στρατό τής Θεσσαλίας και τής Αιτωλίας εναντίον τής Πελοποννήσου και διόρισε ως στρατηγό του τον Χαμζά, εκείνον που ήταν επίσης γνωστός ως Γερακοφόρος.
«Βασιλεὺς δὲ ἐπὶ τὴν Σκοπίων ἀφικόμενος πόλιν διέτριβεν, ἤν τι νεώτερον ἀπὸ Παιόνων ἐπιγένηται. … βασιλεὺς μέντοι ὡς ἐπύθετο Θωμᾶν τὸν νεώτερον ἀδελφὸν παραβάντα τοὺς ὅρκους πολιορκεῖν ἐπιόντα τοὺς ἐν ταῖς ἀκροπόλεσι βασιλέως νεήλυδας, ἔπεμπε στράτευμα ἐπὶ Πελοπόννησον, τό τε Θετταλίας καὶ Αἰτωλίας, καὶ στρατηγὸν ἀπέδειξε Χαμουζᾶν, τὸν ἱερακοφόρον ἐπίκλην».
Η επιστροφή τού Μωάμεθ αργότερα στην περιοχή Αδριανούπολης και Ισταμπούλ παρέχεται όμως σε απόσπασμα τού Κριτόβουλου, III, 20, 2, επιμ. Müller, FHG, V-l (1870), σελ. 132b, επιμ. Grecu (1963), σελ. 255:
Έτσι, ξεκινώντας από την Αδριανούπολη με όλο τον στρατό του, ιππικό και πεζικό, προχώρησε γρήγορα και έφτασε στην Κόρινθο την εικοστή έβδομη ημέρα και στρατοπέδευσε εκεί, περιμένοντας τον δεσπότη Δημήτριο την τρίτη ημέρα, γιατί έτσι είπαν ότι είχε τακτοποιήθηκε μαζί του από τον Aσάνη.
Ἄρας οὖν ἐκ τῆς Ἀδριανοῦ παντὶ τῷ στρατῷ ἱππικῷ τε και πεζικῷ καὶ σπουδῇ ἐλαύνων ἐπὶ τὰ πρόσω, ἑβδόμῃ καὶ εἰκοστῇ ἡμέρᾳ ἀφικνεῖται ἐς Κόρινθον, καὶ στρατοπεδεύεται αὐτοῦ τρίτην ἡμέραν περιμένων τὸν δεσπότην Δημήτριον∙ οὕτω γὰρ ἔφασαν ξυντεθεῖσθαι αὐτῷ παρὰ τοῦ Ἀσάνεω.
- [←68]
-
Για την οικογένεια τού Χαμζά πρβλ. Hopf, Chron. gréco-romanes (1873, ανατυπ. 1966), γενεαλ. πίνακες, σελ. 531 και «Griechenland im Mittelalter» στο Ersch και Gruber, Allgemeine Εncyclopadie, τόμ. 86 (1868, ανατυπ. 1960, τόμ. II), σελ. 129, Iorga, Gesch. d. osman. Reiches, II (1909), 84, 92, ο οποίος συγχέει τον Χαμζά Ζενέβιζι με τον ανηψιό τού Σκεντέρμπεη Χαμζά Καστριώτη και Babinger, Maometto (1957), σελ. 237, 264-65.
- [←69]
-
Κριτόβουλος, III, 19, επιμ. Müller, FHG, V-l, σελ. 131, επιμ. Grecu, σελ. 251, 253:
Τον ίδιο χειμώνα οι δεσπότες τής Πελοποννήσου συγκρούστηκαν, για δικό τους κακό, και πολέμησαν ο ένας τον άλλο για τον ακόλουθο λόγο: γιατί οι άρχοντες που βρίσκονταν κάτω από αυτούς, άνδρες που είχαν εδάφη και μεγάλα έσοδα και προΐσταντο πόλεων και φρουρίων, δεν ήσαν ικανοποιημένοι με αυτά, αλλά, με άπληστες σκέψεις και κακόβουλες πράξεις, φιλοδοξούσαν πάντοτε για περισσότερα. Στασίαζαν και επαναστατούσαν μεταξύ τους, έκαναν πόλεμο και γέμιζαν όλα αυτά τα μέρη με αναταραχή και αναστάτωση.
«Τοῦ δ’ αὐτοῦ χειμῶνος καὶ οἱ τῆς Πελοποννήσου δεσπόται διενεχθέντες ἐπὶ κακῷ τῷ σφετέρῳ ἐπολέμησαν ἀλλήλοις δι’ αἰτίαν τοιαύτην· οἱ γὰρ ὑπὸ σφισιν ὄντες τῶν ἐν τέλει καὶ ἀρχὰς ἔχοντες καὶ προσόδους μεγάλας καὶ πόλεων καὶ φρουρίων ἐπιστατοῦντες οὐ καρπούμενοι τούτοις, ἀλλ’ ἀπληστίᾳ τε γνώμης καὶ μοχθηρίᾳ τρόπων ἀεὶ τοῦ πλείονος ἐφιέμενοι καὶ νεωτέρων ἐπιθυμοῦντες, στασιάζοντές τε ἦσαν ἐν ἀλλήλοις αὐτοὶ καὶ πολεμοῦντες καὶ πάντα τἀκεῖ ξυγχύσεώς τε καὶ ταραχῆς ἐμπιπλῶντες,
Έβαζαν και τούς δεσπότες σε σύγχυση, επιτίθεντο και ενοχλούσαν ο ένας τον άλλον, γιατί πρώτα έρχονταν κρυφά σε αυτούς και κατηγορούσαν το αντίθετο μέρος, σαν να αποκάλυπταν κάποιο ανείπωτο μυστήριο, και έτσι από ψέματα και συκοφαντίες μεταξύ τους προσπαθούσαν να τούς ξεσηκώσουν τον ένα εναντίον τού άλλου και να τούς οπλίσουν. Τότε αργότερα, ανοιχτά και ντροπιαστικά, εγκατέλειπαν τη μία πλευρά και πήγαιναν με την άλλη, δελεάζοντας μαζί τους τις πόλεις και τα φρούριά τους. Αυτό έκανε τούς δεσπότες ακόμη πιο εξοργισμένους τον ένα με τον άλλο και οδηγούσε σε ανοιχτή εχθρότητα.
τοὺς τε δεσπότας ξυνέκρουόν τε καὶ ξυνέβαλλον ἀλλήλοις καὶ ξυνετάραττον, τὰ μὲν πρῶτα καὶ λάθρα τούτοις προσερχόμενοι καὶ διαλεγόμενοι παρὰ μέρος ἑκατέρῳ καὶ ὥς τινα τῶν ἀπορρήτων δῆθεν ἐκφαίνοντες καὶ λόγοις ψευδέσι καὶ διαβολαῖς κατ’ ἀλλήλων αὐτοὺς ἐρεθίζοντες καὶ ὁπλίζοντες, μετὰ δὲ τοῦτο καὶ φανερῶς ἀναισχυντοῦντες ἤδη ἀφιστάμενοί τε τούτων καὶ αὐτομολοῦντες ἀφ’ ἑτέρου πρὸς ἕτερον, ξυναφιστῶντές τε καὶ πόλεις καὶ φρούρια ἅ κατεῖχον, ὅ δὴ καὶ μᾶλλον τοὺς δεσπότας κατ’ ἀλλήλων ἐξέμηνε καὶ ἐς φανερὰν ἔχθραν κατέστησεν.»
Χαλκοκονδύλης, ό. π., εκδ. CSHB, Βόννη, σελ. 470, επιμ. Darkò, 11-2, 226:
Ο Ασάνης πήρε τον στρατό και εισέβαλε στην Πελοπόννησο. Κατατρόπωσε τον Θωμά κοντά στο Λεοντάριον και στη συνέχεια προχώρησε και το πολιόρκησε, αλλά για λίγο, καθώς αποσύρθηκε κάτω από πίεση. Ο Ασάνης επέστρεψε στον σουλτάνο, ζητώντας βοήθεια. Συνέβη να ανέβει ο Ασάνης και να φτάσει στον σουλτάνο όταν ο Ομέρ, ο ύπαρχος τής Θεσσαλίας, είχε εξεγερθεί λόγω κάποιου παράπονου, ενώ όχι πολλές ημέρες αργότερα ο σουλτάνος είχε αφαιρέσει τη διοίκηση από τον Ομέρ και την είχε αναθέσει στον Ζαγανός, ο οποίος ήταν τότε ύπαρχος τής Καλλίπολης.
«Ἀσάνης δὲ λαβὼν τὸν στρατὸν ὡς ἐσέβαλεν ἐς τὴν Πελοπόννησον, καὶ Θωμᾶν περὶ Λεοντάριον ἐτρέψατό τε ὁ στρατός, καὶ συνελάσας ἐπολιόρκησε μὲν ἐπὶ βραχύ, πιεζόμενος δὲ ἀνεχώρει, αὖθις ἀνῄει παρὰ βασιλέα, ἐπικουρίας δεόμενος. ξυνηνέχθη δὲ καὶ μετὰ Ὀμάρεω τοῦ Θετταλίας ὑπάρχου, στασιάσαντος διὰ διαφοράν, ἀφικόμενον ἀναβῆναί τε παρὰ βασιλέα, καὶ οὐ πολλὰς ὕστερον ἡμέρας Ὀμάρην βασιλέα ἀφελόμενον τὴν ἀρχὴν ἐπιτρέψαι Ζαγάνῳ τῷ τότε Καλλιουπόλεως ὑπάρχῳ.»
- [←70]
-
Χαλκοκονδύλης, βιβλίο ix, CSHB, Βόννη, σελ. 457-59, επιμ. Darkò, 11-2, 214-16:
Αυτός πήρε τον Αχμέτ, τον ύπαρχο τής Πελοποννήσου και τον Ομέρ, τον γιο τού Τουραχάν, ο οποίος ήταν επίσης γαμπρός του. Παίρνοντάς τους λοιπόν εισέβαλε στην Πελοπόννησο, έφτασε στην Πάτρα στην Αχαΐα και απελευθέρωσε την ακρόπολη. Γιατί όταν οι Έλληνες κατάλαβαν ότι ο στρατός τού σουλτάνου ερχόταν εναντίον τους, άφησαν την πολιορκία και συγκεντρώθηκαν γύρω από τον ηγεμόνα τους στη Μεγαλόπολη, που σήμερα ονομάζεται Λεοντάριον, για να ετοιμαστούν για μάχη. Ο στρατός διέσχισε την παράκτια περιοχή τής Ήλιδας, έφτασε στην Ιθώμη και προχώρησε στο Λεοντάριον. Εκεί ο Θωμάς συγκέντρωσε τούς Αλβανούς και Έλληνες που είχαν εξεγερθεί μαζί και τούς παρέτασσε για μάχη. Όταν έφτασαν οι Τούρκοι, είδαν ότι ο στρατός των Ελλήνων είχε αναπτυχθεί στους λόφους τής πόλης και έτσι συζητούσαν αν έπρεπε να στρατοπεδεύσουν εκεί ή να συνεχίσουν όλοι μαζί την προέλασή τους, όπως ήσαν, και να πάνε κατευθείαν στο Μουχλί, στην Τεγέα. Όταν ο Γιουνούς, ο άρχοντας των ιππέων επιδρομέων, είδε τούς Έλληνες σε βαθύ σχηματισμό, φώναξε: «Τούρκοι φίλοι, οι Έλληνες είναι ήδη ηττημένοι. Γιατί δεν θα μπορούν να πολεμήσουν με τον τρόπο που έχουν παραταχθεί. Αντίθετα, θα υποκύψουν όλοι αμέσως, όταν η πρώτη σειρά τραπεί σε φυγή. Δεν έχουν παραταχθεί για να βοηθούν ο ένας τον άλλον με ευελιξία, αλλά έχουν συγκροτήσει τις στήλες τους σε βάθος, για να προετοιμαστούν για άμυνα». Αυτό φώναξε ο Γιουνούς και, παίρνοντας τούς ιππείς-επιδρομείς, επιτέθηκε εναντίον των Ελλήνων. Η μπροστινή τους σειρά αντιστάθηκε στους πρώτους επιτιθέμενους, αλλά ύστερα, όταν όλο και περισσότεροι Τούρκοι συνέχιζαν να έρχονται, τράπηκαν σε φυγή. Κατά τη φυγή, [στρίβοντας] η μπροστινή σειρά των Ελλήνων έπεφτε πάνω σε δικούς της άνδρες και τούς ανάγκαζε να φεύγουν επίσης. Έτσι, όλες οι σειρές κατατροπώθηκαν σε μια στροφή τού χρόνου, με την πρώτη να πέφτει στρίβοντας πάνω στις άλλες. Γιατί ήταν αναπόφευκτο ότι, από τη στιγμή που μια σειρά είχε ηττηθεί, οι άλλες σειρές θα υφίσταντο την ίδια μοίρα, καθώς συγκρούονταν μεταξύ τους. Έτσι οι Έλληνες έφευγαν τρέχοντας με όλη τους τη δύναμη προς την πόλη, ενώ οι Τούρκοι τούς κυνηγούσαν με κραυγές, ενθαρρύνοντας ο ένας τον άλλον. Σκότωσαν διακόσιους περίπου και προχώρησαν να πολιορκήσουν τον ηγεμόνα [Θωμά] και την πόλη [για να τούς εξοντώσουν] με λιμοκτονία και επιδημίες. Γιατί ο στρατός των Τούρκων πιεζόταν από τη στιγμή που είχε φτάσει σε εκείνο το σημείο, από το πλήθος των σκλάβων που είχαν καταλάβει στην Αχαΐα. Έτσι τούς οδήγησαν μακριά από εκεί στο Μουχλί. Άφησαν πίσω τον Γιουνούς με τον Δημήτριο, τον ηγεμόνα.
«…καὶ ὃς λαβὼν Ἀχμάτην τὸν τῆς Πελοποννήσου ὕπαρχον καὶ Ὀμάρην τὸν Τουραχάνεω, καὶ γαμβρὸν γενόμενόν οἱ ἐπὶ τῇ θυγατρί, τούτους λαβὼν ἐσέβαλεν ἐς τὴν Πελοπόννησον, καὶ ἐς Πάτρας μέντοι τῆς Ἀχαΐας ἀφίκετο, καὶ τὴν ἀκρόπολιν ἠλευθέρωσεν. οἱ γὰρ Ἕλληνες ὡς ᾔσθοντο τοῦ βασιλέως στρατὸν ἐπιόντα, ἐπανέστησάν τε ἐκ τῆς πολιορκίας, καὶ ἐς τὴν Μεγαλόπολιν, τὸ νῦν λεγόμενον Λεοντάριον, συνελέγοντο ἐπὶ τὸν ἡγεμόνα ὡς τὴν μάχην ποιησόμενοι. ὁ μὲν οὖν στρατὸς διῄει διὰ τῆς Ἤλιδος χώραν τὴν παραλίαν, καὶ ἐπὶ τὴν Ἰθώμην ἀφικόμενος ἀνῄει ἐς Λεοντάριον. ἐνταῦθα Θωμᾶς συναθροίσας τούς τε Ἀλβανοὺς καὶ Ἕλληνας τοὺς συναφεστῶτας παρετάσσετο ὡς εἰς μάχην. ἔνθα δὴ οἱ Τοῦρκοι ἐπελαύνοντες, ὡς εἶδον τὸ τῶν Ἑλλήνων στράτευμα παρατασσόμενον ἐπὶ τοῖς λόφοις τῆς πόλεως, ἐβουλεύοντο μέν, εἴτε στρατοπεδεύσωνται, εἴτε καὶ διελαύνωσιν ἅπαντες, ὡς ἔχουσιν, ἰθὺ τῆς Τεγέης ἐπὶ Μουχλήν. Ἰονούζης δὲ τῶν ἱπποδρόμων ἄρχων ἰδὼν τοὺς Ἕλληνας τὰς τάξεις ἐς βάθος πεποιημένους ἀνέκραγεν “ὦ φίλοι Τοῦρκοι, ἥττηνται οἱ Ἕλληνες· οὐ γὰρ οἷόν τε, ὡς συνετάξαντο, μαχέσασθαι αὐτούς, ἀλλὰ δώσειν αὐτίκα ἅμα πάντας, τῶν ὑστάτων ἐς φυγὴν τρεπομένων. οὐ γὰρ κατὰ τοὺς δακτύλους ἀλλήλοις ἐπιβοηθοῦντας παρετάξαντο, ἀλλ’ ἐς βάθος τὰς τάξεις ποιησάμενοι παρεσκευάζοντο ἀμύνεσθαι.” ταῦτά τε ἀνεβόησεν ὁ Ἰονούζης, καὶ λαβὼν τοὺς ἱπποδρόμους ἔθει ἐπὶ τοὺς Ἕλληνας. οἱ δὲ ὕστατοι ἐδέξαντο μὲν τοὺς πρώτους, μετὰ δέ, ὡς ἐπιγινομένων τῶν Τούρκων ἀεὶ πλειόνων, ἐς φυγὴν ὥρμηντο. οἱ τελευταῖοι δὲ Ἑλλήνων φεύγοντες ἐς τοὺς σφετέρους ἀνέπιπτον καὶ τούτους ἅμα ἐς φυγὴν κατέστησαν· καὶ οὕτω αἱ τάξεις μιᾷ ῥοπῇ καιροῦ ἐτράποντο ἐς φυγήν, τῆς τελευταίας βιαζομένης· ἀνάγκη γὰρ ἦν ἡττημένης αὐτίκα μάλα καὶ τὰς ἄλλας τοῦτο πείσεσθαι τάξεις, ἀλλήλαις συμπιπτούσας. Ἕλληνες μὲν οὖν ἀνὰ κράτος ἔφευγον ἐς τὴν πόλιν, οἱ δὲ Τοῦρκοι ἐπιόντες κραυγῇ τε καὶ διακελευσμῷ διέφθειρον ἐς διακοσίους, καὶ ἐπελάσαντες ἐπολιόρκουν τόν τε ἡγεμόνα καὶ τὴν πόλιν ἐπὶ λιμῷ καὶ λοιμῷ· ἐπιέζετο γὰρ ὁ στρατός, ἐπεὶ ἐγένετο αὐτοῦ, ἀπὸ τῶν ἀνδραπόδων τῶν ἀπὸ τῆς Ἀχαΐας, καὶ ἀπήλαυνεν αὐτὰ ἐντεῦθεν ἐπὶ Μουχλήν. τὸν μέντοι Ἰονούζην κατέλιπον σὺν Δημητρίῳ τῷ ἡγεμόνι.»
- [←71]
-
Πρβλ. Χαλκοκονδύλη, βιβλίο ix , εκδ. CSHB, Βόννη, σελ. 456, επιμ. Darkò, 11-2, 214:
Σχεδίαζε εξέγερση, εμπιστευόμενος επίσης τον Λουκάνη τον Λακεδαιμόνιο, ο οποίος ισχυριζόταν ότι είχε κανονίσει ότι εκείνοι τής Κορίνθου θα την πρόδιδαν σε αυτόν. Έτσι έλπιζε να υποτάξει την πόλη και να επικρατήσει με πλεονεκτικό τρόπο επί τής υπόλοιπης περιοχής.
«…τὴν μέντοι ἀπόστασιν ἐβουλεύετο πειθόμενος ἅμα τῷ Λακεδαιμονίῳ Λουκάνῃ φαμένῳ ὡς ξυνθέμενος προδοσίαν τοῖς ἐν Κορίνθῳ, ἔχειν ἐλπίδα παραστήσεσθαί τε αὐτῷ τὴν πόλιν καὶ τἄλλα διαπράξεσθαι ὡς βέλτιστα οὗτος τὴν λοιπὴν χώραν…»
- [←72]
-
Κριτόβουλος, ΙΙΙ, 14, 2-3. 15, 3. 19, 4-6, επιμ. Müller, FHG, V-l, σελ. 128a, 129a, 132a, επιμ. Grecu, σελ. 241, 245, 253:
Ο Κριτόβουλος πήρε τις δεσμεύσεις τους και πήγε στην Αδριανούπολη. Έστειλε επίσης επιστολές με μεγάλη ταχύτητα στον δεσπότη Δημήτριο, λέγοντάς του ότι ήρθε η ώρα να ζητήσει από τον σουλτάνο να τού παραχωρήσει τα νησιά Ίμβρο και Λήμνο. Δήλωνε ότι ο σουλτάνος ήταν έτοιμος να τα παραδώσει στον Δημήτριο και διαβεβαίωνε τον Δημήτριο ότι ήταν αρκετά ισχυρός για να καταλάβει τη Λήμνο και να διώξει τούς Ιταλούς. Γιατί ο Κριτόβουλος είχε ήδη γράμματα από τον δεσπότη για αυτό.
«…Κριτόβουλος δὲ τὰ πιστὰ λαβὼν παρ’ αὐτῶν, ἀφικνεῖται ἐς τὴν Ἀδριανοῦ· καὶ πέμπει δὴ γράμματα κατὰ τάχος ἐς τὸν δεσπότην Δημήτριον μηνύοντα καιρὸν εἶναι τὰς νήσους αἰτῆσαι παρὰ τοῦ βασιλέως, Ἴμβρον καὶ Λῆμνον, ἑτοίμου τε ὄντος δώσειν αὐτοῦ, καὶ αὐτὸς εἰπὼν δυνατὸς εἶναι τὴν Λῆμνον ἑλεῖν καὶ τοὺς Ἰταλοὺς ἐξελᾶσαι˙ εἶχε γὰρ ἤδη καὶ πρότερον περὶ τούτου γράμματα τοῦ δεσπότου.
Όταν ο δεσπότης το έμαθε, έστειλε τον Ασάνη αμέσως ως πρέσβηξ στον σουλτάνο και τού ζήτησε τα νησιά. Τα πήρε, υποσχόμενος να πληρώνει στον σουλτάνο κάθε χρόνο φόρο τριών χιλιάδων χρυσών νομισμάτων. Ο ίδιος ο Κριτόβουλος βρισκόταν τότε στην Αδριανούπολη μαζί του, έχοντας συμμετάσχει σε αυτά τα θέματα. …
Δεσπότης δὲ τοῦτο μαθὼν, ὡς τάχιστα τὸν Ἀσάνην ἐκπέμπει πρέσβυν ὡς βασιλέα, καὶ παρ’ αὐτοῦ τὰς νήσους αἰτεῖ καὶ λαμβάνει, ξυνθέμενος δὴ καὶ δασμὸν ἐτήσιον ὑπὲρ τούτων ἀποφέρειν βασιλεῖ τρισχιλίους χρυσίνους, ξυμπαρόντος γε καὶ αὐτοῦ Κριτοβούλου τότε ἐν Ἀδριανουπόλει (τε) καὶ ξυμπράττοντος. …
Τότε, όταν τα είχε καταφέρει αυτά ο Κριτόβουλος, έστειλε δύο από τούς διοικητές τής Λήμνου στην Πελοπόννησο, για να ενημερώσουν τον δεσπότη Δημήτριο για το τι είχε συμβεί και να τον παρακαλέσουν να έρθει και να παραλάβει ή να παραδώσει σε άρχοντες, το νησί και τις πόλεις. Ο ίδιος ο Κριτόβουλος περίμενε στη Λήμνο. …
Κριτόβουλος δὲ ταῦτα διαπραξάμενος ἐκπέμπει δύο τῶν Λημνίων ἀρχόντων ἐς Πελοπόννησον ἀγγελοῦντάς τε τῷ Δημητρίῳ τὰ πεπραγμένα οἱ, καὶ ἄρχοντας αἰτήσοντας ἀφῖχθαι αὐτῷ τοῦ παραδοῦναι τὴν νῆσον καὶ τὰ πολίσματα. αὐτὸς δὲ περιέμενεν ἐν Λήμνῳ. …
Έχοντας στενοχωρηθεί πολύ από τα γεγονότα, και μη έχοντας τίποτε που να μπορούσε να κάνει, καθώς κινδύνευε να χάσει όλη την επαρχία του, ο δεσπότης Δημήτριος έστειλε τον Ασάνη ως πρέσβη στον σουλτάνο, παρακαλώντας να έρθει σε επικουρία του και να τον βοηθήσει εναντίον τής οδυνηρής επιρροής και τής τυραννίας τού αδελφού του. Έτσι, τουλάχιστον, παρουσίαζε τα πράγματα.
Ὑπεραλγήσας οὖν τοῖς γινομένοις ὁ δεσπότης Δημήτριος καὶ μὴ ἔχων ὅ τι καὶ δράσειεν (ἐκινδύνευε γὰρ ἁπάσης ἐκπεσεῖν τῆς ἀρχῆς), ἐκπέμπει τὸν Ἀσάνεα πρέσβυν ὡς βασιλέα, δεόμενος ἐπικουρίας καὶ βοηθείας τυχεῖν κατὰ τῆς ἐπηρείας καὶ καταδυναστείας τοῦ άδελφοῦ˙ καὶ ταῦτα μὲν ἐς τὸ φανερὸν˙
Όμως εδώ υπάρχουν δύο εκδοχές αυτής τής ιστορίας. Μερικοί λένε ότι ο δεσπότης έστειλε τον Ασάνη όχι απλώς για να ζητήσει, αλλά ότι είχε υποσχεθεί την κόρη του στον σουλτάνο και είχε συμφωνήσει να τού δώσει ολόκληρη την Πελοπόννησο, ζητώντας, σε αντάλλαγμα για αυτό, να τού δοθεί άλλο μέρος να κυβερνάει, μέσα στην επικράτεια τού σουλτάνου.
ὅμως γε μήν διττὸς ένταῦθα φέρεται λόγος˙ οἱ μὲν γὰρ φασιν ὡς οὐχ’ ἕνεκεν βοηθείας ἁπλῆς ὁ δεσπότης ἐξέπεμπε τὸν Ἀσάνεα, ἀλλὰ κατεγγυώμενός τε τῷ βασιλεῖ τὴν θυγατέρα καὶ τὴν Πελοπόννησον ἅπασαν ἐνδιδούς, αὐτὸς δὲ τόπον ἕτερον αἰτῶν ἀντιδοθῆναι ταύτης ἐν τῇ τοῦ βασιλέως ἐς ἀρχὴν.
Άλλοι πάλι επιμένουν ότι αυτό δεν ήταν αλήθεια, αλλά ότι ο δεσπότης ζητούσε συμμαχία με τον σουλτάνο όταν έστειλε τον Ασάνη και ζήτησε άνδρες για επικουρία και στρατό για βοήθεια. Και ότι ήταν θυμωμένος με τον δεσπότη Θωμά και με εκείνους τούς Πελοποννήσιους που ήσαν κατά κύριο λόγο εναντίον τού σουλτάνου, και ότι είχε κάνει αυτά τα πράγματα σε αυτοάμυνα, και χωρίς τη γνώση τού δεσπότη.
Ἔνιοι δ’ αὖ οὐχ οὕτως ἔχειν διισχυρίζονται, ἀλλ’ ὁ μὲν δεσπότης ξυμμαχίαν αἰτήσοντα παρὰ τοῦ βασιλέως ἐξέπεμψε τὸν Ἀσάνεα, ἄνδρας ἐπικούρους καὶ στρατιὰν ἐς βοήθειαν, τὸν δὲ ὀργὴν ἔχοντα τῷ τε δεσπότη Θωμᾷ καὶ τοῖς ἐν τέλει ΙΙελοποννησίων ἐναντιουμένοις οἷ τὰ μάλιστα, καὶ ἀμυνόμενον, καὶ ἄνευ τῆς τοῦ δεσποτου γνώμης ταῦτα πεποιηκέναι.»
Σφραντζής, Χρονικόν, PG 156, 1066-1067D, επιμ. Grecu, σελ. 110, 112, 114:
Στις αρχές Φεβρουαρίου τού ίδιου έτους [1459] βγήκε ο δεσπότης κυρ Θωμάς από την Αρκαδία [Κυπαρισσία] και ενώθηκε με εκείνους που εργάζονταν εναντίον του, αλλά και εναντίον των εαυτών τους, όπως θα δείξω πιο κάτω. Από όλα τα κάστρα που πίστευαν ότι θα έπαιρναν από τούς Τούρκους, πήραν μόνο τα Καλάβρυτα. Κι από τα εδάφη τού δεσπότη κυρ Δημήτριου αυτοί οι αυτουργοί των κσκών πήραν τούς τόπους τούς οποίους κυβερνούσαν, δηλαδή την Καρύταινα, τα Βορδώνια, το Καστρίτσι και άλλους. τούς πήραν έτσι, ώστε να τούς κατέχουν πάλι οι ίδιοι, τώρα ως αφέντες και όχι ως κυβερνήτες.
«Ἐξελθόντος οὖν τοῦ δεσπότου κυροῦ Θωμᾶ εἰς τὰς ἀρχὰς τοῦ Φευρουαρίου μηνὸς τοῦ αὐτοῦ ἔτους ἀπὸ τὴν Ἀρκαδίαν καὶ ἑνωθέντος μετὰ τῶν ἐργαζομένων τὰ κατ’ αὐτοῦ ἢ καὶ τὰ κατ’ αὐτῶν, ὡς ὁ λόγος προιὼν δηλώσει, ἀπῆραν ἀπὸ μὲν τοὺς Τούρκους τὰ Καλάβρυτα καὶ μόνων ἐκ τῶν κάστρων, ὧν ἐθαῤῥοῦσαν λαβεῖν, ἐξ ὧν ἐκρατοῦσαν οἱ Τοῦρκοι, ἀπὸ δὲ τοῦ τόπου τοῦ δεσπότου κυροῦ Δημητρίου, ἅπερ αὐτοὶ οἱ ἐργάται τῶν κακῶν ἐκρατοῦσαν ὡς κεφαλατίκια, ἤγουν Καρύταιναν, Βορδόνιαν, Καστρίτζαν καὶ ἕτερά τινα· καὶ οὕτως, ἵνα πάλιν ἔχωσιν αὐτοὶ ταῦτα ὡς αὐθένται αὐτῶν, οὐχ ὡς κεφαλάδες.
Έτσι, αυτοί οι συνετοί, πρακτικοί και γενναίοι άρχοντες δεν κατόρθωσαν τίποτε, παρά μόνο προκάλεσαν την οργή τού Θεού, τού δημιουργού όλων, και έφεραν σε αυτή την περιοχή εναντίον τους, καθώς και εναντίον τού δεσπότη και τού αδελφού του, τον ισχυρότερο αφέντη στη γη. Είχαν ξεχάσει οι άθλιοι το ρητό τού αληθινού Ευαγγελίου, ότι «όταν σε μια οικογένεια πέσει διχασμός, θα διαλυθεί», καθώς και την παροιμιώδη φράση, ότι «Ούτε ο Ηρακλής δεν μπορεί να αντιμετωπίσει δύο αντιπάλους», και επαναστάτησαν εναντίων τριών και τέτοιου είδους.
Ἐκατόρθωσαν δὲ οὐδὲν ἄλλο οἱ φρόνιμοι καὶ πρακτικοὶ καὶ γενναῖοι ἄρχοντες, ἢ μόνον ὅτι ἀπῆραν κατ’ αὐτῶν θεὸν τὸν τοῦ παντὸς ποιητήν, αὐθέντην ἐπὶ γῆς ἰσχυρότερον καὶ ἀδελφὸν καὶ αὐθέντην ἐντὸς τοῦ τόπου, οὐκ ἐνθυμηθέντες οἱ ἄθλιοι οὔτε τοῦ ἀψευδοῦς τὸ λόγιον, ὅτι πᾶσα οἰκία μερισθεῖσα καθ’ ἑαυτὴν ἐρημοῦται οὔτε τὸν παροιμιώδη λόγον τὸν „πρὸς τοὺς δύο οὐδ’ Ἡρακλῆς”, ἀλλ’ ἐπανέστησαν καὶ πρὸς τρεῖς καὶ τοιούτους.
Κι ενώ αυτά συνέβαιναν, στην αρχή ο Θεός τούς αγνόησε και δεν καταλάβαιναν τι έκαναν, αλλά σαν τα ψάρια που βρίσκονται μέσα στο δίχτυ, τα οποία αγνοούν ότι τα τραβούν όλα μσζί προς τη στεριά, κι εκείνα, μέχρι να γίνει αυτό, καταδιώκουν και καταδιώκονται και καταβροχθίζονται και σκοτώνονται τα μικρότερα από τα μεγαλύτερα, ετσι και αυτοί [οι άρχοντές μας].
Καὶ τούτων οὕτως προβάντων, πρῶτον μὲν θεὸς παρεῖδεν αὐτοὺς καὶ τὶ ἔπραττον, οὐκ ἐγίνωσκον, ἀλλ’ ὡς τοὺς ἰχθύας τοὺς μέσον τῆς σαγήνης ὄντας, οἱ ἀγνωοῦσιν, ὅτι πάντες ὁμοῦ ἕλκονται εἰς γῆν, ἐκεῖνοι δέ, ἕως τοῦτο γένηται, διώκουν καὶ διώκονται καὶ ἁλίσκονται καὶ φθείρονται οἱ ἐλάττονες ὑπὸ τῶν μεγαλωτέρων, οὕτω καὶ οὗτοι.
Ο δεσπότης κυρ Θωμάς πολιορκούσε λοιπόν τα κάστρα τού αδελφού του, την Καλαμάτα και τη Μαντίνεια, και είχε βρει συνεργάτες τον άριστο πρωτοστράτορα Νικόλαο Σεβαστόπουλο, μεσάζοντα και σύγαμβρο τού αδελφού του [Δημήτριου] και τον αγαπητό μου θείο από την πλευρά τής γυναίκας μου, τον σημαντικό Κυδωνίδη, επίσης γνωστό ως Τζαμπλάκωνα.
Ὁ μὲν γὰρ δεσπότης κὺρ Θωμᾶς παρέπιπτε καὶ ἐπολιόρκει τὰ τοῦ ἀδελφοῦ αὑτοῦ, Καλαμάταν καὶ Μαντίνειαν καὶ συνεργοὺς εὗρε πρωτοστράτορα τὸν ἄριστον, πρωτοστράτορα τὸν Σεβαστόπουλον Νικόλαον, μεσάζοντα καὶ σύγγαμβρον τοῦ ἀδελφοῦ αὑτοῦ καὶ τὸν περιπόθητον γυναικοθεῖον, τὸν πλέον Κυδωνίδην ᾒ Τζαμπλάκωνα.
Ο δεσπότης κυρ Δημήτριος από την πλευρά του κατέλαβε το Λεοντάρι και τα εδάφη του καθώς και το Πήδημα μέσω τού Γεώργιου Παλαιολόγου, τού αγαπημένου εξαδέλφου μου και μεσάζοντα τού δεσπότη κυρ Θωμά, καθώς και μέσω τού γαμπρού του, τού Μανουήλ Μποχάλη, αν και εκείνος [ο δεσπότης κυρ Θωμάς] κατάφερε να κατακτήσει την Καλαμάτα, το Λεύκτρο και πολλά από τα βουνά τής Μάνης.
Ὁ δὲ δεσπότης κὺρ Δημήτριος πάλιν τὸ Λεοντάρι καὶ τὰ αὐτοῦ καὶ τὸ Πίδημα διὰ τοῦ Παλαιολόγου Γεωργίου, περιποθήτου ἐξαδέλφου καὶ μεσάζοντος τοῦ δεσπότου κυροῦ Θωμᾶ καὶ τοῦ γαμβροῦ αὐτοῦ Μποχάλη Μανουήλ, εἰ καὶ ὁ μὲν τάχα ἀπῆρε τὴν Καλαμάταν καὶ τὸ Λεῦκτρον καὶ πολὺ τοῦ τῆς Μάνης ζυγοῦ.
Καθώς ο δεσπότης κυρ Δημήτριος ετοιμαζόταν να εισέλθει στο Λεοντάρι, μόλις το έμαθε αυτό ο αδελφός του [ο δεσπότης κυρ Θωμάς], έτρεξε κσι μπήκε πρώτος σε αυτό. Κι έμεινε έξω άπρακτος ο δεσπότης κυρ Δημήτριος, που κέρδισε μόνο τη λιποταξία τού Παλαιολόγου και των Μποχαλέων. Ο κυρ Δημήτριος επέστρεψε στον Μυστρά.
Τοῦ δὲ δεσπότου κυροῦ Δημητρίου ἐρχομένου ἐμβῆναι ἐν τῷ Λεονταρίῳ, ὡς ἔμαθε τοῦτο ὁ ἀδελφὸς αὐτοῦ, ἔδραμε καὶ προλαβὼν ἐσέβη ἐν αὐτῷ· καὶ ἀπέμεινεν ἄπρακτος ὁ δεσπότης κὺρ Δημήτριος, τοῦ Παλαιολόγου καὶ τῶν Μποχαλέων φυγόντων μόνον καὶ ἀπελθόντων εἰς αὐτὸν εἰς τὸν Μυζηθρᾶν ἐπαναστρέψαντα.
Επίσης η πολύ κακή και άχρηστη φάρα των Αλβανών εκμεταλλευόμενη την τρέχουσα κατάσταση, που ήταν κατάλληλη για τη φήμη και την αρπακτική διάθεσή τους, και τι δεν έκαναν ή ποιο έγκλημα δεν διέπραξαν; Παραβιάζοντας τις υποσχέσεις τους δύο φορές το ίδιο Σάββατο, έφευγαν από τον έναν αφέντη στον άλλο. Απαιτούσαν, στη δική τους γλώσσα, κάστρα ως κτήματά τους. Αν τούς αρνιόταν ο ένας δεσπότης, έτρεχαν στον άλλο, ενώ οι υπόλοιποι πλησίαζαν τον πρώτο δεσπότη με παρόμοιο τρόπο. Στο μεταξύ, αν εύρισκαν κάτι που ανήκε στους άτυχους Ρωμιούς, αλλά ακόμη και στους Αλβανούς, στους συγγενείς τους πολλές φορές και στους γνωστούς τους, το λεηλατούσαν και το κατέστρεφαν. Έγιναν τέτοια και τόσα κακά, που ποιος θα μπορέσει να τα θρηνήσει όπως τούς αξίζει;
Ἔτι δὲ καὶ τὸ κάκιστον καὶ ἀφελέστατον γένος τῶν Ἀλβανιτῶν, καιροῦ λαβόμενον τῆς ὑπολήψεως καὶ ἁρπακτικῆς αὐτῶν γνώμης ἁρμοδίου, τὶ οὐκ ἔπραξαν ᾒ τὶ οὐκ εἰργάσαντο κακόν; Ἀπιστοῦντες γὰρ δὶς τοῦ σαββάτου, ἀπὸ τὸν ἕνα τῶν αὐθεντῶν εἰς τὸν ἄλλον ἀπήρχοντο· καὶ κάστρα, ὡς ἡ ἐκείνων γλῶσσα, εἰς κεφαλατίκια ἀπῄτουν, εἰ δ’ οὖν, εἰς τὸν ἄλλον ἀπήρχοντο καὶ οἱ ἄλλοι πρὸς τὸν ἕτερον τῶν δεσποτῶν ὁμοίως. Διὰ μέσου οὖν, εἴ τι ἆρα καὶ εὕρισκον τῶν ἀθλίων τάχα Ῥωμαίων, ἀλλὰ δὴ καὶ τῶν Ἀλβανιτῶν καὶ συγγενῶν πολλάκις καὶ οἰκείων αὐτῶν, πάντα διηρπάζοντο καὶ ἠφάνιζον. Ἐγένοντο δὲ τοιαῦτα καὶ τοσαῦτα, ὅτι τὶς ἀξίως αὐτὰ θρηνήσειεν;»
-
Ψευδο-Σφραντζής, ο οποίος καταλογίζει στους Αλβανούς ότι άλλαζαν πλευρά «τρεις φορές την εβδομάδα» [IV, 16, CSHB, Βόννη, σελ. 388-92, επιμ. Grecu, σελ. 528, 530, 532]:
Όταν λοιπόν βγήκε ο δεσπότης κυρ Θωμάς στις αρχές Φεβρουαρίου τού ίδιου έτους από την Αρκαδία και ενώθηκε με εκείνους που εργάζονταν εναντίον του ή, για να το πούμε καλύτερα, εναντίον των συμφερόντων τους, όπως θα αναφέρουμε πιο κάτω, παρέλαβαν από τούς Τούρκους μόνο τα Καλάβρυτα, από τις πόλεις που έλπιζαν να πάρουν και τις οποίες κατείχαν οι Τούρκοι, ενώ από τον δεσπότη κυρ Δημήτριο εκείνες στις οποίες ηγεμόνευαν οι ίδιοι αυτοί οι εργάτες των κακών, δηλαδή την Καρύταινα, τον Άγιο Γεώργιο, τη Βορδόνια, την Καστρίτζα και μερικές άλλες, για να τις έχουν και πάλι, όχι όπως τις κυβερνούσαν πριν, αλλά ως άρχοντες οι ίδιοι. Οι φρόνιμοι και πρακτικοί και γενναίοι άρχοντες δεν κατόρθωσαν λοιπόν τίποτε άλλο, παρά μόνο να οδηγήσουν εναντίον τους τον Θεό, τον δημιουργό και αφέντη όλων, τον ισχυρότερο πάνω στη γη. Προκάλεσαν λοιπόν σκάνδαλο ενάντια στους αδελφούς και αφέντες τους, χωρίς να θυμηθούν οι άθλιοι εκείνα που είχε πει ο φιλαλήθης σοφός, ότι κάθε βασίλειο, όταν χωριστεί σε εχθρικές παρατάξεις, ερημώνεται [Κατά Λουκάν 11.17], ούτε την παροιμιώδη ομιλία του προς τούς δύο, ούτε τον Ηρακλή, αλλά επαναστάτησαν εναντίον και των τριών. Και καθώς αυτά έτσι συνέβησαν, πρωτα ο Θεός τούς παρέβλεψε και δεν ήξεραν τι έκαναν, αλλά όπως τα ψάρια που βρίσκονται μέσα στο δίχτυ και δεν γνωρίζουν ότι πρόκειται να τα τραβήξουν όλα στη στεριά, μέχρι να γίνει αυτό καταδιώκει το ένα το άλλο και τρώγονται και σκοτώνονται τα μικρότερα από τα μεγαλύτερα, έτσι και αυτοί. Γιατί ο μεν δεσπότης κυρ Θωμάς έπεφτε δίπλα και πολιορκούσε τις πόλεις και τις περιοχές τού ίδιου τού αδελφού του, εννοώ τη Ζαρνάτα και τα άλλα μέρη τής επιτροπείας τού Μελισσηνού, την Καλαμάτα και όσα άλλα είχε στα χέρια του ο δεσπότης κυρ Δημήτριος στον Μεσσηνιακό κόλπο. Και βρήκε συνεργό τον άριστο πρωτοστράτορα Νικόλαο Φραγκόπουλο, τον Ιωάννη Ευδαίμονα, τον μεσάζοντα Λέοντα και τον σύγαμπρο τού αδελφού εκείνου, καὶ τὸν προσφιλέστατο θείο τής γυναίκας του, τον καλύτερα ονομαζόμενο Κυδωνίδη ή Τζαμπλάκωνα. Και ο δεσπότης κυρ Δημήτριος πάλι πολιορκούσε το Λεοντάρι και τα γύρω από αυτό και την Άκοβα, έχοντας βρει και αυτός συνεργούς τον Γεώργιο Παλαιολόγο καὶ κάποιον εξάδελφο εκείνου και τον γαμπρό του τον Μανουὴλ Μπούχαλη, οι οποίοι παρενέβαιναν εναντίον τού δεσπότη κυρ Θωμά. Και ο ένας παρέλαβε δήθεν τη Ζαρνάτα, ο δεσπότης κυρ Θωμάς εννοώ, και το Λεύκτρο και μεγάλο μέρος τού Ζυγού τής Μάνης, καθώς και την Καλαμάτα. Ενώ ο δεσπότης κυρ Δημήτριος ερχόταν να μπει στο Λεοντάρι, το έμαθε αυτό ο αδελφός του και πρόλαβε τρέχοντας και μπήκε σε εκείνη την πόλη. Κι έτσι ο δεσπότης κυρ Δημήτριος απέμεινε άπρακτος. Κι όταν έφυγαν μόνο ο κυρ Γεώργιος Παλαιολόγος και οι Μπουχαλέοι και αναχώρησαν μαζί του επιστρέφοντας στη Σπάρτη, ακόμη και το κάκιστο και εντελώς άχρηστο γένος των Αρβανιτών, βρίσκοντας ευκαιρία αντίστοιχη τής αντίληψης και τής αρπακτικής και άδικης διάθεσής τους, τι δεν έκανε ή ποιο κακό δεν διέπραξε; Γιατί αλλάζοντας πλευρά τρεις φορές την εβδομάδα, έφευγαν από τον ένα αφέντη στον άλλο, και αντί να λένε χωριά ή πόλεις, «κάστρας» έλεγαν στη δική τους γλώσσα τη βαρβαρίζουσα, και τα διεκδικούσαν αυτά ως έδρα τής εξουσίας τους και έτσι έφευγαν πότε προς τον ένα δεσπότη και πότε προς τον άλλο. Στο μεταξύ, αν εύρισκαν κάτι που ανήκε στους άτυχους Ρωμιούς, αλλά ακόμη και στους Αλβανούς, στους συγγενείς τους πολλές φορές και στους γνωστούς τους, το λεηλατούσαν και το κατέστρεφαν. Έγιναν τέτοια και τόσα κακά, που ποιος θα μπορέσει να τα θρηνήσει όπως τούς αξίζει; Όμως και οι ίδιοι οι Τούρκοι, εκείνοι που βρίσκονταν στην Κόρινθο, τις Αμύκλες και την Πάτρα, βρίσκοντας ευκαιρία, άλλους αιχμαλώτιζαν και άλλους σκότωναν, ενώ περιγελούσαν τούς αφέντες και τούς άρχοντες, βλέποντας να παίρνουν τα όπλα ο ένας εναντίον τού άλλου.
«…ἐξελθόντος οὖν τοῦ δεσπότου κὺρ Θωμᾶ εἰς τὰς ἀρχὰς τοῦ Φεβρουαρίου μηνὸς τοῦ αὐτοῦ ἔτους ἀπὸ τῆς Ἀρκαδίας, καὶ ἑνωθέντος μετὰ τῶν ἐργαζομένων κατ’ αὐτοῦ ἤ καὶ μᾶλλον εἰπεῖν τὰ κατ’ αὐτῶν, ὡς ὁ λόγος προϊὼν δηλώσει, παρέλαβον ἀπὸ μὲν τῶν Τούρκων τὰ Καλάβρυτα καὶ μόνον ἐκ τῶν ἀστέων ὧν ἤλπιζον λαβεῖν, ἅ οἱ Τοῦρκοι κέκτηντο, ἀπὸ δὲ τοῦ δεσπότου κὺρ Δημητρίου ἅπερ αὐτοὶ οἱ ἐργάται τῶν κακῶν ἡγεμόνευον, Καρίταιναν λέγω καὶ ἅγιον Γεώργιον, Βορδόνιαν, Καστρίτζαν καὶ ἕτερά τινα, ἵν’ αὖθις ἔχωσιν αὐτὰ οὐχ ὡς πρώην ἐκυβέρνουν, ἀλλ’ ὡς αὐθένται ἴδιοι. ἐκατώρθωσαν οὖν οὐδὲν ἄλλο οἱ φρόνιμοι καὶ πρακτικοὶ καὶ γενναῖοι ἄρχοντες ἤ μόνον ὅτι ἔσχον κατ’ αὐτῶν θεὸν τὸν παντὸς ποιητὴν καὶ αὐθέντην τῶν ἐπὶ γῆς ἰσχυρότερον, καὶ οὕτως τὸ σκάνδαλον ἐποίησαν ἀνὰ τῶν ἀδελφῶν καὶ αὐθεντῶν αὐτῶν, οὐκ ἐνθυμηθέντες οἱ ἄθλιοι τοῦ ἀψευδοῦς λογίου ὅτι πᾶσα βασιλεία διαμερισθεῖσα καθ’ ἑαυτὴν ἐρημοῦται, οὔτε τοῦ παροιμιώδους λόγου τοῦ πρὸς τοὺς δύο οὐδ’ Ἡρακλῆς, ἀλλ’ ἐπανέστησαν καὶ πρὸς τοὺς τρεῖς. καὶ τούτων οὕτως προβάντων πρῶτον μὲν ὁ θεὸς παρεῖδεν αὐτούς, καὶ τὶ ἔπραττον οὐκ ἐγίνωσκον, ἀλλ’ ὡς τοὺς ἰχθύας τοὺς ἔσω τῆς σαγήνης ὄντας καὶ ἀγνοοῦντας ὅτι πάντες μέλλουσιν ἕλκεσθαι εἰς γῆν, ἐν ὅσῳ ἕως τοῦτο γένηται ἀλλήλως διώκονται καὶ ἁλίσκονται καὶ φθείρονται οἱ ἐλάττονες ὑπὸ τῶν μειζοτέρων, οὕτως καὶ οὗτοι. ὁ μὲν γὰρ δεσπότης κὺρ Θωμᾶς παρέπιπτε καὶ ἐπολιόρκει τὰ τοῦ αὐταδέλφου ἄστεα καὶ χώρας, Ζαρνάταν λέγω καὶ τὰ ἕτερα τῆς ἐπιτροπικῆς τοῦ Μελισσηνοῦ, τὴν Καλαμάταν καὶ ἄλλα ὅσα εἰς χεῖρας εἶχεν ὁ δεσπότης κὺρ Δημήτριος ἐν τῷ Μεσσηνιακῷ κόλπῳ˙ καὶ συνεργὸν εὗρε πρωτοστράτορα τὸν ἄριστον Φραγκόπουλον Νικόλαον, τὸν Εὐδαίμονα Ἰωάννην, Λέοντα τὸν μεσάζοντα καὶ τὸν σύγγαμβρον τοῦ ἀδελφοῦ αὐτοῦ, καὶ τὸν περιπόθητον γυναικοθεῖον, τὸν μᾶλλον Κυδωνίδην ἤ Τζαμπλάκωνα ὀνομαζόμενον. ὁ δὲ δεσπότης κὺρ Δημήτριος πάλιν τὸ Λεοντάρι καὶ τὰ πέριξ αὐτοῦ ἐπολιόρκει καὶ τὴν Ἀκωβαν, ὅς καὶ συνεργοὺς εὗρε καὶ αὐτὸς Γεώργιον τὸν Παλαιολόγον καὶ τινα τούτου ἐξάδελφον καὶ τὸν γαμβρὸν αὐτοῦ Μπούχαλην Μανουὴλ, οἵ ἐμέσαζον κατὰ τοῦ δεσπότου κὺρ Θωμᾶ. καὶ ὁ μὲν παρέλαβε τάχα τὴν Ζαρνάταν, ὁ δεσπότης κὺρ Θωμᾶς λέγω, καὶ τὸ Λεῦκτρον καὶ τὸ πολὺ τῆς Μάνης ζυγόν, ἔτι δὲ καὶ τὴν Καλαμάταν. τοῦ δὲ δεσπότου κὺρ Δημητρίου ἐρχομένου ἐκβῆναι ἐν τῷ Λεοντάρει, καὶ μαθὼν τοῦτο ὁ ἀδελφὸς αὐτοῦ δραμὼν ἐπρόλαβε καὶ εἰσῆλθεν ἐν τῷδε τῷ ἄστει˙ καὶ οὕτως ὁ δεσπότης κὺρ Δημήτριος ἀπέμεινεν ἄπρακτος. τοῦ δὲ Παλαιολόγου κὺρ Γεωργίου καὶ τῶν Μπουχαλέων φυγόντων μόνων καὶ ἀπελθόντων σὺν αὐτῷ ἐπαναστρέφοντι εἰς Σπάρτην, ἔτι δὲ καὶ τὸ κάκιστον καὶ ἀνωφελέστατον τῶν Ἀλβανιτῶν γένος εὐκαιρίαν εὑρόντες τῆς ὑπολήψεως καὶ ἁρπακτικῆς καὶ ἀδίκου αὐτῶν γνώμης ἁρμόδιον, τὶ οὐκ ἔπραξαν ἤ τὶ οὐκ εἰργάσαντο κακόν; ἀπιστοῦντες γὰρ τρὶς τοῦ σαββάτου ἐκ τοῦ ἑνὸς αὐθέντου πρὸς τὸν ἄλλον ἀπήρχοντο, καὶ ἀντὶ τοῦ εἰπεῖν κώμας ἤ ἄστεα κάστρας ἔλεγον κατὰ τὴν αὐτῶν γλῶσσαν τὴν βαρβαρίζουσαν, καὶ ταύτας εἰς κεφαλάτικα ἀπῄτουν, καὶ οὕτως ποτὲ μὲν πρὸς τὸν ἕνα τῶν δεσποτῶν ἀπήρχοντο ποτὲ δὲ πρὸς τὸν ἕτερον. διὰ μέσου οὖν αὐτῶν παντὶ ἆρα εὑρίσκετο τῶν ἀθλίων τάχα Ῥωμαίων τε καὶ ἑτέρων Ἀλβανιτῶν καὶ συγγενῶν καὶ οἰκείων αὐτῶν πολλάκις διήρπαζον καὶ ἠφάνιζον πάντα. ἐγένοντο δὲ τοιαῦτα καὶ τοσαῦτα ὅτι τὶς αὐτὰ οὐ θρηνήσειεν; ἀλλὰ δἡ καὶ αὐτοὶ οἱ Τοῦρκοι οἱ ἐν Κορίνθῳ και ἐν Ἀμύκλῃ καὶ Πάτρᾳ εὑρισκόμενοι, λαβόντες καιρὸν ἐπιτήδειον, τοὺς μὲν ᾐχμαλώτιζον τοὺς δὲ ἀπέκτεινον, τοὺς δ’ αὐθέντας καὶ τοὺς ἄρχοντας κατεγέλων, βλέποντες καθ’ ἑαυτῶν τὰ ξίφη ὠθοῦντας.»
- [←73]
-
Σφραντζής, Χρονικόν, PG 156, 1068CD, επιμ. Grecu, σελ. 116, 118:
Όταν τελικά οι δύο αφέντες και αδελφοί κατάλαβαν πόσο επιβλαβής ήταν ο εμφύλιος πόλεμος, συναντήθηκαν στο Καστρίτσι, όπου ορκίστηκαν να διατηρήσουν την ειρήνη. Τη λειτουργία έκανε ο επίσκοπος Λακεδαιμονίας φορώντας τον τελετουργικό του σάκκο. Όταν οι ιερείς κάλεσαν όλους τούς χριστιανούς να πλησιάσουν με πίστη και φόβο στον Θεό, βγήκαν μπροστά οι αφέντες και αδελφοί και ορκίστηκαν, όπως έχουμε ακούσει. Ο δεσπότης κυρ Δημήτριος τήρησε για κάποιο διάστημα τούς όρους τής συμφωνίας τους.
«Μόλις οὖν ποτε ἐννοήσαντες οἱ αὐθένται καὶ ἀδελφοὶ τὸ κακὸν τῆς ἑαυτῶν μάχης καὶ συναχθέντες εἰς τὸ Καστρίτζιν, ἐποίησαν τάχα ὅρκους εἰρήνης. Καὶ τοῦ Λακεδαιμονίας μετὰ τοῦ σάκκου αὐτοῦ λειτουργήσαντος, ὁπόταν τοὺς Χριστιανοὺς μετὰ φόβου θεοῦ καὶ πίστεως προσελθεῖν ἐπιβοῶσιν οἱ ἱερεῖς, προσελθόντες οἱ αὐθένται καὶ ἀδελφοὶ καὶ ὀμόσαντες, ἔμεινεν, ὡς ἠκούσαμεν, ὁ δεσπότης κὺρ Δημήτριος ἐν τοῖς συμπεφωνημένοις μέχρι τινός.
Για άλλη μια φορά, αν και δεν συνέβη τίποτε νέο, έδειξε τον παλιό του εαυτό (Χριστέ, Κύριέ μας, πόσο επιεικής και υπομονετικός επέλεξες να είσαι με αυτόν και όλους τούς αμαρτωλούς) και άρχισαν πάλι τα δεινά, με την παραβίαση των επίσημων όρκων που είχαν δώσει μόλις χτες. Έκανε ο ένας εναντίον τού άλλου [αδελφού] ό,τι μπορούσε, ελπίζοντας ο ένας [κυρ Δημήτριος] στη φιλία και τη βοήθεια τού σουλτάνου και στον ισχυρισμό του ότι είχαν αδικηθεί οι υπήκοοι και τα κάστρα του, ενώ ο άλλος [κυρ Θωμάς] στηριζόταν στο γεγονός ότι ο αντίπαλός του είχε διαπράξει ψευδορκία και ότι ο ίδιος διεξήγαγε πόλεμο εναντίον των ασεβών. Κι ενώ έτσι διαπράττονταν αυτά τα κακά, πέρασε και ο χειμώνας τού έτους 6968 [1459-60].
Καὶ πάλιν ἦν ὁ αὐτός, ὡς οὐδενὸς καινοῦ γεγονότος, -ᾢ τῆς ἀνοχῆς καὶ μακροθυμίας σου, Χριστὲ βασιλεῦ, καὶ εἰς αὐτὸν καὶ τοὺς αἰτίους- καὶ ἤρξαντο πάλιν τὰ κακὰ καὶ ἔτι τῶν χθὲς τοιούτων φρικτῶν ὅρκων λυθέντων· καὶ ἔπραττεν ὁ καθεὶς κατὰ τοῦ ἑτέρου τὸ ἠδύνατο, τὰς ἐλπίδας ἔχοντες, ὁ μὲν εἰς τὴν φιλίαν τοῦ ἀμηρᾶ καὶ βοήθειαν καὶ τὴν ἀδικίαν, ὁποῦ ἠδικήθη εἴς τε τοὺς ὑποχειρίους αὐτοῦ καὶ τὰ κάστρα, ὁ δὲ εἰς τὴν ἐπιορκίαν τοῦ ἄλλου καὶ εἰς τὸ κατὰ τῶν ἀσεβῶν τάχα μάχεσθαι. Τούτων οὖν οὕτω κακῶς πραττομένων διέβη καὶ ὁ χειμὼν τοῦ ξη’ ἔτους.»
Πρβλ. Ψευδο-Σφραντζή, IV, 16, CSHB, Βόννη, σελ. 394, επιμ. Grecu, σελ. 534:
«μόλις οὖν ποτὲ ἐννοήσαντες οἱ αὐθένται καὶ ἀδελφοὶ τὸ κακὸν τῆς ἑαυτῶν μάχης καὶ συναχθέντες εἰς τὸ Καστρίτζι ἐποίησαν τάχα ὅρκους εἰρήνης, τοῦ τῆς Λακεδαιμονίας μητροπολίτου ἥτοι τῆς Σπάρτης μετὰ τοῦ σάκκου αὐτοῦ ἱερουργήσαντος˙ καὶ ὅτε ἐν τῇ θείᾳ ἱερουργίᾳ ἐδείκνυε τὰ ἅγια τῷ λαῷ λέγων “μετὰ φόβου θεοῦ καὶ πίστεως προσέλθετε,” ἐν ἐκείνῳ τῷ καιρῷ προσῆλθον οἱ αὐθένται καὶ αδελφοί, καὶ ὤμοσαν ἵνα τὴν εἰρήνην φυλάξωσιν. ἔμεινεν μὲν ὡς ἠκούσαμεν, ὁ δεσπότης κὺρ Δημήτριος ἐν τοῖς συμφωνημένοις μέχρι τινός.
Καὶ πάλιν ὁ αὐτὸς εἰς οὐδὲν τοὺς ὅρκους ἐλογίσατο καὶ καινὰς μάχας καὶ σκάνδαλα ἐποίησε. ὦ τῆς ἀνοχῆς καὶ μακροθυμίας σου, Χριστὲ βασιλεῦ, καὶ εἰς αὐτὸν καὶ τοὺς αἰτίους! καὶ ἤρξαντο ἔτι τὰ κακὰ πάλιν τὸν χθὲς τοιοῦτον φρικτὸν ὅρκον ἀθετησάντων˙ καὶ ἔπραττεν ἕκαστος αὐτῶν κατὰ τοῦ ἑτέρου ὅση δύναμις, ἐλπίζοντες ὁ μὲν εἰς τὴν φιλίαν τοῦ ἀμηρᾶ καὶ βοήθειαν, καὶ τὴν ἀδικίαν ἐνθυμούμενος ἥν ἠδικήθη ὑπὸ τῶν ὑποχειρίων αὐτοῦ, ὁ δὲ εἰς τὴν ἐπιορκίαν τοῦ ἄλλου καὶ εἰς τὸ κατὰ ἀσεβῶν τάχα μάχεσθαι.»
- [←74]
-
Χαλκοκονδύλης, βιβλίο ix, CSHB, Βόννη, σελ. 471, επιμ. Darkò, II-2, 227:
Συνέβη να ανέβει ο Ασάνης και να φτάσει στον σουλτάνο όταν ο Ομέρ, ο ύπαρχος τής Θεσσαλίας, είχε εξεγερθεί λόγω κάποιου παράπονου, ενώ όχι πολλές ημέρες αργότερα ο σουλτάνος είχε αφαιρέσει τη διοίκηση από τον Ομέρ και την είχε αναθέσει στον Ζαγανός, ο οποίος ήταν τότε ύπαρχος τής Καλλίπολης. Αυτός ο Ζαγανός ήταν άνθρωπος που είχε διακριθεί σε πολλά ζητήματα, συμπεριλαμβανομένου εκείνου τού Μορεζίνι, που ήταν ο κορυφαίος πειρατής που έπλεε στη θάλασσά μας [στο Αιγαίο]. Ο Ζαγανός συνέλαβε αυτόν και τη γαλέρα του, πράγμα το οποίο, περισσότερο από οποιοδήποτε άλλο, τού έφερε μεγάλη φήμη. Έτσι έλαβε τη Θεσσαλία και την Πελοπόννησο από τον σουλτάνο και εισέβαλε στην Αχαΐα. Καθώς πλησίαζε ο Ζαγανός, ο ελληνικός στρατός που πολιορκούσε το φρούριο αποσύρθηκε. Οι Ιταλοί, τούς οποίους είχε καλέσει ο Θωμάς, αγωνίζονταν εκεί για τούς Έλληνες, έχοντας έρθει από το Μιλάνο για να συμμετάσχουν σε συμμαχία με τούς Έλληνες. Οι Έλληνες είχαν ετοιμάσει ένα κανόνι και χτυπούσαν το φρούριο, αλλά δεν πετύχαιναν τίποτε, καθώς δεν είχαν κανέναν εξειδικευμένο πυροβολητή στο πλευρό τους ούτε τον απαραίτητο εξοπλισμό για πολιορκία. Ο Αχαιοί έφυγαν από την πόλη και εγκαταστάθηκαν στη Ναύπακτο, ενώ ο Θωμάς ο ηγεμόνας προχώρησε εναντίον τής Λακωνίας και κατέλαβε επίσης την πόλη τής Καλαμάτας στη Μεσσηνία. Πολιόρκησε τη Μαντίνεια, αλλά, καθώς δεν σημείωνε καμία πρόοδο στην κατάληψη τής πόλης, έστειλε πρέσβη στον σουλτάνο για να εξακριβώσει τη διάθεσή του, αν θα έκανε ειρήνη μαζί του.
«…ξυνηνέχθη δὲ καὶ μετὰ Ὀμάρεω τοῦ Θετταλίας ὑπάρχου, στασιάσαντος διὰ διαφοράν, ἀφικόμενον ἀναβῆναί τε παρὰ βασιλέα, καὶ οὐ πολλὰς ὕστερον ἡμέρας Ὀμάρην βασιλέα ἀφελόμενον τὴν ἀρχὴν ἐπιτρέψαι Ζαγάνῳ τῷ τότε Καλλιουπόλεως ὑπάρχῳ. Ζαγάνῳ δὲ τούτῳ, ἀνδρὶ εὐδοκιμήσαντι ἔν τε ἄλλοις καὶ Μορεζίνην, τὸν ἐς τὴν καθ’ ἡμᾶς θάλασσαν τὰ πρῶτα τῶν λῃστῶν φερόμενον, ἑλόντι αὐτόν τε καὶ τὴν τριήρη, ἐγένετο αὐτῷ οὐχ ἥκιστά τε ἐν τούτῳ [ἐν τῷδε] εὐδοκιμῆσαι. οὗτος μὲν οὖν ὡς παρέλαβε τὴν Θετταλίαν καὶ Πελοπόννησον ὑπὸ βασιλέως, εἰσέβαλεν ἐς τὴν Ἀχαΐαν, καὶ ἀπανίστατο τὸ Ἑλληνικὸν στράτευμα ἐπιόντος τοῦ Ζαγάνου, ὡς ἐπολιόρκει τὴν ἀκρόπολιν. καὶ Ἰταλῶν δέ, οὓς μετεπέμψατο Θωμᾶς, παρῆσαν αὐτοῦ τιμωροῦντες τοῖς Ἕλλησιν, ἀπὸ Μεδιολάνου παραγενόμενοι ἐς συμμαχίαν τοῖς Ἕλλησιν. οἱ μὲν οὖν Ἕλληνες παρασκευάσαντες τηλεβόλον ἔπαιον τὴν ἀκρόπολιν, οὐδὲν μέντοι διεπράττοντο, οὔτε τηλεβολιστοῦ παρόντος σφίσιν ἀγαθοῦ οὔτε παρασκευῆς ἐς τὴν πολιορκίαν. οἱ μὲν οὖν Ἀχαιοὶ ἄραντες ἀπὸ τῆς πόλεως ἐς Ναύπακτον ἐνταῦθα διέτριβον, Θωμᾶς δ’ ὁ ἡγεμὼν ἐπιὼν τὴν Λακωνικὴν κατεστρέφετο καὶ Καλαμάτην πόλιν τὴν ἐν Μεσήνῃ. Μαντίνειαν ἐπολιόρκει, καὶ οὐδὲν αὐτῷ προεχώρει ἐς τὴν τῆς πόλεως αἵρεσιν, πρεσβείαν δὲ πέμπων ὡς βασιλέα ἐπειρᾶτο τῆς βασιλέως γνώμης, εἰ εἰρήνην αὐτῷ ποιήσαιτο.»
- [←75]
-
Sen. Secreta, Reg. 20, φύλλο 204 (206), έγγραφο με ημερομηνία 15 Ιανουαρίου 1460:
«Ήρθε σε εμάς ο υπέροχος δάσκαλος κύριος Γκρεγκόριο Λόλλι, απεσταλμένος και ανηψιός τού πάπα και μάς εξήγησε με μεγάλα λόγια τη μεγάλη επιθυμία που έχει η Μακαριότητά του από την πρώτη στιγμή τής ανόδου του στο ανώτατο αρχιερατικό αξίωμα και συνεχίζει να έχει για εκστρατεία εναντίον των Τούρκων. Αποσαφήνισε τρόπους τούς οποίους υποστηρίζει μέχρι στιγμής η Αγιότητά του, ενώ μίλησε και για την έλευσή του στη δίαιτα τής Μάντουα και για τα υπόλοιπα που έχουν γίνει μέχρι τώρα από τη Μακαριότητά του. Στη συνέχεια κατέβηκε σε πρακτικά ζητήματα για τούς απεσταλμένους μας στη Μάντουα, για τη συγκρότηση τού ναυτικού στόλου και για τούς όρους που θα προσφέρουν οι απεσταλμένοι μας και αμέσως μετά για τις αλλαγές που μπορεί να κάνει η προαναφερθείσα αγιότητά του σε αυτούς τούς όρους, τις οποίες δεν αμφιβάλλει ότι οι απεσταλμένοι μας θα στείλουν σε εμάς. Κατέληξε ότι ο ανώτατος ποντίφηκας, ο οποίος σε λίγες μέρες πρόκειται να αναχωρήσει από τη Μάντουα, θέλει να δεί να τελειώνει αυτό το πράγμα, συνιστά να στείλει αυτόν τον απεσταλμένο σε εμάς, δεδομένου ότι δεν διαθέτει περισσότερα μένοντας έτσι και ότι αυτός θα έχει εξουσιοδότηση και επαρκή εντολή να συνάψει και να σφραγίσει, χωρίς να εμποδίζει να καταλήξουμε σε συμπεράσματα για λιγότερο σημαντικά πράγματα. Μάς προέτρεψε και μάς δέσμευσε με πολλά αποτελεσματικά λόγια ότι για την τιμή τού Θεού και τής χριστιανικής θρησκείας πρέπει να θέλουμε να ακολουθήσουμε τα βήματα των προγόνων μας και ότι ο ανώτατος ποντίφηκας δεν έχει άλλο τρόπο να προβλέψει για το θέμα αυτό…».
(Venit ad nos magnificus doctor dominus Gregorius Lolius orator et nepos Romani pontificis et longo ordine verborum explicavit nobis summum desiderium quod Beatitudo sua ab ipso principio assumptionis sue ad summum pontificatum continue habuit et habet ad expenditionem contra Turcas, declarando modos hucusque per Sanctitatem suam circa hoc servatos et adventum suum ad dietam Mantue et reliqua gesta hactenus per Beatitudinem suam, deinde descendit ad praticas habitas cum oratoribus nostris in Mantua pro maritima classe paranda et ad capitula porrecta per oratores nostros, subindeque ad reformationes facias per Sanctitatem prefatam ad ipsa capitula, quas non dubitabat oratores nostros misisse nobis, concludens quod cum summus pontifex, qui infra breves dies ex Mantua recessurus est, intendat videre finem huiusce rei, instituit mittere ipsum oratorem ad nos quoniam non disponit amplius sic stare et quod habebat facultatem et mandatum concludendi et sigillandi nec desistendi pro rebus parvis devenire ad conclusiones, hortando ac astringendo nos plurimum multis efficacibus verbis ut pro honore Dei et Christiane religionis sequi velimus vestigia maiorum nostrorum ut summus pontifex non habeat materiam aliter providendi…)
- [←76]
-
Sen. Secreta, Reg. 20, φύλλα 204-205 (206-207), έγγραφο με ημερομηνία 15 Ιανουαρίου 1460. Οι διαπραγματεύσεις με τον Λόλλι συνεχίζονταν, αλλά η Ενετική Γερουσία αρνούνταν να κάνει σημαντικές παραχωρήσεις [βλέπε στο ίδιο, φύλλα 206 και εξής, 208 και εξής].
- [←77]
-
Sen. Secreta, Reg. 21, φύλλο 1 (2) και πρβλ. φύλλα 4-5 (5-6), φιλική επιστολή στις 21 Απριλίου 1460, από την ενετική κυβέρνηση προς τον Μωάμεθ Β΄, παρά το γεγονός ότι είχαν συνεχή προβλήματα με τούς Τούρκους στη Μεθώνη, την Κορώνη και το Λεπάντο (Ναύπακτος) [στο ίδιο, φύλλο 29 (30), έγγραφο με ημερομηνία 22 Ιανουαρίου 1461].
- [←78]
-
Wm. Miller, Trebizond: The Last Greek Empire, Λονδίνο, 1926, σελ. 88-89. Ο Ντομένικο Τρεβιζάν, κάποτε Ενετός βαΐλος στην Κωνσταντινούπολη (1553-1554), αναφέρεται στην κόρη τού Ιωάννη Δ’ ως «… δέσποινα Θεοδώρα τού Χριστιανού Καλογιάννη, αυτοκράτορα Τραπεζούντας και όλης τής Μεγάλης Θάλασσας…» (..Fiordispina di Calò Janni cristiano, imperatore di Trebisonda e di tutto il Mar Maggiore…) [στο E. Alberi (επιμ.), Relazioni degli ambasciatori veneti al Senato, σειρά ΙΙΙ, τόμ. I (Φλωρεντία, 1840), σελ. 168, παράθεση από τον Miller].
Κάποιες φορές, αλλά λανθασμένα, αποκαλείται Αικατερίνη. Χατούν σημαίνει «κυρία». Πρβλ. επίσης G. Berchet, La Repubblica di Venezia e la Persia, Τορίνο, 1865, σελ. 1-2, 7, 99-100, 108, όσον αφορά τη «δέσποινα Θεοδώρα, γυναίκα τού Ουζούν Χασάν…» (la despota Teodora mojer de Ussun Cassan…). Για τον γάμο τής Θεοδώρας με τον Ουζούν Χασάν (το 1458) βλέπε A. Bryer, «Greeks and Turkmens …», Dumbarton Oaks Papers, XXIX (1975), παράρτημα, αριθ. ii μετά τη σελ. 148.
- [←79]
-
Πρβλ. Δούκα, κεφ. 42, CSHB, Βόννη, σελ. 314, επιμ. Grecu (1958), σελ. 395:
«τῷ Μιτυλήνης κατ’ ἔτος νομίσματα χιλιάδας τρεῖς, τῷ Τραπεζοῦντος καὶ πᾶσι τοῖς ἐν τῇ Ποντικῇ θαλάσσῃ οἰκοῦσιν κατ’ ἔτος ἐρχομένους ποιεῖν τὴν προσκύνησιν μετὰ δωροφορίας καὶ διδόναι τὰ τέλη…»
Χαλκοκονδύλης, βιβλίο ix, CSHB, Βόννη, σελ. 461, 466-67, επιμ. Darko, II-2, 218, 222-23:
Καθώς ο σουλτάνος επέστρεφε από την εκστρατεία του στην Πελοπόννησο, ο Δαβίδ, ο αδελφός τού βασιλιά τής Τραπεζούντας [Ιωάννη Δ’], ήρθε στην Πύλη για να παραδώσει τον φόρο υποτέλειας και να επιβεβαιώσει τη συνθήκη. Οι βασιλείς τής Τραπεζούντας λέγεται ότι ήσαν προηγουμένως βασιλείς τού Βυζαντίου, τού οίκου των Κομνηνών, και όταν έπεσαν από την εξουσία, ο Ισαάκιος, ο γιος τού βασιλιά, δραπέτευσε όταν ο πατέρας του σκοτώθηκε από τον λαό λόγω τού μεγάλου μίσους τους για εκείνον. Πήγε στη χώρα τής Κολχίδας και στην Τραπεζούντα. Όταν έφτασε εκεί, τού ανατέθηκε από τούς ντόπιους να κυβερνάει την Κολχίδα, και έτσι μετέφερε τον θρόνο τής Κολχίδας στην Τραπεζούντα. Έχουν βασιλεύσει εκεί από εκείνη την εποχή μέχρι και σήμερα, όντας Έλληνες στη φυλή και τα έθιμα, ενώ η γλώσσα τους είναι επίσης ελληνική. Έχουν κάνει γαμήλιες συμμαχίες με τούς γειτονικούς βαρβάρους, τούς λεγόμενους Ακ Κογιουνλού και τούς εγγονούς τού Τιμούρ, τούς γιους τού Τζούκι και τού Καρά Γιουσούφ, ώστε να μην έχουν κανένα πρόβλημα από εκείνους να λεηλατούν τη γη τους. Έχουν επίσης συνάψει γάμους με τούς Έλληνες τού Βυζαντίου, συμπεριλαμβανομένης, μεταξύ άλλων, μιας κόρης που έδωσε ο βασιλιάς Αλέξιος [Δ’] Κομνηνός στον Ιωάννη [Η’], τον βασιλιά τού Βυζαντίου. … Αυτό λοιπόν συνέβη στην Τραπεζούντα. Ο ύπαρχος τής Αμάσειας, ονομαζόμενος Χιζίρ, βγήκε και επιτέθηκε ξαφνικά στην Τραπεζούντα και συνέλαβε πολλούς ανθρώπους στην αγορά, στα χωράφια και στην ίδια την πόλη, συνολικά δύο περίπου χιλιάδες. Η πόλη είχε ήδη ερημωθεί λόγω μιας έντονης επιδημίας και τής προσδοκίας τής επικείμενης πτώσης της. Πληρώνοντας χρηματικά ποσά, ο βασιλιάς Ιωάννης διαπραγματεύτηκε να κρατήσει στο εξής την πόλη ως υποτελής τού σουλτάνου Μεχμέτ και να τού επιστραφούν οι αιχμάλωτοι που είχε πάρει ο Χιζίρ μπέης. Θα βρισκόταν σε ειρήνη και θα πλήρωνε φόρο υποτέλειας δύο χιλιάδων χρυσών νομισμάτων στον σουλτάνο. Αργότερα ο βασιλιάς Ιωάννης έστειλε στον σουλτάνο τον αδελφό του, τον δεσπότη Δαβίδ, ζητώντας να επιβεβαιώσει τη συνθήκη, πράγμα που έκανε, για φόρο υποτέλειας τριών χιλιάδων χρυσών νομισμάτων.
«…βασιλεῖ μέντοι ἐξελαύνοντι ἀπὸ Πελοποννήσου ἐς τὰς θύρας ἀφίκετο ὁ βασιλέως ἀδελφὸς Τραπεζοῦντος Δαβίδ, τόν τε φόρον ἀπάγων καὶ τὰς σπονδὰς ἐμπεδῶν. οἱ γὰρ Κολχίδος βασιλεῖς λέγονται μὲν γενέσθαι πρότερον Βυζαντίου βασιλεῖς, τῆς Κομνηνῶν οἰκίας, τούτους δ’ ὡς ἐκπεσεῖν τῆς βασιλείας, Ἰσαάκιον τὸν παῖδα τοῦ βασιλέως διαφυγόντα, τελευτήσαντος ὑπὸ δήμου τοῦ πατρὸς αὐτοῦ διὰ τὸ ἔχθος τὸ πρὸς αὐτόν, οἴχεσθαι ἐπὶ τὴν Κολχίδα χώραν καὶ ἐπὶ τὴν Τραπεζοῦντα. ἀφικόμενον δὲ ἐνταῦθα καταστῆναι ὑπὸ τῶν ἐπιχωρίων ἐπὶ τὴν τῆς Κολχίδος ἡγεμονίαν, καὶ τὴν βασιλείαν μετενεγκεῖν ἐπὶ τὴν Τραπεζοῦντα τῆς Κολχίδος. καὶ ἀπὸ τοῦδε βασιλεύειν ἐνταῦθα ἔστε ἐφ’ ἡμᾶς διαγενομένους, Ἕλληνάς τε ὄντας τὸ γένος, καὶ τὰ ἤθη τε ἅμα καὶ τὴν φωνὴν προϊεμένους Ἑλληνικήν. καὶ ἐπιγαμίας μὲν ποιεῖσθαι πρός τε τοὺς ὁμόρους βαρβάρους τοὺς λευκοὺς Ἀσπροπροβατάντας καλουμένους καὶ δὴ καὶ πρὸς Τεμήρεω υἱιδοῦς τοὺς ἀπὸ Τζοκίη καὶ Καραϊσούφεω παῖδας, ὥστε μὴ πράγματα ἔχειν δῃουμένης τῆς χώρας ὑπὸ τούτων. καὶ πρός τε τοὺς Ἕλληνας Βυζαντίου ἐπιγαμίας ποιεῖσθαι, τά τε ἄλλα, καὶ τὴν θυγατέρα ἐκδεδωκότος Ἀλεξίου βασιλέως Κομνηνοῦ Ἰωάννῃ τῷ βασιλεῖ Βυζαντίου. …… Καὶ ταῦτα μὲν γέγονεν ἐν Τραπεζοῦντι· ὁ δὲ τῆς Ἀμασίας ὕπαρχος, Χιτήρης ὀνόματι, στρατευσάμενος καὶ ἄφνω ἐπεισπεσὼν ἐν Τραπεζοῦντι, τούς τε ἐν τῇ ἀγορᾷ καὶ ἐν χώραις, τοὺς ἐν τῇ πόλει οὐκ ὀλίγους συνέλαβεν, ἐς δισχιλίους τοὺς πάντας γενομένους. καὶ ἐρήμου ἤδη οὔσης τῆς πόλεως τῇ τοῦ λοιμοῦ βίᾳ καὶ προσδοκίμου ἁλώσεσθαι, διαπραξάμενος χρήμασιν ὁ τῆς πόλεως βασιλεὺς Ἰωάννης, ὥστε ὑπόφορον ἔχειν τὴν πόλιν Μεχμέτῃ τῷ βασιλεῖ τοῦ λοιποῦ, τούς τε αἰχμαλώτους, οὓς ἔλαβε Χιτιρμπέης, ἀποδοθῆναί οἱ, καὶ αὐτὸν ἡσυχίαν ἄγειν ἀπάγοντα τῷ βασιλεῖ φόρον, δισχιλίους χρυσίνους. ὕστερον μέντοι καὶ ὁ βασιλεὺς Ἰωάννης ἀπέστειλε τὸν αὐτὸν ἀδελφὸν Δαβὶδ δεσπότην ὡς τὸν βασιλέα, καὶ ἠξίου τε τοῦτον ἐμπεδοῦν τὰς σπονδάς, ὃ καὶ γέγονεν, ἐπὶ φόρον χρυσίνους τρισχιλίους.»
- [←80]
-
Για την αξιόλογη ψεύτικη πρεσβεία των φερομένων ως Περσών, Γεωργιανών, Αρμενίων και άλλων (για τη διαμόρφωση συμμαχίας ανατολής-δύσης εναντίον τής Πύλης), τής οποίας ηγείτο ο Λοντοβίκο ντα Μπολώνια, ένας Φραγκισκανός μοναχός, απατεώνας και τσαρλατάνος (αλλά επίσης ιεραπόστολος στην Ανατολή!), βλέπε Pius II, Comm., βιβλίο v, αγγλική μεταφρ., σελ. 371-74, εκδ. Φρανκφούρτης, 1614, σελ. 127–28, Voigt, Enea Silvio, III, 643-49, Pastor, Gesch. d. Päpste, II (ανατυπ. 1955), 224-26, Miller, Trebizond, σελ. 98-99, Babinger, Maometto, σελ. 278-85. Για κάποιο διάστημα το 1460-1461 η «πρεσβεία» αυτή κορόιδεψε τις αυλές τής Ρώμης, τής Γαλλίας και τής Βουργουνδίας.
Όμως ίσως δεν ήταν δόλια κάθε πτυχή αυτής τής γενικής πρεσβείας, γιατί στις 14-15 Δεκεμβρίου 1460 ο απεσταλμένος τού αυτοκράτορα Δαβίδ Κομνηνού τής Τραπεζούντας, ο Μικέλε Αλιγκιέρι, που φερόταν ότι ανήκε στην οικογένεια τού Δάντη, διαπραγματεύτηκε ένα (εξουσιοδοτημένο;) σύμφωνο μεταξύ Φλωρεντίας και Τραπεζούντας ως μέλος τού ξενόφερτου θίασου τού Λοντοβίκο ντα Μπολώνια. Βλέπε Giuseppe Müller, Documenti sulle relazioni delle città toscane coll’Oriente cristiano e coi Turchi, Φλωρεντία, 1879, μέρος I, έγγραφα 136, 138-39, σελ. 185-89, με το οποίο οι Φλωρεντινοί θα έπαιρναν συνοικία (fondaco) στην Τραπεζούντα, με προξενείο και παρεκκλήσι, πληρώνοντας εισαγωγικούς δασμούς μόνο δύο τοις εκατό και καθόλου εξαγωγικούς δασμούς. Όλοι οι Φλωρεντινοί έμποροι, πλοία και εμπορεύματα θα προστατεύονταν από γενική άδεια ασφαλούς διέλευσης, που μπορούσε να ανακληθεί μόνο ύστερα από προειδοποίηση έξι μηνών. Αν και οι Φλωρεντινοί εξέταζαν το ενδεχόμενο ταξιδιών προς Τραπεζούντα (και Καφφά) πριν και μετά αυτή τη συνθήκη [πρβλ., στο ίδιο, μέρος II, έγγραφα 12, 17, σελ. 296, 302], λίγα προέκυψαν από αυτή την πρόθεση, καθώς οι Οθωμανοί μετέτρεψαν τη Μαύρη Θάλασσα σε τουρκική λίμνη.
Υπάρχει μια επιστολή (αμφίβολης αυθεντικότητας) με ημερομηνία 22 Απριλίου 1459, την οποία ο αυτοκράτορας Δαβίδ τής Τραπεζούντας φέρεται ότι είχε στείλει στον δούκα Φίλιππο τής Βουργουνδίας, προτρέποντας τον δούκα να επιτεθεί στους Τούρκους μέσω Ουγγαρίας, ενώ μια ανατολική συμμαχία θα τούς επιτίθετο από την Ανατολή [πρβλ. Miller και Babinger, που αναφέρθηκαν πιο πάνω]. Προσφερόταν στον Φίλιππο ως κίνητρο το στέμμα τής Ιερουσαλήμ.
Στη Βιβλιοθήκη Βατικανού μια ενδιαφέρουσα ποικιλία ελληνικών και λατινικών κειμένων [Cod. Reg. lat. 557] περιλαμβάνει αυτή την επιστολή: «Επιστολή τού αυτοκράτορα Τραπεζούντος προς τον δούκα τής Βουργουνδίας: … Για το καλό τού Χριστού, γραμμένη στην ανακτορική κατοικία μας, το έτος Κυρίου 1459, στις 22 Απριλίου» (Epistola Imperatoris Trapesundarum ad ducem Burgundie: … Vale in Christo, data Trapesunde in palatio nostre residentie, A. D. MCCCCLIX, die XXII Αprilis).
Tο χειρόγραφο αυτό περιλαμβάνει επίσης μια «Επιστολή τού δούκα τής Γεωργίας προς τον δούκα τής Βουργουνδίας: … Για το καλό τού Χριστού, γραμμένη στο Καχέτι το έτος Κυρίου 1459» (Epistula ducis Georgiane ad ducem Burgundie: … Vale in Christo, data in Carcethe anno MCCCCLIX), επίσης μια «Επιστολή τού βασιλιά των Περσών προς τον δούκα τής Βουργουνδίας: … Για το καλό τού Χριστού (!), γραμμένη στο στρατόπεδό μας, κοντά στη σκηνή, το έτος 1459, στις 5 Νοεμβρίου» (Epistula regis Persarum ad ducem Burgundie: … Vale in Christo (!), data in castris nostris prope tentorium, anno MCCCCLIX, die V Novembris), καθώς και κατάλογο με τα «ονόματα των Ανατολικών απεσταλμένων που παρουσιάστηκαν προσωπικά στον δούκα τής Βουργουνδίας» (Nomina oratorum orientalium qui personaliter fuerunt cum duce Burgundie), Reg. lat. 557, φύλλα 108-110.
Η επιστολή Πίου Β΄ στις 13 Ιανουαρίου 1461 βρίσκεται επικεφαλής αυτής τής Ανατολικής αλληλογραφίας: «Ο πάπας [Πίος Β΄] επαινεί στον δούκα τής Βουργουνδίας τούς απεσταλμένους των ηγεμόνων τής Ασίας: … εκδόθηκε στη Ρώμη στον Άγιο Πέτρο κατά το έτος 1459 [sic!] από την ενσάρκωση τού Κυρίου, στις ίδες Ιανουαρίου, κατά το τρίτο έτος τής παπικής μας θητείας» (Papa [Pius II] duci Burgundie oratores commendat principum Asie: … datum Rome apud Sanctum Petrum anno Incarnationis dominice MCCCCLIX [sic!], Idibus Januarii, pontificatus nostri anno III).
Σημειώνεται ότι ο Ιανουάριος τού τρίτου χρόνου τής παπικής θητείας τού Πίου Β΄ πέφτει το 1461.
Οι φερόμενοι ως πρεσβευτές των Ασιατικών ηγεμόνων έφτασαν στη Ρώμη τον Δεκέμβριο τού 1460, φέρνοντας τις επιστολές τους. Ο Λοντοβίκο ντα Μπολώνια ήταν ο οδηγός τους και εξυπηρετούσε ως μεταφραστής. Aρχικά επιβλήθηκαν εύκολα στον Πίο Β΄, ο οποίος τούς έστειλε στη Γαλλία και τη Βουργουνδία με συστατικές επιστολές. Πλήρωσε επίσης τα έξοδά τους, αλλά καθώς περνούσε ο καιρός προέκυψαν υπόνοιες και επιστρέφοντας στη Ρώμη θεωρήθηκαν απατεώνες, πράγμα το οποίο η μετέπειτα συμπεριφορά τού Λοντοβίκο έκανε πολλά για να επιβεβαιώσει. Πρβλ. Pastor, Gesch. d. Päpste, II (ανατυπ. 1955), 226 και ιδιαίτερα Babinger, Maometto, σελ. 283-85 και Anthony Bryer, «Ludovico da Bologna and the Georgian and Anatolian embassy of 1460-1461», Bedi Kartlisa, XIX-XX (Παρίσι, 1965), 178-98.
O Λοντοβίκο ντα Μπολώνια, μολονότι γνωστός στους Νικόλαο Ε’ και Κάλλιστο Γ΄, πρωτοεμφανίζεται (νομίζω) στα μητρώα τού Πίου Β΄ στις 5 Οκτωβρίου 1458, με την ευκαιρία τής επιστροφής του από ετήσια διαμονή στην Ανατολή:
«Πίος κλπ. Αγαπημένοι μου γιοί, λαοί και πανεπιστήμια των χριστιανών, όπως λένε οι Γάλλοι, εγκατεστημένοι στην περιοχή τής Ασίας και στη Γεωργία, σάς χαιρετώ κλπ. Επιστρέφει σε εμάς ο αγαπημένος μας αδελφός Λοντοβίκο ντα Μπολώνια, τού Τάγματος τού Αγίου Φραγκίσκου, δικός μας απεσταλμένος, ο οποίος, ευρισκόμενος μαζί σας κατά το προηγούμενο έτος, μάς είπε … κλπ.».
(Pius, etc. Dilectis filiis, populis et universitatibus Christianorum, qui Franchi appellantur in regione Asie et Georgiaranie constitutis, salutem, etc. Reversus ad nos dilectus frater Ludovicus de Bononia ordinis Sancti Francisci, nuntius noster, qui apud vos anno preterito fuit, nobis retulit …, etc.)
Arch. Segr. Vaticano, Reg. Vat. 468, φύλλο 383, «γραμμένη στη Ρώμη, στον Άγιο Πέτρο, το έτος κλπ. 1458, τέσσερις μέρες πριν τις νόνες Νοεμβρίου, κατά το πρώτο έτος τής παπικής μας θητείας» (datum Rome apud Sanctum Petrum, anno etc. MCCCCLVIII, tertio Non. Octobris, pont. nostri anno primo).
Πρβλ. στο ίδιο, φύλλο 383, για την (ακυρωθείσα) αρχή μιας επιστολής από τον Πίο προς τον Λοντοβίκο και σημειώστε φύλλο 384, δύο επιστολές προς τούς Φραγκισκανούς μοναχούς Μικέλε ντα Μιλάνο και Αντόνιο ντι Τσένα, που δείχνουν την πρόθεση τού Πίου να στείλει τον Λοντοβίκο πίσω στην Ανατολή (οι επιστολές αυτές έδιναν στους Μικέλε και Αντόνιο την άδεια να επισκεφτούν τούς Αγίους Τόπους, καθένας με δύο συντρόφους τού τάγματός τους). Διάφορα κείμενα (από το 1457 μέχρι το 1465) σχετικά με τον Λοντοβίκο ντα Μπολώνια παρέχονται στον Luke Wadding, Annales Minorum, εκδ. J. M. Fonseca, τόμ. XIII (Καράτσι, 1932), σελ. 30-32, 69-70, 174-80, 425, αλλά τα σχόλια τού Wadding χρωματίζονται από την υπόθεσή του ότι ο Γιοχάννες Γκομπελλίνους έγραψε τα Commentarii τού Πίου Β΄ και ότι ο Λοντοβίκο ήταν «ανάξιος να περάσει τον Γκομπελλίνους» (a Gobellino indigne traductus) [σελ. 425. βλέπε πιο πάνω, Κεφάλαιο 6, σημείωση 15].
- [←81]
-
Χαλκοκονδύλης, βιβλίο ix, CSHB, Βόννη, σελ. 470-72, επιμ. Darkò, II-2, 226-28:
Τότε ο σουλτάνος, όταν έλαβε τα νέα από την Ασία σχετικά με τον Ουζούν Χασάν, συμφώνησε να συνάψει συνθήκη με αυτόν τον ηγεμόνα, ώστε να μπορέσει να εκστρατεύσει εναντίον τού Χασάν και τού Ισμαήλ, τού ηγεμόνα τής Σινώπης, ο οποίος είχε συμμαχήσει με τον Ουζούν Χασάν. Οι όροι που πρότεινε για τη συνθήκη ήταν ότι ο Θωμάς έπρεπε να αποσύρει τα στρατεύματά του από τα φρούρια τού σουλτάνου. Να τού επιστρέψει όλες τις πόλεις που είχε καταλάβει. Και να τού πληρώνει φόρο υποτέλειας τριών χιλιάδων στατήρων. Έπρεπε επίσης να παρουσιαστεί εντός είκοσι ημερών, όταν ο πρέσβης τού σουλτάνου θα έφτανε στην Κόρινθο. Όταν αυτό αναφέρθηκε στον ηγεμόνα [Θωμά], εκείνος ετοιμαζόταν να εκτελέσει τις εντολές τού σουλτάνου. Αλλά λόγω τής ανοησίας των υπηκόων του, δεν είχε να πληρώσει τούς χρυσούς στατήρες και τότε ο σουλτάνος οργίστηκε πολύ. Ανέβαλε την ασιατική εκστρατεία εναντίον τού Ουζούν Χασάν για τον επόμενο χρόνο και ετοιμαζόταν να πάει στην Πελοπόννησο.
«…ἔνθα δὴ βασιλεύς, ὡς ἀγγελία ἀφικνεῖτο αὐτῷ ἀπὸ τῆς Ἀσίας περὶ Χασάνεω τοῦ μακροῦ, ὥρμητο μὲν ἐς σπονδὰς τῷ ἡγεμόνι τούτῳ, ὥστε ἐπὶ Χασάνην στρατεύεσθαι καὶ ἐπὶ Ἰσμαήλην τὸν Σινώπης ἡγεμόνα, ἐπιτηδείως ἔχοντα πρὸς Χασάνην τὸν μακρόν, ἐπηγγέλλετο δὲ σπονδὰς ἐφ’ ᾧ ἀπάγειν τὸν στρατὸν ἀπὸ τῶν βασιλέως ἀκροπόλεων, καὶ ἀποδοῦναί οἱ, ὅσα ἀφείλετο τῶν πολισμάτων, φόρον δὲ ἀπάγειν αὐτίκα ἐς τρισχιλίους στατῆρας, παρεῖναι δὲ ἐντὸς ἡμερῶν εἴκοσιν, ἐπὰν ἐς Κόρινθον παραγένηται τοῦ βασιλέως ὁ πρέσβυς. ταῦτα ὡς ἠγγέλθη τῷ ἡγεμόνι, παρεσκευάζετο ἰέναι ἐς τὰ παραγγελλόμενα ὑπὸ βασιλέως. ἐπειδὴ δὲ ἀγνωμοσύνῃ χρησαμένων τῶν ὑπηκόων οὐκ εἶχε τοὺς χρυσίνους ἀπαγαγεῖν, ἦν τε ἐνταῦθα ὁ βασιλεὺς μεγάλως τεθυμωμένος. τὴν μέντοι ἐς Ἀσίαν ἔλασιν ἐπὶ Χασάνην ἀνεβάλλετο ἐς τὸ ἐπιὸν ἔτος, αὐτὸς δὲ ἐστέλλετο ἐπὶ Πελοπόννησον.»
- [←82]
-
Κριτόβουλος, III, 20, 4-6 (επιμ. Müller, FHG, V-l, σελ. 132b, 133a, επιμ. Grecu, σελ. 255, 257:
Και τα υπόλοιπα ήσαν φάρσα και υποκρισία και κατασκευασμένα, όπως έγινε σαφές από τα γεγονότα που ακολούθησαν. … Όλα αυτά, όπως είπα, γίνονταν στο φανερό, αλλά σχεδίαζαν και έκαναν άλλα πράγματα κρυφά.
«…Σκηνὴ και ὑπόκρισις ἦσαν καὶ πλάσμα … Ταῦτα δε πάντα … ἐς το φανερὸν μὲν ἐπλάττοντο, ἄλλα δ’ ἦσαν ἐν ἀπορρήτοις και βεβουλευμένοι και πράττοντες».
- [←83]
-
Κριτόβουλος, III, 20, 7, επιμ. Müller, FHG, V-l, σελ. 133a, επιμ. Grecu, σελ. 257:
Την επόμενη μέρα έφτασε και ο σουλτάνος, και ζήτησε αμέσως τον δεσπότη, και καθώς εκείνος εμφανίστηκε ενώπιόν του, ο σουλτάνος τον τίμησε. Σηκώθηκε από τον θρόνο του για να τον δεχτεί καθώς έμπαινε στη σκηνή, δίνοντάς του το δεξί του χέρι, τον κάθισε δίπλα του και τού είπε πολλά ειρηνικά και ευγενικά λόγια. Τον παρηγόρησε με ήπιο και φιλικό τρόπο, διαλύοντας τις ανησυχίες του και μετριάζοντας τούς φόβους του, γιατί κατάλαβε ότι ο άνθρωπος φοβόταν και ανησυχούσε. Έτσι ο σουλτάνος τού πρόσφερε ζωηρές ελπίδες για το μέλλον, και τού έδωσε λόγους να πάρει θάρρος, λέγοντας ότι όλα θα ήσαν καλά για αυτόν και σύμφωνα με την επιθυμία του.
«Τῇ δ’ ὑστεραίᾳ καὶ βασιλεὺς ἀφικνεῖται, καὶ αὐτίκα μετακαλεῖται τὸν δεσπότην, καὶ τιμᾷ τοῦτον ἥκοντα τῇ ἐσόδῳ τῇ παρ’ αὐτὸν, ὑπαναστὰς τε τῆς καθέδρας αὐτῷ ἐσιόντι τὴν σκηνὴν καὶ δεξιὰν δοὺς καὶ καθίσας παρ’ αὐτῷ, καὶ πολλὰ εἰπὼν εἰρηνικὰ καὶ φιλάνθρωπα λόγοις ἡμέροις καὶ προσηνέσι τοῦτον παραμυθεῖται, ἀγανακτούμενός τε τῆς δειλίας, καὶ τοῦ δέους ἀπαλλάττων· ᾐσθάνετο γὰρ αὐτὸν δεδιότα καὶ θορυβούμενον· χρηστὰς τε ἐλπίδας αὐτῷ περὶ τοῦ μέλλοντος ὑποτείνει, καὶ ἅμα θαρρεῖν δίδωσιν, ὡς πάντα τὰ παρ’ αὐτοῦ καλῶς ἕξει καὶ κατὰ γνώμην αὐτῷ».
- [←84]
-
Σφραντζής, Χρονικόν, PG 156, 1068D-1069A, επιμ. Grecu, σελ. 116, 118:
Κι ενώ έτσι διαπράττονταν αυτά τα κακά, πέρασε και ο χειμώνας τού έτους 6968 [1459-60]. Τον Μάιο τού ίδιου έτους [1460] ο σουλτάνος ήρθε με τον στρατό του εναντίον των δύο αδελφών. Βάδισε κατευθείαν στον Μυστρά, όπου βρισκόταν ο δεσπότης [κυρ Δημήτριος], επειδή ο αδελφός και εχθρός του [Θωμάς] βρισκόταν στην Καλαμάτα πολιορκώντας τη Μαντίνεια. Ο κυρ Δημήτριος κατέβηκε [από τον Μυστρά] και θέλοντας και μη παραδόθηκε στον σουλτάνο. Εκείνος κατέλαβε τον Μυστρά και έθεσε υπό φρούρηση τον δεσπότη [Δημήτριο] με τα ακόλουθα λόγια: «Δεσπότη, επειδή έτσι ήρθαν για σένα τα πράγματα, δεν μπορείς πια να κυβερνάς αυτήν την περιοχή. Αλλά επειδή αποφασίσαμε να σε έχουμε πατέρα μας και να πάρουμε την κόρη σου ως γυναίκα μας, δώσε μας αυτό το μέρος. Εσύ και η κόρη σου θα έρθετε μαζί μας και θα σάς δώσουμε άλλη περιοχή, να την έχετε για να ζήτε».
«Τούτων οὖν οὕτω κακῶς πραττομένων διέβη καὶ ὁ χειμὼν τοῦ ξη’ ἔτους. Καὶ τὸν Μάϊον τοῦ αὐτοῦ ἔτους, ἰδοὺ καὶ ὁ ἀμηρᾶς ἦλθεν κατ’ ἀμφοτέρων. Ἀπελθόντος δ’ αὐτοῦ ἐξ ὀρθοῦ εἰς τὸν Μυζηθρᾶν, ἐπεὶ ἐκεῖ εὑρίσκετο ὁ δεσπότης, διὰ τὸ εὑρίσκεσθαι τὸν ἀδελφὸν καὶ ἐχθρὸν αὐτοῦ εἰς τὴν Καλαμάταν καὶ πολεμίζοντος τὴν Μαντίνειαν, κατῆλθε καὶ ἀκουσίως ἑκουσίως καὶ ἐδουλώθη εἰς αὐτόν. Λαβὼν δὲ ὁ ἀμηρᾶς καὶ αὐτὸν καὶ τὸν Μυζηθρᾶν καὶ φυλακὴν περιθεὶς εἶπε πρὸς τὸν δεσπότην· „Σὺ μέν, ὦ δέσποτα, ἐπεὶ οὕτως ἦλθον εἰς σε τὰ πράγματα, τὸν τόπον τοῦτον πλέον οὐδὲν ἠμπορεῖ νὰ τὸν ἄρχῃς· ἀλλ’ ἐπεὶ πατέραν σε ἐστήσαμεν ἔχειν καὶ τὸ κορίτζι σου ἐστήσαμεν λαβεῖν εἰς γυναῖκα μας, τὸν τόπον τοῦτον δὸς ἡμῖν. Σὺ δὲ καὶ τὸ κορίτζι σου ἔλθετε μεθ’ ἡμῶν καὶ θέλομέν σας δώσειν ἕτερον κόσμον, εἰς τὸ νὰ ἔχετε νὰ ζῆτε”.»
Ψευδο-Σφραντζής, IV, 16, CSHB, Βόννη, σελ. 395, επιμ. Grecu, σελ. 534, 536:
«Τούτων οὖν οὕτως κακῶς πραττομένων παρῆλθεν ὁ χειμὼν τοῦ ,ςϡξη’ ἔτους, καὶ ἰδοὺ τοῦ αὐτοῦ ἔτους Μαΐῳ μηνὶ ὁ ἀμηρᾶς ἐξῆλθεν κατ’ ἀμφοτέρων. καὶ παραγενομένου αὐτοῦ ἐξ ὀρθοῦ εἰς τὴν Σπάρτην, ἐπεὶ ἐκεῖ εὑρίσκετο ὁ δεσπότης κὺρ Δημήτριος διὰ τὸν ἀδελφὸν αὐτοῦ καὶ ἐχθρὸν εἶναι ἐν Καλαμάτᾳ, καὶ ἐπολιόρκει τὴν Μαντίνειαν καὶ εἴ τι ἕτερον τῆς ἐπιτροπικῆς τοῦ Μελισσηνοῦ Νικολάου, ὅς ἤρχετο παρὰ τοῦ δεσπότου κὺρ Δημητρίου, ἐν τῇ περιοχῇ τοῦ Μεσσηνιακοῦ κόλπου˙ καὶ μέγα κακὸν ἦν. τοῦ δὲ ἀμηρᾶ φθάσαντος ἐν τῇ Σπάρτῃ κατῆλθεν αὐτοθελῶς ὁ δεσπότης κὺρ Δημήτριος καὶ ἐδουλώθη αὐτῷ˙ καὶ οὕτως ὁ ἀμηρᾶς παρέλαβε καὶ αὐτὸν καὶ τὴν Σπάρτην, καὶ τῷ δεσπότῃ φυλακὴν περιθεὶς εἶπεν αὐτῷ “ὦ δέσποτα, ἐπεὶ οὕτως συνέβη σοι τὰ πράγματα, τὸν τόπον τοῦτον ἄρχεσθαι ὑπὸ σοῦ ἀδύνατον. ὅμως ἐπεὶ πατέρα σε ἐστήσαμεν ἔχειν καὶ τὸ κοράσιόν σον λαβεῖν ἡμᾶς εἰς γυναῖκα, τὸν τόπον τοῦτον δὸς ἡμῖν, σὺ δὲ καὶ τὸ κοράσιόν σου ἔλθετε σὺν ἡμῖν, καὶ χαρίσομεν ὑμῖν ἀξιότερον τόπον πρὸς σιτηρέσιον ὑμῶν καὶ ζωάρκειαν.” ὅς γε στέρξας καὶ ἀκουσίως ἐτελείωσε τὰ τοῦ γάμου καὶ τῶν ἑτέρων πραγμάτων.»
Πρβλ. Χαλκοκονδύλη, βιβλίο ix, CSHB, Βόννη, σελ. 472-73, επιμ. Darkò, II-2, 227-28:
Όταν έφτασε στην Κόρινθο και μπήκε στην πόλη, ο Ασάνης ήταν παρών εκεί, έχοντας σταλεί στον σουλτάνο από τον δεσπότη Δημήτριο για να οδηγήσει τα στρατεύματά εναντίον τού εχθρού [Θωμά]. Όταν όμως ο Μεχμέτ έφτασε στην Τεγέα, έθεσε τον Ασάνη υπό φρούρηση μαζί με εκείνους που υπηρετούσαν τα συμφέροντα των Ελλήνων, ενώ όλους όσους είχαν ακολουθήσει τον Ασάνη τούς αλυσόδεσαν και βάδιζαν προς τον Μυστρά. Ο Μαχμούτ ίππευσε μπροστά, έχοντας μαζί του τούς ιππείς-επιδρομείς και τον στρατό τής Ευρώπης, και προχώρησε με όλη του τη δύναμη εναντίον τού Μυστρά. Όταν έφτασε εκεί, πολιόρκησε αμέσως την πόλη, υποψιαζόμενος ότι ο ηγεμόνας [Δημήτριος] βρισκόταν μέσα. Εκείνος ο ηγεμόνας πολιορκούνταν και είχε χάσει κάθε ελπίδα στον σουλτάνο. Πρώτα ξεκίνησε να ανέβει στην ακρόπολη τής πόλης. Αλλά αργότερα, όταν έμαθε ότι ο αδελφός τής γυναίκας του, ο Ασάνης, είχε τεθεί υπό φρούρηση από τον σουλτάνο, έφυγε από την πόλη και ήρθε στο στρατόπεδο, ενώπιον τού σουλτάνου. Ο σουλτάνος τον τίμησε πολύ και τον παρηγόρησε λέγοντας ότι στο εξής δεν θα υφίστατο καμία ζημιά εξαιτίας εκείνου που είχε συμβεί. Υποσχέθηκε να τού δώσει άλλη ευημερούσα περιοχή, επαρκή για τις ανάγκες του, σε αντάλλαγμα για τον Μυστρά.
«…ἐπεὶ δὲ ἐς Κόρινθον παρεγένετο ἐσβαλών, παρῆν Ἀσάνης ἀπὸ Δημητρίου τοῦ ἡγεμόνος, ἐπὶ τοὺς πολεμίους ἀπάξων τὸν βασιλέως στρατόν. ὡς δὲ ἐς Τεγέαν ἀφίκετο, ἐνταῦθα τὸν μὲν Ἀσάνην ἐς φυλακὴν ἐποιήσατο, καὶ τοὺς τῶν Ἑλλήνων θεράποντας, καὶ ὅσοι αὐτῷ εἵποντο, δεσμίους ἔχοντες ἀπήλαυνον ἐπὶ Σπάρτην. πρῶτα μὲν Μαχουμούτης ἔχων τούς τε ἱπποδρόμους μεθ’ ἑαυτοῦ καὶ τὸ τῆς Εὐρώπης στράτευμα ἤλαυνε κατὰ κράτος ἐπὶ τὴν Σπάρτην. ἐνταῦθα ἀφικόμενος τήν τε πόλιν αὐτίκα πολιορκησάμενος ὑπέλαβεν ἐντὸς τὸν ἡγεμόνα. ὁ μὲν οὖν ἡγεμὼν ἀπὸ τῆς ἐς βασιλέα ἐλπίδος καταβληθεὶς ἐπολιορκεῖτο. καὶ ὥρμητο μὲν ὡς διὰ τὴν τῆς πόλεως ἀκρόπολιν ἀναβησόμενος· μετὰ δέ, ὡς ἐπύθετο ἐν φυλακῇ ὄντα τὸν γυναικὸς ἀδελφὸν Ἀσάνην ὑπὸ βασιλέως, ὑπεχώρει τῆς πόλεως, καὶ ἐς τὸ στρατόπεδον ἀφικόμενος ἐς ὄψιν ἀφίκετο τῷ βασιλεῖ. καὶ αὐτόν τε μεγάλως ἐτίμησε βασιλεύς, καὶ παρεμυθεῖτο ὡς οὐδὲν ἀηδὲς ἐσαῦθις ἔσοιτο διὰ ταῦτα, ἄλλην δὲ χώραν ἱκανὴν εὐδαίμονα ὑπέσχετο δώσειν αὐτῷ ἀντὶ τῆς Σπάρτης.»
- [←85]
-
Πρβλ. Ψευδο-Σφραντζή, που δείχνει το ειδικό ενδιαφέρον τού συγγραφέα [Μακάριου Μελισσηνού-Mελισσουργού] για τη Μονεμβασία [IV, 16, CSHB, Βόννη, σελ. 396-99, επιμ. Grecu, σελ. 536, 538]:
Και ο σουλτάνος, αφού μίλησε με τον δεσπότη, τα διόρθωσε όλα όπως ήθελε, και έστειλε μερικούς άρχοντες, Τούρκους και χριστιανούς στη Μονεμβασία, για να παραλάβουν τη σύζυγο και βασίλισσα και την κόρη εκείνου και σουλτάνα (γιατί εκεί ήσαν αυτές, επειδή το φρούριο είναι ισχυρό και απόρθητο), αλλά μάλιστα και για να παραδώσουν το φρούριο. Από τα οποία το ένα έγινε, δηλαδή εκείνο για τις γυναίκες, γιατί βγήκαν με τη θέλησή τους και πήγαν εκεί όπου βρίσκονταν ο σουλτάνος και ο δεσπότης. Όμως το να πάρουν την πόλη δεν έγινε καθόλου, επειδή οι Μονεμβασιώτες, όπως πάντοτε, επειδή από παλιά τα κατορθώματά τους ήσαν άξια διήγησης, έτσι και τότε έκαναν πάλι, και δεν ανέχονταν να την παραδώσουν. Επίσης και εκείνος που ηγεμόνευε εκεί, ο Μανουήλ Παλαιολόγος, συμφωνούσε με τις καλές απόψεις των πολιτών. Δεν ήθελαν λοιπὸν να ακούσουν ότι θα παρέδιδαν την πατρίδα στα χέρια των ασεβών, αλλά έδιωξαν με κακό τρόπο τούς άρχοντες τού δεσπότη και τού σουλτάνου που ειχαν σταλεί και τούς στρατιώτες που είχαν έρθει μαζί τους για να πάρουν το φρούριο. Και έδωσαν αυτή την απάντηση: «Να πείτε αυτά στον σουλτάνο: Ότι κάθε πόλη και φρούριο που χτίστηκε, υψώθηκε και ασφαλίστηκε με ανθρώπινη επινόηση και τεχνική, πάλι οι άνθρωποι μεσα σε αυτό έχουν την εξουσία. Και η δική μας πατρίδα και χώρα δεν υπάρχει έτσι απλά. Υπάρχει επειδή την ευεργέτησε η φύση και επειδή έχει ισχύ και ασφάλεια από τον Θεό και από την οχυρότητα τού τόπου. Όταν το θελήσει και το αποφασίσει ο Κύριος στον ουρανό, θα γίνει το θέλημά του και δεν θα μπορούμε να διαφωνήσουμε και θα το χαρίσει σε όποιους θέλει. Εμείς όμως δεν έχουμε καμία εξουσία να αποφασίζουμε και να χαρίζουμε εκείνα που έχουν χτιστεί από τον Θεό». Όταν λοιπόν αναφέρθηκε αυτή η απάντηση στον σουλτάνο και εκείνος την άκουσε, θαύμασε τούς Μονεμβασιώτες και τούς επαίνεσε πολύ ως μυαλωμένους. Αφού κράτησαν λοιπόν την πόλη, την έδωσαν στον δεσπότη κυρ Θωμά ύστερα από αυτά, και ο ίδιος ίσως στον πάπα.
«Καὶ ὁ ἀμηρᾶς μετὰ τοῦ δεσπότου ὁμιλήσας τὰ παντοῖα διώρθωσεν ὡς ἐβούλετο, καὶ ἐξαπέστειλεν ἄρχοντάς τινας Τούρκους καὶ Χριστιανοὺς ἐν τῇ Μονεμβασίᾳ, ἵνα τὴν σύζυγον καὶ βασίλισσαν καὶ τὴν τούτου θυγατέρα καὶ ἀμήρισσαν λάβωσιν (ἐκεῖσε γὰρ αὐταὶ ὑπῆρχον διὰ τὸ ἰσχυρὸν καὶ ἀδιάσειστον εἶναι τὸ φρούριον), ἀλλὰ δὴ καὶ τὸ φρούριον παραδώσωσιν. ὧν τὸ μὲν ἐγένετο, ἤγουν διὰ τὰς γυναῖκας˙ ἐξῆλθον γὰρ καὶ παρεγένοντο ἑκουσίως ἔνθα ἦσαν ὅ τε ἀμηρᾶς καὶ ὁ δεσπότης˙ τὸ δὲ λαβεῖν τὸ ἄστυ οὐδαμῶς, ὅτι οἱ Μονεμβασιῶται, ὡς πάντοτε ἔκπαλαι ἦσαν τὰ αὐτῶν κατορθώματα ἄξια διηγήσεως, οὕτω καὶ τότε ἐκ νέου ἐποίησαν καὶ οὐκ ἠνέσχοντο παραδῶσαι αὐτὸ. ὁμοίως καὶ ὅς ἡγεμονεύειν ἐκεῖσε εὑρίσκετο Μανουὴλ ὁ Παλαιολόγος συναινῶν τὰς καλὰς γνώμας τῶν πολιτῶν, οὐκ ἤθελον λοιπὸν ἀκοῦσαι ὡς τὴν πατρίδα εἰς χεῖρας τῶν ἀσεβῶν παραδώσωσιν, ἀλλὰ τοὺς ἀποσταλθέντας ἄρχοντας τοῦ δεσπότου καὶ τοῦ ἀμηρᾶ καὶ τοὺς συνελθόντας αὐτοῖς ἑτέρους στρατιώτας τοῦ λαβεῖν τὸ φρούριον κακῶς ἀπεδίωξαν. καὶ ταύτην τὴν ἀπολογίαν αὐτοῖς ἔδωσαν “εἴπατε ταῦτα τῷ ἀμηρᾷ, ὅτι πᾶν ἄστυ καὶ φρούριον κτισθὲν μετὰ μηχανῆς καὶ τέχνης ἀνθρωπίνης καὶ διορθωθὲν καὶ ἀσφαλισθὲν, πάλιν μὲν οἱ ἄνθρωποι οἱ ἐντὸς αὐτοῦ ἐξουσίαν ἔχουσιν˙ ἡ δὲ ἡμετέρα πατρὶς καὶ χώρα οὐχ οὕτως ὑπάρχει, ἀλλ’ ἡ φύσις αὐτῇ ἐφιλοδώρησε καὶ ἐκ τοῦ θεοῦ καὶ τῆς τοῦ τόπου ἐρυμνότητος τὴν ὶσχὺν καὶ ἀσφάλειαν ἔχει. καὶ ὅταν θέλησις και βουλὴ ἐστι τῷ κυρίῳ ἄνωθεν, τὸ θέλημα αὐτοῦ γίνεται, καὶ οὐ δυνάμεθα ἀντιλέγειν τι, καὶ οἷς βούλεται χαρίσηται˙ ἡμεῖς δὲ οὐδεμίαν ἐξουσίαν ἔχομεν τὰ παρὰ θεοῦ κτισθέντα ὁρίζειν καὶ χαρίζειν.” ἀπαγγελλομένης οὖν τῆς τοιαύτης ἀπολογίας τῷ ἀμηρᾷ καὶ ἀκούσας ἐκεῖνος ἐθαύμασε, καὶ τοὺς Μονεμβασιώτας πλεῖστα ὡς φρονίμους ἐπῄνεσε. κρατήσαντες οὖν τὸ ἄστυ δεδώκασιν αὐτὸ τῷ δεσπότῃ κὺρ Θωμᾷ, μετὰ ταῦτα καὶ αὐτὸς τάχα τῷ πάπᾳ.
Γι’ αυτό δεν θα σταματήσουμε να λέμε, επειδή μού φάνηκε καλό να διηγηθώ τις πολλές τιμές και τα μεγάλα προνόμια, με τα οποία τίμησαν οι αυτοκράτορες διαδοχικά την άγια εκκλησία τους και τούς ίδιους τούς πολίτες τού διάσημου φρουρίου και χάρισαν μεγάλα δώρα σε αυτούς, λόγω τής ομορφιάς τής πόλης και των αρετών των πολιτών. Το όνομα τής πόλης αντιστοιχεί στην πραγματικότητα, γιατί αληθινά, μία μόνο είσοδο παρέχει σε εκείνους που θέλουν να μπουν, και όχι από ανθρώπινη επινόηση και τέχνασμα, όπως είπαμε, αλλά επειδή η ίδια η φύση έτσι εξόπλισε την πόλη. Και είναι αδύνατο να βρεθεί σε ολόκληρη την υφήλιο άλλο φρούριο έτσι ακλόνητο και απολέμητο και ανενόχλητο από κάθε πολεμική μηχανή. Έχουμε περιγράψει την πόλη με λίγα λόγια. Τώρα θα διηγηθούμε τις αρετές και την ανδρεία των αρχόντων, των πολιτών και τού λαού. Στα ζητήματα τής στεριάς και τής θάλασσας είναι σε όλα καλοί και πολύ επιτήδειοι. Στη θάλασσα είναι έμπειροι ναυτικοί, έχουν πολλά εμπορικά πλοία και είναι άριστοι καπετάνιοι και λοστρόμοι, όχι μόνο στα δικά τους πλοία, αλλά και στον αυτοκρατορικό στόλο πολλοί κυβερνήτες από αυτούς είναι. Στη στεριά επίσης, στην ιππασία και στο ακόντιο είναι πολύ καλοί στρατιώτες και οπλίτες πολύ ανδρείοι και σεβαστοί. Και οι άρχοντές τους πάλι είναι συνετοί, σοφοί και έντιμοι, υποδεχόμενοι όλους και παρηγορώντας τους. Πάνω απ΄ όλα, εχουν την πίστη και την καλή διάθεση, την οποία διατηρούσαν από παλιά και μέχρι σήμερα, στον Θεό και στην εξουσία των Ρωμαίων. Για αυτά λοιπόν τα πλεονεκτήματα και τις αρετές και για την καλή διάθεση και νομιμοφροσύνη τους απέναντι στους αυτοκράτορες κατά τις διάφορες εποχές, οι κυρίαρχοι ηγεμόνες τίμησαν με διάφορους τρόπους και ανέβασαν την άγια εκκλησία τους σε μεγάλα προνόμια. Και πρώτα αυτό το περίφημο και πάνω από τα σύννεφα φρούριο, που ήταν επισκοπή τής μητρόπολης Κορίνθου, για τις αρετές των πολιτών και τις χάρες τής πόλης που είπαμε, ο αείμνηστος αυτοκράτορας και μάρτυρας Μαυρίκιος, ο ονομαζόμενος και Τιβέριος, το προβίβασε σε μητρόπολη και το τοποθέτησε στην τριακοστή τέταρτη θέση τής ιεραρχίας, ενώ χάρισε και άλλα προνόμια για την ελευθερία τής πόλης. Ο αυτοκράτορας κυρ Αλέξιος [Α’] Κομνηνός που ακολούθησε, καθώς και άλλοι, αύξησαν και επιβεβαίωσαν αυτά τα προνόμια. Έπειτα τα επιβεβαίωσε και ο αείμνηστος αυτοκράτορας Ανδρόνικος [Β’] ο Γέρων ο Παλαιολόγος, το έτος 6800 [1292] τής εβδόμης ινδικτιώνος, για την αρετή και τη σοφία τού κυρ Νικόλαου, τότε επικεφαλής τής ίδιας εκκλησίας, έχοντας παρακινηθεί από ενδιαφέρον για τον Θεό. Και ο αυτοκράτορας, λόγω τού επικεφαλής και τής πίστης των πολιτών και τής νομιμοφροσύνης τους πρὸς αυτόν, την ανέβασε από την τριακοστή τέταρτη θέση τής ιεραρχίας στη δέκατη με δική του αυτοκρατορική εντολή και απόφαση τής συνόδου, ενώ χορήγησε και άλλα πολλά προνόμια στην ίδια άγια εκκλησια. Ακολουθώντας και επιβεβαιώνοντας όλα αυτά τα ἰχνη τού παππού του, ο αυτοκράτορας Ανδρόνικος [Γ’] ο Νέος χάρισε στην ίδια πολιτεία το παρακάτω χρυσόβουλλο, ανανεώνοντας και επιβεβαιώνοντας τα παλιά, κι έτσι και αυτός ευεργέτησε ξανά εκείνους και την άγια εκκλησία τους. Και όλα αυτά εγώ τα είδα στο αυτοκρατορικό γραφείο και τα έχω διαβάσει πολλές φορές, ενώ αυτό το χρυσόβουλλο έτυχε να το έχω στα χέρια μου μετά την αιχμαλωσία. Αυτά λοιπόν, όπως προανέφερα, μού φάνηκε καλό να βρίσκονται επίσης στο δικό μου βιβλίο και έργο, για να γνωρίζουμε τις ευεργεσίες που είχαν οι Μονεμβασιώτες από τούς αυτοκράτορες για την καλή συμπεριφορά και τις αρετές τους, για να μην ξεχαστούν με το πέρασμα τού χρόνου και για να γίνουν και οι ακροατές μιμητές και υποστηρικτές καλών έργων.
Διό οὐκ ἐγκαταλείψομεν τοῦ εἰπεῖν, ἐπεὶ ἔδοξέ μοι διηγηθῆναι τάς ὅσας τιμὰς τε καὶ προνόμια μεγάλα διὰ τὴν τοῦ ἄστεως καλλονὴν καὶ τὰς τῶν πολιτῶν ἀρετὰς οἱ βασιλεῖς κατὰ διαδοχὴν τὴν ἁγίαν ἐκκλησίαν αὐτῶν καὶ αὐτοὺς τοὺς πολίτας τοὺς τοῦ περιωνύμου φρουρίου ἐτίμησαν καὶ δωρεὰς μεγίστας ἐδωρήσαντο αὐτοῖς. καὶ τοῦ μὲν ἄστεως τὸ ὄνομα ὄντως τὴν κλῆσιν εἶχεν, ὅτι τοῖς βουλομένοις εἰσελθεῖν ἀληθῶς μίαν παρέχει τὴν εἴσοδον, καὶ οὐ μετὰ μηχανῆς καὶ τέχνης ἀνθρωπίνης, ὡς εἴπομεν, ἀλλ’ αὐτὴ ἡ φύσις το ἄστυ ἐστόλισε˙ καὶ ἀδύνατον ἦν εὑρεθῆναι κατὰ πᾶσαν τὴν ὑφ’ ἥλιον ἕτερον φρούριον τοιούτως ἀδιάσειστον καὶ ἀπολέμητον καὶ ἀνενόχλητον ἐκ πάσης μηχανῆς πολεμικῆς, ὡς τοῦτο εὑρεθῆναι ἀδύνατον, καὶ τὰ μὲν τοῦ ἄστεως βραχεολογως εἰρήκαμεν, τῶν δὲ ἀρχόντων καὶ πολιτῶν καὶ τοῦ δήμου τὰς ἀρετὰς καὶ ἀνδρίας διηγησώμεθα. τὰ ἐν γῇ και ἐν θαλάσσῃ εἰς πάντα ἀγαθοὶ εἰσὶ καὶ ἐπιτηδειότατοι, ἐν τῇ θαλάσσῃ μὲν ἱκανόπλοιοί τε καὶ θαλαττουργοί, καὶ νῆας ἐμπορικὰς πλείστας ἔχοντες, καὶ κυβερνῆται καὶ ναύκληροι ἄριστοι οὐ μόνον ἐν ταῖς ναυσὶν αὐτῶν, ἀλλὰ καὶ ἐπὶ τὸν στόλον τὸν βασιλικὸν κυβερνῆται οὐκ ὀλίγοι ἐξ αὐτῶν εἰσίν˙ ἐν δὲ τῇ χέρσῳ ὁμοίως ἐν τῷ ἱππεύειν καὶ ἀκοντίζειν στρατιῶται ἀγαθώτατοι καὶ πεζοὶ ἀνδρικώτατοι καὶ δοκιμώτατοι. οἱ δὲ ἄρχοντες αὐτῶν πάλιν συνετοὶ καὶ σοφοὶ καὶ ἔντιμοι, ξενίζοντες τοὺς τυχόντας καὶ παραμυθοῦντες. καὶ πρὸ πάντων τὴν πίστιν καὶ εὔνοιαν ἥν ἐφύλαττον ἔκπαλαι καὶ ἕως τοῦ νῦν εἰς θεὸν καὶ εἰς τὴν ἀρχὴν Ῥωμαίων. διὰ ταύτας μὲν τὰς τοιαύτας χάριτας καὶ ἀρετὰς καὶ εἰς τοὺς βασιλεῖς εὔνοιαν καὶ πίστιν ἐν διαφόροις καιροῖς διαφόρως οἱ κρατοῦντες ἄνακτες ἐτίμησαν καὶ εἰς μεγάλα προνόμια τὴν ἁγίαν ἐκκλησίαν αὐτῶν ἀνεβίβασαν. καὶ πρῶτον μὲν τοῦτο τὸ περιώνυμον καὶ ὑπερνεφελὲς φρούριον ἐπισκοπὴν οὖσαν τῆς Κορίνθου μητροπόλεως, δι’ ἅς εἴπομεν ἀρετὰς τῶν πολιτῶν καὶ χάριτας τοῦ ἄστεως, ὁ ἀείμνηστος βασιλεὺς καὶ μάρτυς Μαυρίκιος ὁ καὶ Τιβέριος εἰς μητρόπολιν ἀνεβίβασεν καὶ τριακοστὸν τέταρτον θρόνον ἔταξεν, καὶ ἕτερα προνόμια περὶ ἐλευθερίας τῆς πόλεως ἐδωρήσατο. ἐπακολουθῶν δὲ καὶ ὁ βασιλεὺς κὺρ Ἀλέξιος ὁ Κομνηνὸς καὶ ἕτεροι ταῦτα ἀνεβίβασαν καὶ ἐβεβαίωσαν. ἔπειτα καὶ ὁ ἀείμνηστος βασιλεὺς Ἀνδρόνικος ὁ γέρων ὁ Παλαιολόγος ὕστερον, ἐπὶ ἔτους ,ςω’ ἰνδικτιῶνος ζ’, ἐβεβαίωσε, διὰ τε τὴν ἀρετὴν καὶ σοφίαν τοῦ τῆς αὐτῆς ἐκκλησίας τότε προεδρεύοντος κυροῦ Νικολάου ζήλῳ θείῳ κινηθεὶς˙ ὁ δὲ βασιλεὺς ἕνεκεν τοῦ προεδρεύοντος καὶ τῆς τῶν πολιτῶν πίστεως καὶ εὐνοίας ἥν εἶχον πρὸς αὐτόν, ἐκ τριακοστοῦ τετάρτου θρόνου εἰς δέκατον ἀνεβίβασεν οἰκείῳ αὐτοκρατορικῷ κελεύσματι καὶ ψήφῳ συνοδικῇ, καὶ ἕτερα πολλὰ προνόμια τῇ αὐτῇ ἁγίᾳ ἐκκλησιᾳ ἐχαρίσατο. καὶ ταῦτα πάντα τὰ ἴχνη τοῦ πάππου ἐπακολουθῶν καὶ βεβαιώνων ὁ βασιλεὺς καὶ αὐτοκράτωρ Ἀνδρόνικος ὁ νέος τὸ κάτωθεν χρυσόβουλλον τῇ αὐτῇ πολιτείᾳ ἐχαρίσατο, ἀνανεώνων καὶ βεβαιώνων τὰ παλαιά, καὶ ἐκ νέου καὐτὸς τούτοις καὶ τῇ ἁγίᾳ ἐκκλησίᾳ αὐτῶν ἐφιλοδώρησε. καὶ ταῦτα πάντα μὲν ἐγὼ ἐν σεκρέτῳ τῷ βασιλικῷ εἶδον καὶ πολλάκις ἀνέγνωκα, τὸ δὲ παρὸν χρυσόβουλλον εἰς χεῖράς μοι μετὰ τὴν αἰχμαλωσίαν ἔτυχον ἔχειν. τὰ νῦν δὲ, ὡς προεῖπον, καλῶς μοι ἐφάνη ἐν τῷ ἡμετέρῳ βιβλίῳ καὶ ἔργῳ καὶ ταῦτα εὑρίσκεσθαι, ἵνα τὰς εὐεργεσίας γινώσκωμεν ἅς οἱ Μονεμβασιῶται εἶχον παρὰ τῶν βασιλέων διὰ τὰς καλοκαγαθίας καὶ ἀρετὰς αὐτῶν, ἵνα οὐκ εἰς λήθην διὰ τὸν χρόνον γενήσωνται, ὅπως καὶ οἱ ἀκροαταὶ καὶ ἕτεροι μιμηταὶ καὶ ζηλωταὶ καλῶν ἔργων ἔσωνται.»
Πρβλ. Σφραντζή, Χρονικόν, PG 156, 1069AB, επιμ. Grecu, σελ. 118, πολύ συνοπτικά:
Ο κυρ Δημήτριος υπάκουσε και έστειλε απρόθυμα μερικούς από τούς άρχοντές του και μερικούς Τούρκους να πάνε στη Μονεμβασία και να φέρουν τη γυναίκα του τη βασίλισσα και την κόρη του που βρίσκονταν εκεί, αλλά και για να παραδώσουν τη Μονεμβασία. Από τα οποία έγινε το ένα, καθώς αυτές [η γυναίκα και η κόρη του] βγήκαν με τη θέλησή τους και ήρθαν [στον Μυστρά], εκεί όπου βρίσκονταν ο σουλτάνος και ο δεσπότης.
«Ἅπερ στέρξας καὶ ἀκουσίως ἔπεμψε καὶ ἄρχοντας αὐτοῦ καὶ Τούρκους, ἵνα καὶ τὴν γυναῖκαν αὐτοῦ τὴν βασίλισσαν καὶ τὴν θυγατέραν λάβωσι καὶ φέρωσιν, ἀλλὰ δὴ καὶ τὴν Μονεμβασίαν παραδώσωσιν, ἐκεῖσε γὰρ αὗται εὑρίσκοντο. Ὧν τὸ μὲν ἐγένετο, ἐξῆλθον γὰρ καὶ ἦλθον ἑκουσίως, ἔνθα ἦσαν ὅ τε ἀμηρᾶς καὶ ὁ δεσπότης.
Όμως οι κάτοικοι τής Μονεμβασίας και ο επικεφαλής τους Μανουήλ Παλαιολόγος, κράτησαν το κάστρο και το παρέδωσαν στον δεσπότη κυρ Θωμά, ο οποίος στη συνέχεια το έδωσε στον πάπα.
Οἱ δὲ Μονεμβασιῶται καὶ ὁ εἰς κεφαλὴν εὑρισκόμενος Μανουὴλ ὁ Παλαιολόγος κρατήσαντες τὸ κάστρον δεδώκασιν αὐτὸ τῷ δεσπότῃ κὺρ Θωμᾶ μετὰ ταῦτα καὶ αὐτὸς τάχα τῷ πάπᾳ.
Ἐπειτα ο σουλτάνος έστειλε πίσω [στην Αδριανούπολη] τη βασίλισσα και την κόρη της μαζί με μερικούς συνοδούς της και μερικούς δικούς του, ενώ τον δεσπότη κυρ Δημήτριο τον κουβαλούσε μαζί του, όπου πήγαινε.
Ὁ δ’ ἀμηρᾶς τὴν μὲν βασίλισσαν καὶ τὴν αὐτῆς θυγατέραν οἰκονομήσας ἔστειλεν ἔξω μετά τινας τῶν αὑτοῦ καὶ αὐτῆς, τὸν δὲ δεσπότην ἦγε καὶ ἔφερε μεθ’ ἑαυτοῦ.»
Πρβλ. Χαλκοκονδύλη, βιβλίο ix, CSHB, Βόννη, σελ. 476, επιμ. Darkò, II-2, 231, επίσης χωρίς εξωραϊσμό των συνθηκών που συνόδευαν την άρνηση παράδοσης τής Μονεμβασίας:
Γύριζε την περιοχή μαζί με τον ηγεμόνα Δημήτριο, μέχρι που πλησίασαν εκεί. Και με τη συγκατάθεση αυτού τού ηγεμόνα, έστειλε τον Ισά, τον γιο τού Ισάκ, να παραλάβει τη Μονεμβασία και να φέρει πίσω τη γυναίκα και την κόρη τού ηγεμόνα, την οποία ο σουλτάνος έλεγε ότι ήθελε να παντρευτεί Ο ηγεμόνας των Ελλήνων έστειλε και έναν από τούς δικούς του άρχοντες, για να πείσουν εκείνους στη Μονεμβασία να παραδώσουν την πόλη και στη συνέχεια να φέρουν πίσω τη γυναίκα και την κόρη του. Ο Iσά πήρε τούς Έλληνες και πήγε στη Μονεμβασία. Όταν έφτασε στην πόλη, ο άρχοντάς της, υποκινημένος από τούς κατοίκους, πήρε αποστάσεις από τον ηγεμόνα και είπε ότι δεν είχε καμία εξουσία να παραδώσει την πόλη. Αλλά επέτρεψε στη σύζυγο και την κόρη τού ηγεμόνα των Ελλήνων να φύγουν. Μόλις αυτές βγήκαν από την πόλη, τις παρέλαβαν και τις μετέφεραν στο στρατόπεδο. Όταν ο σουλτάνος έμαθε όλα όσα είχαν συμβεί στη Μονεμβασία, διέταξε να μεταφερθούν η σύζυγος και η κόρη τού ηγεμόνα από την Πελοπόννησο κατευθείαν στη Βοιωτία, ενώ διόρισε έναν ευνούχο για να προσέχει την κόρη. Ύστερα από αυτό, λίγο αργότερα, οδήγησε και τον ίδιο τον ηγεμόνα έξω από την Πελοπόννησο και τον ένωσε με τη γυναίκα του. Ο ίδιος [ο Μεχμέτ], μετά την κατάληψη τού Γαρδικιού, προχώρησε προς τις πόλεις των Ενετών και πήγε να δει την Κορώνη.
«…τὸν δὲ ἡγεμόνα Δημήτριον περιῆγεν ἐνταῦθα, ἄχρι προσόδου περιελαύνων. ἔπεμπε δέ, συναινοῦντος καὶ αὐτοῦ τοῦ ἡγεμόνος, Ἰησοῦν τὸν Ἰσαακίου παραληψόμενόν τε τὴν Ἐπίδαυρον καὶ ἄξοντα τήν τε ἡγεμόνος γυναῖκα καὶ θυγατέρα, ἣν ἔφασκεν ἀγαγέσθαι ἐς γυναῖκα ἑαυτῷ βασιλεύς. ἔπεμπέ τε καὶ ἄρχοντα τῶν ἑαυτοῦ ὁ ἡγεμὼν τῶν Ἑλλήνων, πείσοντα μὲν τοὺς ἐν τῇ Ἐπιδαύρῳ παραδιδόναι τὴν πόλιν, καὶ τὴν γυναῖκα αὐτοῦ ἀπάξοντα καὶ τὴν θυγατέρα. Ἰησοῦς μὲν παραλαβὼν τοὺς Ἕλληνας ἤλαυνεν ἐς Ἐπίδαυρον· ὡς δὲ ἀφίκετο ἐπὶ τὴν πόλιν, ἐνταῦθα ὁ τῆς πόλεως ἄρχων, ἐναγόντων ἅμα καὶ τῶν ἐν τῇ πόλει, ἀφίστη ἀπὸ τοῦ ἡγεμόνος, καὶ οὐκ ἔφη παρ’ αὐτῷ διδόναι τὴν πόλιν. τὴν μέντοι ἡγεμόνος Ἑλλήνων γυναῖκά τε ἅμα καὶ θυγατέρα ἐπέτρεψεν ἐξιέναι. καὶ ταύτας μέντοι, ὡς ἐξῆλθον τῆς πόλεως, παραλαβόντες ἤλαυνον ἐς τὸ στρατόπεδον. βασιλεὺς δὲ πυθόμενος ὡς ἕκαστα ἐγένετο τὰ περὶ Ἐπίδαυρον, τὴν μὲν γυναῖκα τοῦ ἡγεμόνος καὶ θυγατέρα ἐκ τῆς Πελοποννήσου εὐθὺ Βοιωτίας ὑπάγειν ἐκέλευσεν, ἐπιστήσας εὐνοῦχον τῇ θυγατρὶ τοῦ ἡγεμόνος· μετὰ δὲ ταῦτα, οὐ πολλῷ ὕστερον, καὶ αὐτὸν τὸν ἡγεμόνα ὑπάγειν ἔξω Πελοποννήσου ἐπέταξε παρὰ τὴν γυναῖκα. αὐτὸς δὲ ἤλαυνε μὲν αὐτίκα, μετὰ τὴν Γαρδικίης αἵρεσιν, ἐπὶ τὰς Οὐενετῶν πόλεις, καὶ Κορώνην ἀφίκετο ὀψόμενος.»
Πρβλ. γενικά Zakythinos, Despotat grec de Morée, I (1932, ανατυπ. 1975), 267-74.
- [←86]
-
Pius II, Comm., βιβλίο iv, αγγλική μεταφρ., σελ. 321-22, εκδ. Φρανκφούρτης, 1614, σελ. 103-4, τοποθετημένο από τον Πίο μεταξύ γεγονότων που συνέβησαν πριν το καλοκαίρι τού 1460. Raynaldus, Annales ecclesiastici ad ann. 1460, αριθ. 56-59, τόμ. XIX (1693), σελ. 54-56. Magno, Estratti, επιμ. Hopf, Chron. gréco-romanes, σελ. 203-4.
Στις 27 Φεβρουαρίου 1461 ο Πίος απεύθυνε βούλλα προς τούς Μονεμβασιώτες [Arch. Segr. Vaticano, Reg. Vat. 479, φύλλα 292–293, και πρβλ. την επόμενη σημείωση]:
«Λίγους μήνες πριν, όταν κατοικούσαμε στην πόλη τής Σιένα μαζί με την παπική μας κούρτη, ήρθαν ενώπιόν μας σε συχνές ακροάσεις για να μάς βοηθήσουν εκεί αιδεσιμώτατοι αδελφοί και αγαπημένοι μας γιοί, καρδινάλιοι τής Αγίας Ρωμαϊκής Εκκλησίας και αρχιεπίσκοποι από διάφορες πόλεις, επίσκοποι και ιεράρχες, καθώς και ορισμένοι απεσταλμένοι από βασιλείς και ηγεμόνες, αγαπημένοι μας γιοί … και δικοί σας απεσταλμένοι άνδρες έντιμοι και υπεύθυνοι … κάνοντας αφιέρωση και αποτίοντας κατά κάποιο τρόπο φόρο τιμής ως αληθινούς και αναμφισβήτητους κυρίους σας σε εμάς και τούς διαδόχους μας στο διηνεκές, τόσο πνευματικά όσο και κοσμικά, αγγίζοντας με τα δύο χέρια τα ιερά ευαγγέλια, με λυγισμένα τα γόνατα μπροστά μας, δίνοντας τον όρκο πίστης με τη συνήθη μορφή που τον τηρεί η Αποστολική Έδρα και ικετεύοντας να επιβεβαιωθεί από τη δική μας αρχή και από εκείνη τής Αποστολικής Έδρας, ότι θα ισχύουν πάντοτε τα προνόμιά σας, τα οποία έχετε μέχρι τώρα υπό τούς δεσπότες [δηλαδή τούς δεσπότες τού Μορέως] ή άλλους εκάστοτε κυρίους σας στα κοσμικά ζητήματα και ότι επίσης καταδεχόμαστε να αναλάβουμε τα πνευματικά [πράγμα το οποίο ο Πίος έλεγε ότι προχώρησε να κάνει στις 9 Σεπτεμβρίου 1460, όταν η Μονεμβασία μετατράπηκε έτσι σε παπική κτήση και τώρα, στις 27 Φεβρουαρίου 1461, για να θέσει σε εφαρμογή τον φόρο τιμής των Μονεμβασιωτών, έστελνε τον Τζεντίλε ντε Μαρκόλφι τού Σπολέτο να αναλάβει την πόλη, το φρούριο και τις εξαρτήσεις της]. Εκδόθηκε στη Ρώμη, στον Άγιο Πέτρο, το έτος κλπ. 1460, τρεις μέρες πριν από τις καλένδες Μαρτίου [27 Φεβρουαρίου], κατά το τρίτο έτος τής παπικής μας θητείας [δηλαδή το 1461]».
(… Paucis ante mensibus venerunt ad presentiam nostram dum in civitate Senensi cum nostra Romana Curia residebamus in frequenti audiencia assistentibus ibidem venerabilibus fratribus et dilectis filiis nostris Sancte Romane Ecclesie cardinalibus et diversarum civitatum archiepiscopis, episcopis et prelatis ac regum et principum quorundam oratoribus, dilecti filii … vestri oratores viri honesti et graves … dedicionem facientes et homagium tanquam vero et indubitato vestro domino pro nobis et successoribus nostris imperpetuum tam in spiritualibus quam [in] temporalibus, tactis ambabus manibus sacrosanctis evangeliis, genibus coram nobis flexis in forma per Apostolicam Sedem servari consueta fidelitatis iuramentum prestiterunt, supplicando eciam quod vobis privilegia vestra que hactenus sub dispositis aut aliis quibuscumque dominis vestris in temporalibus habuistis ac etiam in spiritualibus dignaremur in omne tempus robur habitura confirmare nostra et Apostolice Sedis auctoritate … Datum Rome apud Sanctum Petrum anno, κλπ., millesimo CCCCLX, tercio Kal. Martii, pontificatus nostri anno tercio)
Στις 28 Φεβρουαρίου (1461) ο Πίος χορήγησε άδεια ασφαλούς διέλευσης (litlera passus) στους «στρατιώτη Τζανόνε τής Κρέμα και στον Τζεντίλε ντε Μαρκόλφι τού Σπολέτο και στον Γιοχάνες ντε Χάνγκλις, λαμπρούς απεσταλμένους τού αγαπημένου μας γιου Θωμά Παλαιολόγου, δεσπότη Αχαΐας» (Janonus de Crema miles et Gentilis de Malcolfis de Spoleto ac Johannes [de] Hanglis, dilecti filii nobilis viri Thome Paleologi dispoti Achaye illustrissimi oratores), προφανώς για να διευκολύνει την επιστροφή τους στον Μοριά. Η άδεια «εκδόθηκε … μια μέρα πριν τις καλένδες Μαρτίου, κατά το τρίτο έτος τής παπικής μας θητείας» (datum … pridie Kal. Martii, pontificatus nostri anno tercio) [στο ίδιο, φύλλο 293].
Η επιστολή διορισμού τού Τζεντίλε ντε Μαρκόλφι ως «γενικού κυβερνήτη και πολιτικού εκπροσώπου» (generalis gubernator et vicarius) έχει επίσης ημερομηνία 28 Φεβρουαρίου (1461) σε αυτό το μητρώο. Επρόκειτο να ασκήσει πλήρη δικαιοδοσία στην πόλη και το φρούριο «…της πόλης μας Μονεμβασίας στην Πελοπόννησο, την οποία πρόσφατα πήραμε υπό την κοσμική κυριαρχία τη δική μας και τής Ρωμαϊκής Εκκλησίας, με τη συμβουλή και συγκατάθεση των αδελφών μας καρδιναλίων τής Αγίας Ρωμαϊκής Εκκλησίας» (… nostra civitas Monabassie in Peloponesso quam nuper sub nostro et Romane Ecclesie temporali dominio de fratrum nostrorum Sancte Romane Ecclesie cardinalium consilio pariter et assensu recepimus) [στο ίδιο, φύλλο 229].
- [←87]
-
Bλέπε την προηγούμενη σημείωση και πρβλ. Arch. Segr. Vaticano, Miscellanea, Arm. IX, τόμος 15 (Collett. per Città, Terre, e Luoghi: Lett. M e N), φύλλα 150-155, όπου παρέχονται δύο αντίγραφα τής βούλλας διορισμού τού Μαρκόλφι, που «εκδόθηκε στη Ρώμη, στον Άγιο Πέτρο, το έτος κλπ. 1460, 3 μέρες πριν από τις καλένδες Μαρτίου, κατά το τρίτο έτος τη παπικής μας θητείας» (datum Rome apud S. Petrum anno κλπ. 1460 [O.S.], III Kal. Martii, pontificatus nostri anno tertio).
- [←88]
-
Reg. Vat. 516 (Pii II Officiorum Ann. ΙΙΙ-VI, lib. II), φύλλο 32:
«Πίος κλπ. Αγαπημένε μας γιε Λόπε ντε Βαλντάρο, Πορτογάλε λαϊκέ, διοικητή τής πόλης μας τής Μονεμβασίας … θέλουμε όμως, πριν αρχίσετε να ασκείτε το αξίωμα αυτό, να ορκιστείτε στα χέρια τού αγαπημένου μας γιού Λοντοβίκο, καρδινάλιου ιερέα τού Σαν Λορέντσο τού Νταμάσο [Λοντοβίκο Τρεβιζάν] ή τού αναπληρωτή του στο αξίωμα αυτό, ότι θα ασκείτε πιστά τα καθήκοντά σας. Εκδόθηκε στη Ρώμη, στον Άγιο Πέτρο κλπ. το έτος 1461, εξι μέρες πριν τις ίδες Ιουλίου, κατά το τρίτο έτος τής παπικής μας θητείας».
(Pius etc. Dilecto filio Luppo de Valdaro laico portugalensi civitatis nostre Monobasie capitaneo. … Volumus autem quod antequam officium huiusmodi incipias exercere in manibus dilecti filii Ludovici tituli Sancti Laurentii in Damaso presbyteri cardinalis camerarii nostri vel eius locumtenentis de officio ipso fideliter exercendo prestare debeas in forma debita iuramentum. Datum Rome apud S. Petrum anno etc. millesimo CCCCLXI sexto Idus Iulii pont[ificatus] n[ostri] anno tercio)
Πρβλ. τον τίτλο [φύλλο 2]: «Διορισμός τού Λόπε ντε Βαλντάρο ως διοικητή Μονεμβασίας» (Lupus de Valdaro constituitur capitaneus civitatis Monobasie) και σημείωσε επίσης το Miscellanea, Arm. IX, τόμος 15, φύλλο 150.
- [←89]
-
Reg. Vat. 516, φύλλα 37-39, «που εκδόθηκε στη Ρώμη, στον Άγιο Πέτρο, το έτος κλπ. 1461, 12 μέρες πριν από τις καλένδες Αυγούστου, κατά το τρίτο έτος τής παπικής μας θητείας» (datum Rome apud Sanctum Petrum anno κλπ. MCCCCLXI, XII Kal. Augusti, pont[ificatus] nostri anno tertio). O Πίος προφανώς εμπιστευόταν πολύ τον Φραγκίσκο τής Σάντα Ανατόλια, «… και πιστεύουμε χωρίς καμία αμφιβολία ότι θα κατευνάσει τούς στροβίλους των κυμάτων και θα προστατεύσει τούς όρους τής δικαιοσύνης, επί των ταπεινών και των ανταρτών, θα ελέγξει τούς ανυπάκουους και θα φέρει στον ίσιο δρόμο τούς σφάλλοντες…» (… et ut indubitanter credimus fluctuum turbines sedare et iustitie terminos colere, superbos humiliare et rebelles, ac inobedientes compescere et errantes ad rectam semitam poteris …) κλπ. [στο ίδιο, φύλλο 38].
O ατρόμητος Φραγκίσκος τής Σάντα Ανατόλια, «μοναχός τού Όσιμο, κυβερνήτης Μονεμβασίας» (abbas Αuximanus, gubernator Monobasie), πήγε στη Μονεμβασία, όπου ο Barisa Krekic έχει βρει ίχνη από τις δραστηριότητές του στα Αρχεία τής Ραγούσας (Ντουμπρόβνικ) [«Μοnemvasia under Papal Protection» (στα σερβοκροατικά με γαλλική περίληψη), Zbornik Radova Vizantinoloskog Instituta, VI (Recueil des travaux de l’ Academie serbe des sciences, LXV, Belgrade, I960), 129-35].
Στις 19 Ιουλίου 1461 ο Πίος διόρισε τον Ιωάννη Ναβάρρε ως κυβερνήτη «για τα κοσμικά ζητήματα» (in temporalibus) στο ελληνικό νησί «Staliminus», δηλαδή στη Λήμνο, Reg. Vat. 516, φύλλο 33, «εκδόθηκε στη Ρώμη, στον Άγιο Πέτρο, το έτος κλπ. 1461, 14 μέρες πριν από τις καλένδες Αυγούστου, κατά το τρίτο έτος τη παπικής μας θητείας» (datum Rome apud Sanctum Petrum anno etc. MCCCCLXI, quarto decimo Kal. Aug., pontificatus nostri anno tertio). Ο Παύλος Β΄ ακύρωσε τον διορισμό τού Ιωάννη Ναβάρρε την 1η Μαρτίου 1465, όπως φαίνεται από σημείωση στο περιθώριο τού μητρώου.
- [←90]
-
Magno, Estratti, επιμ. Hopf, Chron. gréco-romanes, σελ. 204. Σύμφωνα με τον Raynaldus, Annales ecclesiastici ad ann. 1462, αριθ. 35, τόμ. XIX (1693), σελ. 120, η Μονεμβασία καταλήφθηκε από τούς Τούρκους μεταξύ των περιόδων παπικής και ενετικής κυριαρχίας: «…αλλά όταν απέτυχε το σχέδιό του [δηλαδή όταν απέτυχε το σχέδιο τού πάπα να εκμεταλλευθεί τη Μονεμβασία ως προγεφύρωμα για την αποστολή 10.000 Γερμανών στρατιωτών στον Μοριά] και πάλι στην υποταγή στους Τούρκους βρέθηκε η Μονεμβασία, από την οποία η ίδια ανακτήθηκε από τούς Ενετούς, ύστερα πάλι από τούς Τούρκους, στους οποίους μέχρι τώρα είναι υποταγμένη…» (… at dissipata sunt ea consilia in Turcicam iterum missa Monobassia servitutem, quam deinde recuperatam a Venecis, iterumque a Turcis, quibus hactenus paret expugnatam….).
Όμως στις 12 Αυγούστου 1462 η Ενετική Γερουσία απάντησε σημείο προς σημείο σε ένα υπόμνημα που υποβλήθηκε στη Σινιορία από τον δεσπότη Θωμά. Η Μονεμβασία βρισκόταν προφανώς τότε σε ενετικά χέρια, αλλά ο Θωμάς διατηρούσε ακόμη ζωηρό ενδιαφέρον για τον τόπο. Arch. di Stato di Venezia, Sen. Secreta, Reg. 21, φύλλα 103–104, δημοσιευμένο από Sime Ljubić, Listine, X (Ζάγκρεμπ, 1891), 222-24.
- [←91]
-
Κριτόβουλος, III, 21, επιμ. Müller, FHG, V-l, σελ. 133-34, επιμ. Grecu (1963), σελ. 257, 259:
Πέρασε τέσσερις ημέρες εκεί, επισκευάζοντας τόσο την πόλη όσο και την ακρόπολη και την οχύρωσε, και άφησε εκεί έναν διοικητή με φρουρά τετρακοσίων ανδρών από τη σωματοφυλακή του. Αφού έκανε τα πάντα εκεί όπως ήθελε και τα τακτοποίησε όλα, φεύγοντας από εκεί και παίρνοντας μαζί του τον δεσπότη Δημήτριο, έφτασε σε μικρή πόλη, πολύ απρόσιτη από όλες τις πλευρές, που βρίσκεται στις πλαγιές τού μεγάλου βουνού τής Σπάρτης, όχι μακριά από την πόλη που ονομάζεται Καστρί. Αφού στρατοπέδευσε εκεί, πρώτα διακήρυξε στους κατοίκους ότι έπρεπε να παραδοθούν οι ίδιοι και η πόλη. Εκείνοι όμως εμπιστεύονταν τούς εαυτού τους και τη δύναμη τού φρουρίου τους, γιατί το μέρος ήταν απρόσιτο και απότομο και παντού τραχύ και απόκρημνο. Υπήρχε μόνο μία είσοδος και αυτή ήταν φραγμένη και φυλασσόταν από τριπλό τείχος. Και αυτοί ήσαν τετρακόσιοι περίπου διαλεχτοί άνδρες. Δεν δέχθηκαν λοιπόν την πρόταση τού σουλτάνου, αλλά έκλεισαν τις πύλες και περίμεναν.
«Τέσσαρας δὲ ἡμέρας αὐτοῦ διαγαγὼν καὶ τὴν τε πόλιν καὶ τὴν ἄκραν ἐπισκευάσας καλῶς καὶ ἀσφαλισάμενος, φρουράρχην τε ἐγκαταλιπὼν καὶ φρουροὺς ἄνδρας τετρακοσίους τῶν ἀπὸ τῆς ἰδίας αὐλῆς, τὰ τε ἄλλα πάντα ἐνταῦθα κατὰ νοῦν πράξας τε καὶ καταστησάμενος, ἄρας ἐκεῖθεν, ξυνεπαγόμενος ἅμα οἷ καὶ τὸν δεσπότην Δημήτριον, ἀφικνεῖται ἔς τι πολίχνιον ἐρυμνότατον πάντη, τὸ παρὰ τὴν ὑπώρειαν τοῦ μεγάλου ὅρους τῆς Σπάρτης κείμενον, οὐ πόρρω τοῦ ἄστεος, Καστρίον ὀνομαζόμενον, καὶ στρατοπεδευσάμενος αὐτοῦ, πρῶτον προσφέρει λόγους τοῖς ἐν αὐτῷ περὶ τε ἐνδόσεως ἑαυτῶν τε καὶ τοῦ πολίσματος· οἱ δὲ πιστεύοντες ἑαυτοῖς τε καὶ τῇ ἐχυρότητι τοῦ φρουρίου (ἦν γὰρ ὅλως ἀπότομόν τε καὶ ἀπόκρημνον τὸ χωρίον, καὶ τραχὺ καὶ ἄναντες πάντη καὶ μίαν μόνην πάροδον ἔχον καὶ ταύτην τριπλῷ τείχει πεφραγμένην τε καὶ κατησφαλισμένην, καὶ αὐτοὶ δὲ ἦσαν ἄνδρες λογάδες ὡσεὶ τετρακόσιοι), οὐ παρεδέξαντο τοὺς λόγους τοῦ βασιλέως, ἀλλὰ κλείσαντες τὰς πύλας ἐκαρτέρουν.
Ο σουλτάνος έδωσε αμέσως τις εντολές του στον στρατό και έκανε σκληρή επίθεση στην πόλη. Όμως η φρουρά αντιστεκόταν με μεγάλη δύναμη. Το βαρύ πεζικό [του σουλτάνου] πολεμούσε γενναία, αγωνιζόταν να μπει και προσπαθούσε να εξαναγκάσει την ανάβαση. Μερικοί από αυτούς, απωθούμενοι δυνατά από τούς πάνω με λόγχες, έπεφταν και σκοτώνονταν, ενώ άλλοι συντρίβονταν και σκοτώνονταν χτυπημένοι στο κεφάλι από τεράστιες πέτρες από ψηλά. Στο τέλος απωθήθηκαν πλήρως και ἐπεσαν εκεί όχι λίγοι από τούς καλούς και γενναίους άνδρες, πράγμα που ενόχλησε πάρα πολύ τον σουλτάνο. Όμως, σημαίνοντας τότε αναχώρηση, σταμάτησε να πολεμά.
Βασιλεὺς δ’ αὐτίκα παρακελευσάμενος τῇ στρατιᾷ προσέβαλεν ἰσχυρῶς τῷ πολίσματι. Οἱ δὲ ήμύνοντο μάλα εὐρώστως, καὶ οἱ ὁπλῖται γενναίως ἀγωνιζόμενοι καὶ προσφιλονεικοῦντες τὴν ἔσοδον καὶ τὴν ἄνοδον βιαζόμενοι, οἱ μὲν αὐτῶν ἰσχυρῶς ξυνωθούμενοι παρὰ τῶν ἄνω τοῖς κοντοῖς κατεκρημνίζοντο καὶ ἀπώλλυντο, οἱ δὲ παμμεγέθεσι λίθοις ἄνωθεν ἀφ’ ὑψηλοῦ βαλλόμενοι τὰς κεφαλὰς καὶ ξυνθλώμενοι ἀπέθνησκον, καὶ τέλος ἀποκρούονται ἰσχυρῶς· ἔπεσον δὲ αὐτοῦ που οὐκ ὀλίγοι τῶν ἀγαθῶν καὶ γενναίων ἀνδρῶν, ὅπερ οὐ μικρῶς ἠνίασε τὸν βασιλέα· ὅμως ἀναχώρησιν σημάνας τότε μὲν ἔπαυσε τοῦ πολεμεῖν·
Την επόμενη μέρα παρέταξε και εξόπλισε καλά ολόκληρο τον στρατό, και με παραινετικά αλλά και ικετευτικά λόγια τούς ξεσήκωσε και ταυτόχρονα τούς ενθάρρυνε να πολεμήσουν. Υποσχέθηκε υπέροχες ανταμοιβές σε εκείνους που θα πολεμούσαν καλά, καθώς και λεηλασία τού φρουρίου, και δίνοντας το σύνθημα διέταξε επίθεση.
τῇ δ’ ὑστεραίᾳ ἡμέρᾳ ἐκτάξας καὶ ὁπλίσας καλῶς πᾶσαν τὴν στρατιὰν καὶ λόγοις προτρεπτικοῖς τε καὶ παρακλητικοῖς παροξύνας αὐτοὺς ἅμα καὶ παραθαρρύνας ἐς τὸ πολεμεῖν, καὶ ἄθλα προθεὶς κάλλιστα τοῖς καλῶς άγωνιουμένοις διαρπαγὴν τε τοῦ φρουρίου σημάνας ἐκέλευσε προσβάλλειν.
Οι στρατιώτες, με μεγάλη και τρομερή κραυγή μάχης, έκαναν τρέχοντας ισχυρή επίθεση στην πόλη. Υπήρχε μεγάλος συνωστισμός εκεί, και σκληρός αγώνας σώμα-με-σώμα στο τείχος, με οργή, θυμό και κραυγές, και φόνους όχι λίγους των μαχομένων στην πρώτη γραμμή, όπου κάθε πλευρά αγωνιζόταν σε αταξία, αγνοώντας την αυστηρή τάξη, σκοτώνοντας η μια την άλλη ανελέητα, με το ένα μέρος να καταβάλλει κάθε προσπάθεια να περάσει από το τείχος, ενώ το άλλο αμυνόταν πεισματικά και δεν υποχωρούσε.
Οἱ δὲ στρατιῶται μέγα καὶ φοβερὸν ἀλαλάξαντες βοῇ καὶ δρόμῳ προσβάλλουσιν ἰσχυρῶς τῷ πολίσματι· καὶ γίνεται ὠθισμὸς ἐνταῦθα πολὺς καὶ μάχη καρτερά ξυσταδὸν περὶ τὸ τεῖχος μετὰ θυμοῦ καὶ ὀργῆς καὶ κραυγῆς, καὶ φόνος οὐκ ὀλίγος τῶν προμαχομένων, ἀμφοτέρων άγωνιζομένων ἀτάκτως τε καὶ ξὺν οὐδενὶ κόσμῳ καὶ κατακαινόντων ἀλλήλους ἀνοικτί, τῶν μὲν βιαζομένων πᾶσι τρόποις ἔσω τοῦ τειχίσματος παρελθεῖν, τῶν δὲ ἀμυνομένων ἐρρωμένως καὶ οὐκ ἐώντων.
Τελικά επικράτησαν τα στρατεύματα τού σουλτάνου, σκότωσαν πολλούς από αυτούς, και πέρασαν πιέζοντας από το πρώτο και το δεύτερο τείχος, και πολεμώντας δυνατά τούς καταδίωξαν και τούς οδήγησαν πίσω στην ακρόπολη. Οι υπερασπιστές, οδηγημένοι σε περιορισμένο χώρο, δεν ήξεραν τι να κάνουν. Καθώς δεν είχαν νερό και απαραίτητα τρόφιμα, εντελώς απελπισμένοι, παραδόθηκαν στον σουλτάνο άνευ όρων.
Τέλος ὑπερισχύσαντες οἱ τοῦ βασιλέως κτείνουσί τε πολλοὺς αὐτῶν καὶ βιασάμενοι ἔσω τοῦ πρώτου καὶ δευτέρου γίνονται τείχους, καὶ μαχόμενοι ἰσχυρῶς καταδιώκουσί τε αὐτοὺς καὶ ξυνωθοῦσιν ἐς τὴν ἄκραν· οἱ δε ἐς στενὸν κομιδῆ ξυνελαθέντες καὶ μὴ ἔχοντες ὅ τι καὶ δράσαιεν ὕδατος ἀπορίᾳ καὶ τῶν ἀναγκαίων, ἀλλ’ ἀπογνόντες τοῖς ὅλοις παραδιδόασι σφᾶς αὐτοὺς βασιλεῖ χρήσασθαι ὅ τι καὶ βούλοιτο.
Ο σουλτάνος διέταξε όλοι οι άνδρες που είχαν επιζήσει από τη μάχη, τριακόσιοι σε αριθμό, να σφαγούν αμέσως. Έκανε σκλάβους τις γυναίκες και τα παιδιά και κατέστρεψε την κωμόπολη.
Βασιλεὺς δὲ τοὺς μὲν ἄνδρας ἐκέλευσεν ἀποσφαγῆναι πάντας εὐθὺς ὅσοι περιελείφθησαν τῷ πολέμῳ, τριακοσίους ὄντας, παῖδας δὲ καὶ γυναίκας ἠνδραποδίσατο, τὴν δὲ πολίχνην κατέσκαψε».
Ούτε ο Σφραντζής αναφέρει παραβίαση από τον Μωάμεθ υπόσχεσης στην Κάστριτζα [Χρονικόν, PG 156, 1069B, επιμ. Grecu (1966), σελ. 118]:
Όταν εμφανίστηκαν μπροστά στη Βορδώνια και το Καστρίτσι, οι μεν γενναίοι άρχοντες τής Βορδώνιας φοβήθηκαν κι έφυγαν εγκαταλείποντάς την, ενώ εκείνοι στο Καστρίτσι πολέμησαν και αντιστάθηκαν για λίγο, αλλά τελικά παραδόθηκαν. Κι όταν κατέβηκαν για να στεφθούν για τα κατορθώματά τους, μερικοί αποκεφαλίστηκαν και άλλοι παλουκώθηκαν. Ο Προινοκοκοκάς γδάρθηκε ζωντανός και έτσι απόλαυσε αντάξιο τέλος των έργων και των πράξεών του.
«Ἐλθόντες οὖν εἰς τὴν Βορδώνιαν καὶ τὸ Καστρίτζι, οἱ μὲν εἰς τὴν Βορδώνιαν γενναῖοι ἄρχοντες αὐτῆς φοβηθέντες ἔφυγον ἀφέντες αὐτήν, οἱ δὲ εἰς τὸ Καστρίτζι τάχα μέχρι τινὸς ἀντισταθέντες καὶ πολεμήσαντες, τέλος προσεκύνησαν καὶ κατελθόντες στεφανωθῆναι ὑπὲρ τῶν ἀνδραγαθημάτων αὐτῶν, οὓς μὲν αὐτῶν ἐκαρατόμησεν, οὓς δὲ εἰς πάλους ἐκάθισε, τὸν δὲ Προινοκοκοκᾶν ἐκδείρας ἐτελείωσεν, ἄξιον τέλος τῶν ἐργασιῶν καὶ πράξεων ἀπολαύσαντος.»
Ο Χαλκοκονδύλης περιγράφει την κατάληψη από τούς γενίτσαρους τής κάτω πόλης (την οποία προσδιορίζει ως Καστρία), την επιτυχή επίθεσή τους επί τού φρουρίου και τη σφαγή των τριακοσίων υπερασπιστών του, αλλά δεν γνωρίζει για παραβίαση από τον σουλτάνο υπόσχεσής του [βιβλίο ix, CSHB, Βόννη, σελ. 473-74, επιμ. Darkò, 11-2 (1927), 228-29]:
Στη Σπάρτη λοιπόν, στους πρόποδες τού όρους Ταϋγετος, βρίσκεται ευημερούσα ελληνική πόλη [ο Μυστράς], σε απόσταση δεκαοκτώ περίπου σταδίων από την αρχαία πόλη [Σπάρτη] και τον Ευρώτα ποταμό. Ο σουλτάνος κατέλαβε την πόλη, εγκατέστησε φρουρά στην ακρόπολη και όρισε τον Χάμζα Ζενέμπισι, τον υπηρέτη τού Μαχμούτ, ως άρχοντά της. Ο ίδιος προχώρησε προς την πόλη Καστρίτσι, που απέχει ογδόντα περίπου στάδια από την παρούσα πόλη, και την πολιόρκησε. Οι άνδρες και οι γυναίκες προστατεύονταν απόλυτα, εμπιστεύονταν το απρόσιτο τής τοποθεσίας και ετοιμάζονταν να υπερασπιστούν τούς εαυτούς τους εναντίον εκείνων που έρχονταν εναντίον τους για να δώσουν μάχη, τον στρατό δηλαδή τού σουλτάνου. Αλλά οι γενίτσαροι επιτέθηκαν μόλις τούς δόθηκε το σινιάλο, ανέβηκαν στα εξωτερικά τείχη και υποδούλωσαν τούς άνδρες και τις γυναίκες, καταλαμβάνοντας αυτό το μέρος. Αφού πήραν την πόλη, ανέβηκαν στην ακρόπολη, η οποία ήταν πολύ υπερυψωμένη, φτάνοντας σε ύψος τεσσάρων περίπου σταδίων. Η ανάβαση ήταν στενή και δύσκολη, επειδή το έδαφος εκεί ήταν δύσκολο, απότομο και εξαιρετικά ανώμαλο, ενώ οι υπερασπιστές αντιστέκονταν έντονα στην άνοδό τους και τούς εμπόδιζαν να φτάσουν στην ακρόπολη. Αλλά ανάγκαζαν την ανάβαση ανεβαίνοντας ο ένας πάνω στον άλλο. Κατά τη διάρκεια αυτής τής ανάβασης πολλοί από αυτούς σπρώχνονταν από τούς άλλους κάτω από την πίεση τής βασύνης και έπεφταν από τον βράχο. Έτσι χάθηκαν πολλοί από τούς γενίτσαρους. Οι υπόλοιποι όμως ανέβηκαν στην κορυφή, έφτασαν στην ακρόπολη και επιτέθηκαν. Οι Έλληνες είχαν ήδη αγωνιστεί για μεγάλο χρονικό διάστημα και δεν μπορούσαν να αμυνθούν εναντίον ακόμη περισσότερων ανδρών τού σουλτάνου. Τα παράτησαν λοιπόν και υποτάχθηκαν στον σουλτάνο με συμφωνημένους όρους. Εκείνος, όταν παρέλαβε την ακρόπολη, τούς οδήγησε όλους σε ένα μέρος όπου τούς έσφαξε, τριακόσιους συνολικά, ενώ την επόμενη ημέρα έβαλε να κόψουν το σώμα τού άρχοντά τους σε κομμάτια.
«ἐπί τε μὲν οὖν τὴν Σπάρτην, ἐς τὴν ὑπώρειαν τοῦ Ταϋγέτου, ᾤκηται πόλις Ἑλληνικὴ εὐδαίμων, διέχει δὲ ἀπὸ τῆς παλαιᾶς πόλεως καὶ τοῦ Εὐρώτα σταδίους ὡσεὶ ὀκτωκαίδεκα. ταύτην μὲν οὖν ὁ βασιλεὺς προσπαρειλήφει, φρουράν τε ἔφαινεν ἐν τῇ μητροπόλει, καὶ ἄρχοντα ἐπέστησε Χαμουζᾶν τὸν Ζενεβίσαν, Μαχουμούτεω θεράποντα. αὐτὸς δὲ ἐλαύνων ἐπὶ Καστρίην πόλιν, διέχουσαν ἀμφὶ τὰ ὀγδοήκοντα στάδια ἀπὸ τῆς νῦν πόλεως, ἐπολιόρκει ταύτην· οἱ γὰρ ἄνδρες τε καὶ γυναῖκες φραξάμενοι ἐν ὀχυρῷ πάνυ, καὶ θαρροῦντες τῇ χαλεπότητι τοῦ χωρίου, παρεσκευάζοντο ἀμύνεσθαι τοὺς ἐπιόντας σφίσι πολεμεῖν, τὸν βασιλέως στρατόν. οἱ μὲν οὖν νεήλυδες, ὡς ἐσημαίνετο αὐτοῖς ἡ προσβολή, προσέβαλλόν τε αὐτίκα, καὶ τὸ ἐκτὸς τεῖχος ὑπερεβάλλοντο καὶ τούς τε ἄνδρας καὶ γυναῖκας ἠνδραποδίσαντο, ἐξελόντες τὸ χωρίον τοῦτο. ἑλόντες δὲ τὴν πόλιν ἀνῄεσαν ἐπὶ τὴν ἀκρόπολιν, μετέωρόν τε οὖσαν καὶ ἀνέχουσαν ἐς ὕψος ὡσεὶ σταδίους τέσσαρας. ἡ δὲ ἄνοδος στενή τε ἦν καὶ χαλεπὴ ἀναβῆναι τῇ τε δυσχωρίᾳ καὶ προσάντης καὶ ἀνώμαλος ἐς τὰ μάλιστα, καὶ διακωλυόντων τῶν ἀνδρῶν χαλεπὰ ἦν ὑπερβῆναι καὶ ἐς τὴν ἀκρόπολιν ἀφικέσθαι. ἐνταῦθα ἐβίαζον τὴν ἄνοδον, ἀλλήλους ὑπερβαίνοντες. πολλοὶ δὲ ἐς τὴν ἄνοδον ταύτην φορᾷ ὑποφερόμενοι ὑπ’ ἀλλήλων βίᾳ ἐς τὸν κρημνὸν ἐγένοντο, καὶ ἀπώλοντο τῶν νεηλύδων ὡς πλεῖστοι. οἱ δὲ ἄλλοι ὑπερέβησαν καὶ ἐγένοντο ἐν τῇ ἀκροπόλει καὶ προσέβαλλον. οἱ δὲ Ἕλληνες χρόνον ἤδη πολὺν μαχόμενοι οὐκ ἠδύναντο οἱ ἀμύνεσθαι πρὸς ἄλλους καὶ ἄλλους τῶν βασιλέως. ἀπεῖπον δή, προσῴκησαν δὲ ἐς ὁμολογίαν τῷ βασιλεῖ. τούτους μὲν οὖν, ὡς τὴν ἀκρόπολιν παρέλαβε, πάντας ἀπαγαγὼν εἰς ἕνα χῶρον κατέσφαξε, γενομένους τοὺς σύμπαντας ἐς τριακοσίους, καὶ τὸν ἄρχοντα αὐτῶν τῇ ὑστεραίᾳ χωρὶς ἔτεμε τὸ σῶμα ποιησόμενος.»
Η παραβίαση αυτή φαίνεται ότι αποτελεί ανακάλυψη τού Ψευδο-Σφραντζή (Μακάριου Mελισσηνού-Μελισσουργού), που εισήχθη κρυφά στην επέκταση τού κειμένου τού Σφραντζή, IV, 18, CSHB, Βόννη, σελ. 405, επιμ. Grecu (1966), σελ. 542, 544:
Όμως οι κάτοικοι τής Μονεμβασίας και ο επικεφαλής τους Μανουήλ Παλαιολόγος, κράτησαν το κάστρο και το παρέδωσαν στον δεσπότη κυρ Θωμά, ο οποίος στη συνέχεια το έδωσε στον πάπα.
«Οἱ δὲ Μονεμβασιῶται καὶ ὁ εἰς κεφαλὴν εὑρισκόμενος Μανουὴλ ὁ Παλαιολόγος κρατήσαντες τὸ κάστρον δεδώκασιν αὐτὸ τῷ δεσπότῃ κὺρ Θωμᾶ μετὰ ταῦτα καὶ αὐτὸς τάχα τῷ πάπᾳ.
Επειτα ο σουλτάνος έστειλε πίσω [στην Αδριανούπολη] τη βασίλισσα και την κόρη της μαζί με μερικούς συνοδούς της και μερικούς δικούς του, ενώ τον δεσπότη κυρ Δημήτριο τον κουβαλούσε μαζί του, όπου πήγαινε.
ὁ ἀμηρᾶς τὴν μὲν βασίλισσαν καὶ τὴν αὐτῆς θυγατέρα τὴν ἑαυτὸν γυναῖκα οἰκονομήσας ἔστειλεν εἰς Κωνσταντινούπολιν μετὰ τινων τῶν αὐτοῦ καὶ τῶν αὐτῆς, τὸν δὲ δεσπότην εἶχε μεθ’ ἑαυτοῦ.
Όταν εμφανίστηκαν μπροστά στη Βορδώνια και το Καστρίτσι, οι μεν γενναίοι άρχοντες τής Βορδώνιας φοβήθηκαν κι έφυγαν εγκαταλείποντάς την, ενώ εκείνοι στο Καστρίτσι πολέμησαν και αντιστάθηκαν για λίγο, αλλά τελικά παραδόθηκαν. Κι όταν κατέβηκαν για να στεφθούν για τα κατορθώματά τους, μερικοί αποκεφαλίστηκαν και άλλοι παλουκώθηκαν. Ο Προινοκοκοκάς γδάρθηκε ζωντανός και έτσι απόλαυσε αντάξιο τέλος των έργων και των πράξεών του.
ἐλθόντος οὖν τοῦ ἀμηρᾶ ἐν τῇ Βορδονίᾳ οἱ ἐκεῖσε γενναῖοι ἄρχοντες φοβηθέντες ἔφυγον ἀφέντες αὐτὴν. οἱ δὲ ἐν τῷ Καστρίτζῃ τάχα μέχρι τινὸς ἀντισταθέντες και πολεμήσαντες τέλος προσεκύνησαν μετὰ συμβάσεως, ἵνα μὴ ἀθετήσῃ τὰ αὐτῷν ἤθη καὶ νόμιμα. ὅς ὑπὲρ ταῦτα καὶ ἄλλας πλείστας χάριτας αὐτοῖς ἐπηγγείλατο˙ καὶ κατελθόντες στεφθῆναι ὑπὲρ τῶν ἀνδραγαθημάτων αὐτῶν κατ’ ἔθος οὕς μὲν αὐτῶν ἐκαρατόμησεν οὕς δὲ ὀβελοῖς ἀπέκτεινε, τὸν δὲ Προινοκοκκᾶν λεπίσας ἐτελείωσεν˙ ἄξιον τέλος τῶν ἐργασιῶν καὶ πράξεων ἀπέλαυσεν.»
- [←92]
-
Σφραντζής, Χρονικόν, PG 156, 1069CD, επιμ. Grecu. σελ. 118, 120:
Όταν εμφανίστηκαν μπροστά στη Βορδώνια και το Καστρίτσι, οι μεν γενναίοι άρχοντες τής Βορδώνιας φοβήθηκαν κι έφυγαν εγκαταλείποντάς την, ενώ εκείνοι στο Καστρίτσι πολέμησαν και αντιστάθηκαν για λίγο, αλλά τελικά παραδόθηκαν. Κι όταν κατέβηκαν για να στεφθούν για τα κατορθώματά τους, μερικοί αποκεφαλίστηκαν και άλλοι παλουκώθηκαν. Ο Προινοκοκοκάς γδάρθηκε ζωντανός και έτσι απόλαυσε αντάξιο τέλος των έργων και των πράξεών του.
«Ἐλθόντες οὖν εἰς τὴν Βορδώνιαν καὶ τὸ Καστρίτζι, οἱ μὲν εἰς τὴν Βορδώνιαν γενναῖοι ἄρχοντες αὐτῆς φοβηθέντες ἔφυγον ἀφέντες αὐτήν, οἱ δὲ εἰς τὸ Καστρίτζι τάχα μέχρι τινὸς ἀντισταθέντες καὶ πολεμήσαντες, τέλος προσεκύνησαν καὶ κατελθόντες στεφανωθῆναι ὑπὲρ τῶν ἀνδραγαθημάτων αὐτῶν, οὓς μὲν αὐτῶν ἐκαρατόμησεν, οὓς δὲ εἰς πάλους ἐκάθισε, τὸν δὲ Προινοκοκοκᾶν ἐκδείρας ἐτελείωσεν, ἄξιον τέλος τῶν ἐργασιῶν καὶ πράξεων ἀπολαύσαντος.
Όταν ο σουλτάνος πλησίασε στην περιοχή τού Λεονταρίου και στο ίδιο το Λεοντάρι, το βρήκε έρημο από ανθρώπους και το κατέλαβε. Ύστερα πήγε στο Γαρδίκι, όπου είχαν έρθει οι κάτοικοι τού Λεονταρίου, αναζητώντας καλύτερη προστασία. Πολέμησαν εναντίον τού σουλτάνου για μικρό χρονικό διάστημα, αλλά τελικά παραδόθηκαν και σφάχτηκαν όλοι, συμπεριλαμβανομένων των γυναικών και των παιδιών.
Ἐλθόντος δ’ αὐτοῦ δὴ τοῦ ἀμηρᾶ καὶ εἰς τὰ περὶ τὸ Λεοντάρι καὶ αὐτὸ τὸ Λεοντάρι καὶ εὑρὼν αὐτὸ ἔρημον ἀνθρώπων, αὐτὸ μὲν ἀπῆρε. Εἰς δὲ τὸ Γαρδίκι, ἔνθα οἱ ἄνθρωποι ὡς ἰσχυρότερον ἀπῆλθον φυλαχθησόμενοι, ἀπελθὼν ἐπολεμήθη μέχρι τινὸς παρὰ τῶν Λεονταριτῶν. Τέλος δὲ ἐδουλώθησαν καὶ ἐγένοντο πάντες παρανάλωμα μαχαίρας σὺν γυναιξὶ καὶ παισί.
Οι ηγέτες τους, η οικογένεια Μποχάλη, θα είχαν υποστεί παρόμοια μοίρα, αν ο Μαχμούτ, ο μπεηλέρμπεης τού σουλτάνου, δεν το εμπόδιζε με τις παρακλήσεις του. Η σύζυγος τού Μανουήλ Μποχάλη ήταν δεύτερη ξαδέλφη του. Στην εύνοια τού Μαχμούτ ο Μανουήλ ανταπέδωσε έγκλημα: Ο Μαχμούτ τούς είχε δώσει συνοδεία, ώστε να μπορέσουν να ακολουθήσουν άνετα και εύκολα τον δρόμο που οδηγούσε έξω από αυτήν την περιοχή. Καθώς περνούσαν από την περιοχή τού Ποντικού, βρήκαν σκάφος, σκότωσαν προδοτικά τούς άνδρες τού μπεηλέρμπεη και απέπλευσαν για την Κέρκυρα. Έτσι όμως κατάφεραν να ξεφύγουν από τη δουλεία.
Τοῦτο ἂν καὶ οἴ ποτε ἀρχηγοὶ αὐτῶν Μποχαλαῖοι ἔπαθον, εἰ μὴ φθάσας ὁ μπεϊλαρμπεῒς Μαχουμούτης ἐξεζήτησεν αὐτούς, τῆς γυναικὸς Μανουὴλ τοῦ Μποχάλη δισεξαδέλφης οὔσης αὐτοῦ, εἰ καὶ κακὰ ἀνταπέδωκεν αὐτῷ ἀντὶ τούτου. Διδοὺς γὰρ αὐτοῖς ἀνθρώπους, ἵνα μετὰ ἀνέσεως καὶ ἀναπαύσεως ἀπέρχωνται τὴν ὁδὸν τὴν φέρουσαν εἰς τὸν ἔξω τόπον, διερχόμενοι περὶ τὸν Ποντικὸν εὑρόντες πλεύσιμον καὶ δολίως ἀποκτείναντες τοὺς ἀπάγοντας ἀνθρώπους τοῦ μπεϊλαρμπεΐ, ἐμβάντες ἔφυγον εἰς Κέρκυραν· καὶ αὐτοὶ μὲν ἠλευθερώθησαν τῆς δουλείας ὁπωσδήποτε.»
Ψευδο-Σφραντζής, IV, 18, CSHB, Βόννη, σελ. 405-6, επιμ. Grecu, σελ. 544:
«…ἐλθόντος δ’ αὐτοῦ δὴ τοῦ ἀμηρᾶ καὶ εἰς τὰ περὶ τὸ Λεοντάριν, καὶ εὑρὼν αὐτὸ ἔρημον ἀνθρώπων, παρέλαβεν αὐτὸ διὰ τὸ τοὺς ἀνθρώπους φυγεῖν. ἐν δὲ τῷ Γαρδἰκῃ ὡς ἰσχυρότερον αὐτοῦ εἰσῆλθον φυλαχθῆναι, ἔνθα πάλιν ὁ ἀμηρᾶς παρεγένετο πολιορκῶν καὶ αὐτὸ μέχρι τινὸς˙ τέλος δὲ ἐδουλώθησαν, μετὰ συνθήκης καὶ ὅρκου ἐπαγγειλάμενος αὐτοῖς ἵνα μηδένα αὐτῶν ἐνοχλήσῃ ἤ θανατώσῃ ἤ αἰχμαλωτίσῃ. αὐτὸς δὲ τοὺς ὅρκους ἀθετήσας καὶ τῇ μνησικακίᾳ καὶ ὀργῇ κινούμενος, ἔν τινι πεδίω μικρῷ συνάξας αὐτοὺς πάντας καὶ δεσμεύσας παρανάλωμα μαχαίρας σὺν γυναιξὶ καὶ παισὶ πεποίηκε.
τοιουτοτρόπως καὶ οἵ ποτε προεστοὶ αὐτῶν οἱ Μπουχάλεοι ἔπαθον, εἰ μὴ ἔφθασεν ὁ μπεγλέρμπεης Μαχουμούτης˙ ἐξεζήτησεν αὐτοὺς διὰ τὸ τὴν γυναῖκα Μανουὴλ τοῦ Μπουχάλη δισεξαδελφὴν εἶναι αὐτοῦ. οἵ καὶ κακὰ ἀνταπέδωκαν αὐτῷ ἀντὶ τούτων. δοὺς γὰρ αὐτοῖς ἀνθρώπους ἵνα μετά ἀνέσεως καὶ ἀναπαύσεως ἀπέρχωνται τὴν ὁδὸν τὴν φέρουσαν εἰς τὸν ἔξω τόπον, διερχόμενοι περὶ τὸ Ποντικὸν εὑρόντες πλεύσιμον καὶ δολίως ἀποκτείναντες τοὺς ἀπάγοντας ἀνθρώπους τοῦ μπεγλέρμπεϊ καὶ ἐμβάντες εἰς τὸ πλεύσιμον ἔφυγον εἰς Κέρκυραν, κἀκεῖθεν πάλιν εἰς Νεάπολιν. καὶ αὐτοὶ μὲν ἠλευθερώθησαν τῆς δουλείας ὅπως δήποτε·
ὁ δὲ πενθερὸς μὲν Μανουὴλ τοῦ Μπουχάλη Γεώργιος ὁ Παλαιολόγος, πρωτεξαδελφὸς δέ, ὡς προεδηλωσαμεν, τῆς μητρὸς τοῦ μπεγλέρμπεη, βληθεὶς εἰς σίδηρά ἤγετο.»
Χαλκοκονδύλης, βιβλίο ix, CSHB, Βόννη, σελ. 474-75, επιμ. Darkò, II 229-30:
Από εκεί ο σουλτάνος προχώρησε πέρα από την πόλη Λεοντάριον και στρατοπέδευσε, όταν έμαθε ότι όλοι οι άνδρες, οι γυναίκες και τα παιδιά είχαν κλειστεί μέσα σε οχυρωμένη πόλη που ονομαζόταν Γαρδίκι. Κι έτσι, αφού τής επιτέθηκε αμέσως, στρατοπέδευσε. Την επόμενη μέρα έκανε επιθέσεις στην πλευρά τής ακρόπολης και πολεμούσε στα τείχη μαζί με τούς γενίτσαρους, ενώ πρόσταξε τούς αζάπηδες να επιτεθούν σε εκείνα τα σημεία τής πόλης στα οποία μπορούσαν να ανέβουν. Οι αζάπηδες επιτέθηκαν σε αυτά, υπερίσχυσαν των Ελλήνων και τούς κατατρόπωσαν. Ακολουθώντας τους από κοντά, εισέβαλαν στην πόλη, σκοτώνοντας χωρίς έλεος (όπως τούς είχε προστάξει ο σουλτάνος) άνδρες, γυναίκες, υποζύγια και ζώα, χωρίς να λυπούνται κανένα. Τότε εκείνοι στην ακρόπολη παραδόθηκαν και πρόσφεραν όρους. Ο Μποχάλης ήταν ο άρχοντας τής πόλης και οι οπαδοί του ήσαν μαζί του.
«ἐντεῦθεν ἤλαυνε διὰ Λεονταρίου τῆς πόλεως, καὶ στρατοπεδευσάμενος, ὡς ἐπυνθάνετο πάντας εἰσενεγκαμένους γυναῖκάς τε καὶ παῖδας καὶ αὐτοὺς ἐς ἐρυμνήν τινα πόλιν Γαρδικίην καλουμένην, αὐτίκα ἐπεισπεσὼν ἐστρατοπεδεύετο. καὶ τῇ ὑστεραίᾳ προσέβαλλε μὲν ἀπὸ τῆς ἀκροπόλεως καὶ ἐτειχομάχει σὺν τοῖς νεήλυσι, τοὺς δὲ ἀζάπιδας ἐκέλευε κατὰ τοῦτο τῆς πόλεως προσβάλλειν, ᾗ βάσιμα ἦν αὐτοῖς ὑπερβῆναι. καὶ οἱ μὲν ἀζάπιδες εἰσπεσόντες αὐτίκα ὑπερέβησαν τοὺς Ἕλληνας καὶ ἐτρέψαντο, φερόμενοι δὲ ἅμα αὐτοῖς εἰσέβαλλον ἐς τὴν πόλιν, καὶ ἐφόνευον ἀφειδέστατα, παραγγείλαντος, καὶ ἄνδρας καὶ γυναῖκας καὶ ὑποζύγια καὶ κτήνη, οὐδενὸς φειδόμενοι. αὐτίκα καὶ οἱ ἐν τῇ ἀκροπόλει παρέδωκαν σφᾶς, ἐς ὁμολογίαν χωρήσαντες. Μποχάλης δ’ ἦν ὁ τῆς πόλεως ἄρχων, καὶ οἱ προσήκοντες αὐτῷ.»
Κριτόβουλος, III, 22, επιμ. Müller, FHG, V-l, σελ. 134, επιμ. Grecu, σελ. 259, 261:
Ύστερα από αυτό προχώρησε εναντίον άλλου φρούριου που ονομαζόταν Γαρδίκι, εντελώς απόρθητου και πολύ δυνατού. Γιατί ήταν απόκρημνη κορυφή κοντά στο πέρασμα τού μεγάλου βουνού τής Σπάρτης που ονομάζεται Ζυγός. Υψωνόταν πολύ και περιβαλλόταν από όλες τις πλευρές από τεράστιους γκρεμούς και βαθιά φαράγγια, ήταν κλεισμένο και ασφαλισμένο κυκλικά από παντού, ενώ ένα μόνο μονοπάτι, και εκεόνο απότομο, οδηγούσε σε αυτό. Εδώ λοιπόν είχε καταφύγει μεγάλο πλήθος πολιτών, ανδρών, γυναικών και παιδιών, επειδή το μέρος ήταν ασφαλές. Αλλά αυτό ήταν προφανώς η καταστροφή τους.
«Μετὰ δὲ τοῦτο ἐφ’ ἕτερον προσελαύνει φρούριον Γαρδίκιον καλούμενον, ἀνάλωτον πάντη καὶ ὀχυρώτατον· ἄκρα γὰρ ἦν ἠλίβατος παρὰ τὴν ἔσοδον τοῦ μεγάλου ὄρους τῆς Σπάρτης, ὅ δὴ Ζυγὸς λέγεται, ἄκρως ἀνέχουσα καὶ ὑπερκειμένη κρημνῷ τε μεγίστῳ καὶ φάραγγι βαθείᾳ, ἐν κύκλῳ πάντοθεν περιειργομένη καὶ κατησφαλισμένη, μιᾷ δὲ μόνῃ παρόδῳ καὶ ταύτῃ βραχείᾳ τὴν ἔσοδον ἔχουσα· παρ’ ὅ καὶ πολὺ τι πλῆθος τῶν ἀστυγειτόνων ἀνδρῶν τε καὶ γυναικῶν καὶ παίδων ἐνταῦθα ξυγκαταπεφευγὸς ἦν διὰ τὸ ἀσφαλὲς τοῦ χωρίου· τοῦτο δ’ ἦν αὐτοῖς ὄλεθρος προφανὴς.
Γιατί ο σουλτάνος βάδισε εκεί και έστησε το στρατόπεδό του. Αρχικά προσπάθησε να τούς παρακινήσει να παραδοθούν, καθώς ήθελε να τούς αφήσει να ζήσουν και να μην υποστούν βλάβη. Όμως, καθώς δεν μπορούσε να τούς πείσει, τούς κύκλωσε με τον στρατό του, τούς πολιορκούσε και τούς φρουρούσε στενά, σκοπεύοντας να τούς καταβάλει από την πείνα και τη δίψα πολιορκώντας, ώστε να μην χάσει τούς στρατιώτες του άσκοπα και μάταια σε τόσο απόκρημνα μέρη.
Βασιλεὺς γὰρ ἐλάσας ταύτῃ καὶ στρατόπεδον θέμενος τὰ μὲν πρῶτα λόγοις ἐπειρᾶτο τούτους ὑπαγαγέσθαι, σῶς εἶναι βουλόμενος καὶ κακῶν ἀπαθεῖς, ὡς δ’ οὐκ ἔπειθε, κύκλῳ περισχὼν αὐτοὺς τῷ στρατῷ καὶ κατακλείσας ἰσχυρῶς ἐφύλαττε, λιμῷ καὶ δίψει τούτους ἐκπολιορκῆσαι βουλόμενος, καὶ μὴ ἐς χωρία ἀπόκρημνα καὶ ἀνάντη εἰκῇ καὶ μάτην ἀπολλύναι τοὺς στρατιώτας.
Αλλά δεν μπορούσαν να αντέξουν περισσότερο από πολιορκία μιας ημέρας. Εξαντλημένοι από την πείνα και τη δίψα, από την ασφυξία τής καυτής καλοκαιρινής ζέστης και από άλλες ταλαιπωρίες (γιατί ήταν μεγάλο πλήθος ανδρών, γυναικών και παιδιών που συγκεντρώνονταν μαζί σε στενό βράχο), χωρίς νερό και προμήθειες και χωρίς να έχουν καμία βοήθεια από πουθενά ή να ελπίζουν ότι θα έχουν, βγήκαν χωρίς τη θέλησή τους και παραδόθηκαν στον σουλτάνο χωρίς όρους.
Οἱ δε μίαν δὴ καὶ μόνην ἡμέραν κατακλεισθέντες αὐτοῦ, οὐκέτι ἀντέχειν ἠδύναντο, ἀλλὰ λιμῷ καὶ δίψει καὶ πνίγει καύματος θέρους ὥρᾳ καὶ τῇ ἄλλῃ κακοπαθείᾳ πιεζόμενοι, ἅτε πλῆθος ὄντες πολὺ ἀνδρῶν τε καὶ γυναικῶν καὶ παιδίων, καὶ ἐς βραχυτάτην ἄκραν ξυνελαθέντες, ὕδατος ἀπορίᾳ καὶ σπάνει τῶν ἀναγκαίων καὶ μηδεμίαν ἐπικουρίαν πόθεν ἤ ἔχοντες ἤ ὅλως ἕξειν ἐλπίζοντες, καὶ ἄκοντες προσχωροῦσι τῷ βασιλεῖ, καὶ παραδιδόασι σφᾶς αὐτοὺς καὶ ἄνευ ὁμολογίας.
Και ο σουλτάνος σκότωσε όλους εκείνους τούς άνδρες, υποδούλωσε τα παιδιά και τις γυναίκες και γκρέμισε το φρούριο. Το έκανε αυτό σε φρούρια, άλλοτε από θυμό και δίκαιη οργή και άλλοτε επειδή, ενώ τούς είχε ζητήσει πρώτα να παραδοθούν, έτσι ώστε να μην υπάρξει κίνδυνος για τούς στρατιώτες του στη μάχη, δεν είχαν υπακούσει, αλλά προτίμησαν τη μάχη, στην οποία είχε χάσει πολλούς γενναίους. Σε άλλες περιπτώσεις, όπου οι περισσότεροι άνθρωποι ήσαν Ιλλυριοί [Αλβανοί], λόγω τού κακού τους χαρακτήρα και των συχνών εξεγέρσεων και των κλοπών και ληστειών που διέπρατταν, ήθελε να τούς τρομάξει και να τούς καταπλήξει και να τούς βάλει στον μεγαλύτερο δυνατό φόβο και αγωνία, ώστε να μη θέλουν ποτέ ξανά να τού αντιταχθούν, ούτε να τολμήσουν στο μέλλον να τού μιλούν με αυθάδεια, αλλά να υποτάσσονται αμέσως σε αυτόν για χάρη τής δικής τους ασφάλειας. Και αυτό πραγματικά συνέβη.
Βασιλεὺς δὲ καὶ τούτους πάντας ἀπέκτεινε, παῖδας δὲ καὶ γυναῖκας ἠνδραποδίσατο, τὸ δὲ φρούριον κατέσκαψε. Τοῦτο δ’ ἐποίησεν ἐν τοῖς φρουρίοις τοῖσδε ὀργὴν ἔχων καὶ μῆνιν δικαίαν, τοῖς μὲν ὅτι προκαλουμένου σφᾶς ἐπὶ ξυμβάσεις αὐτοῦ, ὥστε μηδένα κίνδυνον ἐν τῷ πολἐμῳ τοῖς στρατιώταις γενέσθαι, οὐχ ὑπήκουσαν, ἀλλ’ εἵλοντο μᾶλλον τὸν πόλεμον, ἐν ᾧ πολλοὺς καὶ ἀγαθοὺς ἄνδρας ἀπεβεβλήκει, τοῖς δέ, Ἰλλυριοῖς οὖσι τοῖς πλείοσι, διὰ τε τὰς δυστροπίας αὐτῶν καὶ τὰς ξυνεχεῖς ἐπαναστάσεις τε καὶ κλοπὰς καὶ ληστείας, καὶ ἅμα θροῆσαι πάντας καὶ καταπλῆξαι βουλόμενος καὶ ἐς φόβον ὅτι πλεῖστον καὶ ἀγωνίαν ἐμβαλεῖν, ὥστε μηκέτι ἀντιβαίνειν ἐθέλειν, μηδὲ τολμᾶν ὅλως ἀπαυθαδίζεσθαι τοῦ λοιποῦ, ἀλλὰ προσχωρεῖν ἑτοίμως αὐτῷ, θηρωμένους τὴν σωτηρίαν· ὅ δῆτα καὶ γέγονεν.
Όταν ο σουλτάνος ξεκίνησε από εκεί και προχώρησε στα πιο μακρινά μέρη τής περιοχής, δεν χρειάστηκε να υπερνικήσει την αντίσταση κανενός πουθενά, γιατί όλοι τού παραδίνονταν εύκολα, οι περισσότεροι από αυτούς χωρίς όρους, πολλοί από αυτούς αναμένοντας ακόμη την άφιξή του. Πόλεις και φρούρια και ολόκληρη η περιοχή, όπου κι αν πήγαινε, παραδινόταν μπροστά στην προέλαση και την ορμή του. Έτσι φοβούνταν και παραδίνονταν όλοι, εκτός από μερικούς που αντιστέκονταν λόγω ανόητων ιδεών, οι οποίοι λογικεύονταν αμέσως με τη δύναμη των όπλων. Ο σουλτάνος λοιπόν, από εδώ και πέρα, μεταχειριζόταν καλά όσους συμμορφώνονταν, περιφρουρούσε την ασφάλεια όλων και των περιουσιακών τους στοιχείων και τούς διατηρούσε εντελώς αβλαβείς από τα κακά των εκστρατειών και τού πολέμου.
Ὁρμηθεὶς γὰρ ἐκεῖθεν ὁ βασιλεὺς καὶ προσελαύνων ἐπὶ τὰ πρόσω τῆς χώρας, οὐκέτι ἀντιβαῖνον εἶχεν οὐδὲν οὐδαμοῦ, ἀλλὰ πάντα οἷ προσεχώρει ἑτοίμως, τὰ πλείω σχεδὸν καὶ ἄνευ ὁμολογίας, προλαμβάνοντα τὰ πολλὰ καὶ τὴν αὐτοῦ ἔσοδον, καὶ πόλεις καὶ φρούρια καὶ πᾶσα ἡ ἐν ποσὶν εἶκε καὶ ὑπεχώρει πρὸς τὸν τούτου δρόμον καὶ τὴν ὁρμὴν· οὕτως ἅπαντα κατεπτήχει καὶ προσεχώρει, πλὴν εἰ μὴ πού τινες κουφότητι γνώμης ἀντέβησαν, οἵ καὶ παρὰ πόδας τοῖς ὅπλοις ἐσωφρονίσθησαν. καὶ μέντοι καὶ ὁ βασιλεὺς τὸ ἀπὸ τοῦδε πᾶσι προσεφέρετο καλῶς τοῖς γε τοιούτοις, καὶ πάντας ἐφύλαττε σῶς ἐν τοῖς ὑπάρχουσι πᾶσι καὶ ἀσινεῖς ὅλως τῶν ἀπὸ τῆς στρατιᾶς καὶ τοῦ πολέμου κακῶν.
Πέρασε από όλη την Πελοπόννησο και την κατέλαβε. Όσα φρούρια και μικρές πόλεις τού φαίνονταν ότι ήσαν βολικά και ασφαλή και κατάλληλα για τη φύλαξη τής περιοχής, τα επισκεύαζε και τα εφοδίαζε με φρουρές, διοικητές, προμήθειες, όπλα και οτιδήποτε άλλο. Όσα δεν τού φαίνονταν, τα γκρέμιζε, ενώ επέτρεπε στους κατοίκους να παραμένουν στα σπίτια τους και να ζουν ως οργανωμένα χωριά, αλλά μερικούς από αυτούς τούς απέλασε και τούς έφερε στην Κωνσταντινούπολη.
Περιιὼν δὲ πᾶσαν τὴν Πέλοπος καὶ χειρουμενος, ὅσα μὲν ἐδόκει οἷ τῶν τε φρουρίων καὶ πολισμάτων ἐπιτήδεια εἶναι καὶ ἀσφαλῆ καὶ πρὸς φυλακὴν ἱκανῶς ἔχειν τῆς χώρας, ἐπεσκεύαζε φρουροῖς καὶ φρουράρχαις καὶ σιτήσει καὶ ὅπλοις καὶ πᾶσιν ἄλλοις ἐξήρτυε, ὅσα δὲ μὴ ἐδόκει, κατέσκαπτε, τοὺς δ’ οἰκήτορας εἴα μένειν ἐν τοῖς αὐτῶν καὶ οἰκεῖν ὥσπερ κατὰ κώμας, ἐνίους δὲ αὐτῶν καὶ ἀποικίσας ἤγαγεν ἐς τὴν Κωνσταντίνου.»
- [←93]
-
Σφραντζής, Χρονικόν, PG 156, 1070, επιμ. Grecu, σελ. 120, 122:
Όταν ο σουλτάνος πήρε αυτά τα μέρη, συμπεριλαμβανομένης τής Καρύταινας, από τον Σγουρομάλλη Παλαιολόγο, τον αδελφό τής συζύγου τού μεγάλου Λουκάνη, που είχε πεθάνει νωρίτερα στέλνοντας την ψυχή του στον απόπατο μαζί με τα περιττώματά του, προχώρησε νότια και κατέλαβε την Ανδρούσα και την άμεση επικράτειά της. Στη συνέχεια προχώρησε από εκεί και επισκέφτηκε την Κορώνη, τη Μεθώνη, την Πύλο και το Ναβαρίνο.
«Ὡς δὲ ὁ ἀμηρᾶς ἀπῆρεν αὐτά, ἀλλὰ δὴ καὶ τὴν Καρύταιναν παρὰ τοῦ Σγουρομάλλη Παλαιολόγου καὶ γυναικαδέλφου τοῦ μεγάλου Λουκάνη, ὃς προαπέθανεν εἰς ἀπόπατον διαβιβάσας τὴν ψυχὴν ἁμ’ ἐγκάτοις, κατῆλθεν εἰς τὰ περὶ τὴν Ἀνδροῦσαν καὶ λαβὼν αὐτὴν καὶ τὰ περὶ αὐτὴν πάντα ἀπῆλθε θεάσασθαι τὴν Κορώνην, εἰτ’ ἀπ’ ἐκεῖσε διέβη καὶ εἶδε καὶ τὴν Μεθώνην, εἶτα εἰς τὴν Πύλον καὶ τὸν Ἀβαρῖνον.
Την ίδια ημέρα έφυγε και ο δεσπότης κυρ Θωμάς με κάποια πλοιάρια που είχε ετοιμάσει εκ των προτέρων. Πήγε στο ονομαζόμενο Πόρτο Λόνγκο, για να περιμένει την ευκαιρία να αποπλεύσει από εκεί για την Κέρκυρα. Αυτό συνέβη και στις 28 Ιουλίου [1460] έφτασε στους Κορφούς, όπως λέγεται σήμερα η Κέρκυρα.
Καθ’ ἣν ἡμέραν καὶ ὁ δεσπότης κὺρ Θωμᾶς ἐξῆλθε, προητοίμασε γὰρ τινα πλοιάρια· καὶ ἦλθεν ἐν τῳ Πόρτῳ Λόγγῳ ὀνομαζομένῳ, ἵνα ἀπ’ ἐκεῖσε καιροῦ λαβόμενος εἰς τὴν Κέρκυραν ἀπέλθῃ, ὃ δὴ καὶ γέγονε. Καὶ τῇ κη’ τοῦ Ἰουλίου μηνὸς ἀπεσώθη ἐκεῖσε, ἤγουν τοὺς Κορφούς, ὡς νῦν ὀνομάζεται ἡ Κέρκυρα.»
Πρβλ. Ψευδο-Σφραντζή, IV, 19, CSHB, Βόννη, σελ. 407-8, επιμ. Grecu, σελ. 546:
«…ὁ δὲ ἀμηρᾶς παρέλαβεν αὐτὰ, ἀλλὰ δὴ καὶ τὴν Καρύταιναν, παρὰ τοῦ Σγουρομάλλη Παλαιολόγου καὶ γυναικαδελφοῦ τοῦ μεγάλου Λουκάνη, ὅς προαπέθανεν εἰς ἀπόπατον διαβιβάσας τὴν ψυχὴν, ὥς ποτε ὁ Ἄρειος ἔπαθεν, ἅμ’ έγκάτοις, καὶ περάσας κατῆλθεν εἰς τὰ περὶ τὴν Ἀνδροῦσαν καὶ Ἰθώμην. καὶ λαβὼν αὐτὴν καὶ τὰ περὶ αὐτὴν πάντα ἀπῆλθε θεάσασθαι καὶ τὴν Κορώνην, εἶτ’ ἐκεῖθεν διέβη καὶ εἶδε τὴν Μοθώνην, εἶτα τὴν Πύλον τὴν καὶ Ἀβαρῖνον.
καθ’ ἥν ἡμέραν καὶ ὁ δεσπότης κὺρ Θωμᾶς ἐξῆλθε τῆς Πελοποννήσου˙ προητοίμασε γὰρ τινα πλοιάρια, καὶ ἐλθὼν ἐν τῷ λιμένι τῷ παρ’ Ἰταλοῖς καλουμένῳ Πόρτῳ λόγγῳ, ἵνα ἐκεῖθεν εὐπλώϊμον καιρὸν εὑρὼν εἰς Κέρκυραν ἀπέλθῃ. ὅ δὴ γέγονε, καὶ τῇ κη’ τοῦ Ἰουλίου μηνὸς ἀπεσώθη εἰς Κέρκυραν.»
Χαλκοκονδύλης, βιβλίο ix, CSHB, Βόννη, σελ. 475, επιμ. Darkò, 11-2, 230:
Όταν η υπόλοιπη Πελοπόννησος έμαθε τι είχε κάνει ο σουλτάνος, οι άνθρωποι τρόμαξαν και πέρασαν στο πλευρό του, στέλνοντας πρέσβεις στον σουλτάνο. Μεταξύ αυτών ήσαν το Σαλβάρι και η Κυπαρισσία, το λιμάνι τής εκεί περιοχής, που βρίσκεται κοντά στην Πύλο, μια πόλη σε πολύ ασφαλή θέση. Ο σουλτάνος τούς δέχτηκε και έθεσε υπό φρούρηση όλους τούς άνδρες και τις γυναίκες των δύο πόλεων, ένα πλήθος δέκα περίπου χιλιάδων, και σκόπευε να τούς σκοτώσει. Αργότερα όμως τούς έστειλε στα εδάφη τού Βυζαντίου, να εγκατασταθούν στα προάστειά του.
«…ταῦτα γενόμενα ὑπὸ βασιλέως ὡς ἐπυνθάνετο καὶ τὰ λοιπὰ τῆς Πελοποννήσου, αὐτίκα προσεχώρησεν ὑπὸ δέους, πρέσβεις πέμποντα ὡς βασιλέα, ἄλλα τε καὶ Σαλβάριον καὶ Ἀρκαδία, ἐπίνειον τῆς ταύτῃ χώρας, πρὸς τῇ Πύλῳ ᾠκημένη, πόλις ἐχυρωτάτη. τούτους μὲν ὡς παρέλαβε βασιλεύς, τοῖν πολέοιν τοὺς ἄνδρας τε καὶ γυναῖκας, ἐς φυλακὴν ἐποιήσατο σύμπαντας, ἐς μυρίους μάλιστα συναθροισθέντας, καὶ ὥρμητο μὲν ὡς ἀποκτενῶν, μετὰ δὲ ἔπεμπεν ἐς τὴν Βυζαντίου χώραν ἐς τὰ προάστεια ὡς οἰκήσοντας.»
- [←94]
-
Σύμφωνα με τον Σφραντζή, ο Θωμάς πήγε στο Ναυαρίνο από την Kαλαμάτα [Χρονικόν, PG 156, 1070B, επιμ. Grecu, σελ. 120]:
Όταν συνέβαιναν εκεί αυτά τα γεγονότα, ή μάλλον όταν συνέβησαν, ο δεσπότης κυρ Θωμάς έφυγε από την Καλαμάτα και περνώντας από τις περιοχές γύρω από την Κόσμαινα και το Πεταλίδι, ήρθε και μπήκε στο Ναβαρίνο και από εκεί στο Μαράθι. Νωρίτερα, η σύζυγός του είχε φύγει από την Αρκαδία [Κυπαρισσία], συνοδευόμενη από τα παιδιά της και τούς άρχοντες που βρίσκονταν σε εκείνο το μέρος.
«Τούτων οὖν ἐκεῖσε γενομένων, ἢ μᾶλλον γινομένων, ὁ δεσπότης κὺρ Θωμᾶς, ἀφεὶς τὴν Καλομμάταν καὶ περάσας εἰς τὰ περὶ τὴν Κόσμεναν καὶ τὸ Πεταλίδι, ἦλθε καὶ ἐσέβη εἰς τὸν Ἀβαρῖνον κἀκεῖθεν εἰς τὸ Μαράθι, προγενέστερον τῆς βασιλίσσης καταλειψάσης τὴν Ἀρκαδίαν κἀκεῖσε ἀπελθούσης μετὰ καὶ τῶν παίδων αὐτῆς καὶ τῶν εὑρισκομένων ἐκεῖσε εἰς τὴν Ἀρκαδίαν ἀρχόντων.»
Πρβλ. Ψευδο-Σφραντζή, IV, 19, επιμ. CSHB, Βόννη, σελ. 407, γραμμές 16-18, επιμ. Grecu, σελ. 546, γραμμές 9-11:
«τούτων οὖν ἐκεῖσε γινομένων ὁ δεσπότης κὺρ Θωμᾶς ἀφεὶς τὴν Καλαμάταν καὶ περάσας εἰς τὰ περὶ τὴν Κόσμαιναν καὶ τὸ Πεταλίδι, εἰσελθὼν εἰς τὸν Ἀβαρῖνον κἀκεῖθεν εἰς τὸ Μαράθιν, προγενέστερον τῆς βασιλίσσης καταλειψάσης τὴν Ἀρκαδίαν καὶ κἀκεῖσε ἀπελθούσης μετὰ τῶν παίδων αὐτῆς καὶ τῶν εὑρισκομένων ἐν τῇ Ἀρκαδίᾳ ἀρχόντων.»
Οι Wm. Miller, Latins in the Levant (1908), σελ. 449 και Babinger, Maometto (1957), σελ. 267 αναφέρουν και οι δύο ότι ο Θωμάς πήγε στο Ναυαρίνο από τη Μαντινεία, την οποία ο Χαλκοκονδύλης λέει ότι ο Θωμάς είχε αποτύχει να καταλάβει [βλέπε πιο πάνω, σημείωση 74]. Ο Θωμάς είχε βρει καταφύγιο στη Μαντινεία κατά τη διάρκεια τής τουρκικής εισβολής τού 1458.
- [←95]
-
Χαλκοκονδύλης, βιβλίο ix, CSHB, Βόννη, σελ. 444, 477-78, επιμ. Darkò, II-2, σελ. 203-4, 231-33:
Στο μεταξύ ο σουλτάνος έφτασε στη Φλιούντα και πολιόρκησε την πόλη τής Ταρσού. Αλλά ο Δόξας, ο αρχηγός των Αλβανών τής Φλιούντας, πήρε τούς άνδρες που βρίσκονταν υπό τις διαταγές του και τούς άνδρες τής Φλιούντας και τούς εγκατέστησε σε ισχυρά οχυρωμένη τοποθεσία, όπου ετοιμαζόταν να αμυνθεί. Ο σουλτάνος πήρε την Ταρσό, η οποία παραδόθηκε υπό όρους. Πήρε τριακόσια παιδιά και διόρισε έναν άρχοντα πάνω στους κατοίκους τής πόλης. Στη συνέχεια προχώρησε στην ενδοχώρα. Κατά τη διάρκεια τής πορείας του στράφηκε εναντίον αυτού τού φρούριου, που βρίσκεται πάνω σε ψηλό και απρόσιτο βουνό, όπου πολλοί από τούς Έλληνες και τούς Αλβανούς είχαν συγκεντρωθεί και ετοιμάζονταν να πολιορκηθούν. Το φρούριο δεν είχε άφθονο νερό, εκτός από μια παροχή έξω από αυτό, από όπου ανέμεναν να υδρεύονται, με την παραδοχή ότι δεν θα καταλαμβανόταν από τον εχθρό, καθώς η ίδια η τοποθεσία θα εξασφάλιζε ουσιαστικά τη δική της άμυνα. Όμως ο σουλτάνος έκανε έφοδο με τούς γενίτσαρους και πήρε τον έλεγχο τής παροχής νερού. Στη συνέχεια πολιόρκησε την πόλη. Λέγεται ότι οι άνθρωποί της σκότωναν τα δικά τους υποζύγια για να αναμίξουν το αίμα τους με κριθάρι και να ψήσουν το ψωμί τους με αυτόν τον τρόπο. Αλλά καθώς πιέζονταν από τη δίψα και δεν είχαν άλλες λύσεις, αποφάσισαν να παραδοθούν υπό όρους και έστειλαν πρέσβεις για τον σκοπό αυτό. Όμως οι κάτοικοι τής πόλης παραμέλησαν την υπεράσπιση τού τόπου επειδή είχαν στείλει πρέσβεις και οι γενίτσαροι προέτρεπαν ο ένας τον άλλον να τής επιτεθούν. Ξεχύθηκαν στην πόλη, την κατέλαβαν και καθώς την είχαν καταλάβει με τη βία, την υποδούλωσαν.
«βασιλεὺς μὲν οὖν ἐς Φλιοῦντα ἀφικόμενος Ταρσόν τε τὴν πολίχνην ἐπολιόρκει· Δοξίης δὲ ὁ τῆς Φλιοῦντος τῶν Ἀλβανῶν προεστὼς, τούς τε ὑπ’ αὐτῷ ὄντας καὶ τοὺς τῆς Φλιοῦντος ἄνδρας εἰσενεγκάμενος ἔς τι ἐρυμνὸν ἐς τὰ μάλιστα χωρίον, παρεσκευάζετο ὡς ἀμυνούμενος. τὸν γάρ τοι Ταρσὸν ὁ βασιλεὺς παρεστήσατο ὁμολογίᾳ, καὶ παῖδας λαβὼν ὡς τριακοσίους καὶ ἄρχοντα ἐπιστήσας τοῖς ἐν τῇ πόλει προῄει διὰ τῆς μεσογαίου. πορευόμενος δὲ τρέπεται ἐπὶ τὴν πόλιν, ἣ κεῖται ἐπὶ ὄρους ὑψηλοῦ τε καὶ ἐρυμνοῦ, ἐς ἣν πολλοί τε τῶν Ἑλλήνων ἅμα καὶ Ἀλβανῶν συλλεγόμενοι παρεσκευάζοντο ὡς πολιορκησόμενοι. καὶ ὕδατι μὲν οὐκ ἐχρῆτο ἀφθόνῳ ἡ πόλις, ὅτι μὴ ἐκτὸς τῆς πόλεως, ἀφ’ οὗ ὑδρεύεσθαι ᾤοντο καὶ μὴ ἀφαιρεθήσεσθαι ὑπὸ τῶν πολεμίων, συμβαλλομένου τοῦ χωρίου ἐς τὸ ἀμύνασθαι ἰσχυρότατα ἐντεῦθεν. ὁ μὲν οὖν βασιλεὺς ἀπελάσας σὺν τοῖς νεήλυσι τοῦ τε ὕδατος ἐπεκράτησε, καὶ ἐξεπολιόρκει τὴν πόλιν. λέγεται δὲ ἐνταῦθα τοὺς ἐν τῇ πόλει κτείνοντας τὰ ὑποζύγια τῷ αἵματι φύρειν τε τὰ ἄλφιτα καὶ ἕψειν τὸν ἄρτον. ὡς δὲ δίψει συσχεθέντες ἐν ἀπόρῳ ἐγίγνοντο, ἐτράποντο μὲν ἐπὶ ὁμολογίαν καὶ πρέσβεις ἔπεμπον ἐπὶ ὁμολογίᾳ. ἐνταῦθα ὀλιγωρούντων τῶν ἐν τῇ πόλει περὶ τῶν φυλακῶν τῆς πόλεως διὰ τοὺς πρέσβεις, κελεύοντες οἱ νεήλυδες εἰσέπεσον καὶ εἰσεχέοντο ἐς τὴν πόλιν καὶ κατέσχον καὶ τήν τε πόλιν κατὰ κράτος ἐξελόντες ἐξηνδραποδίσαντο.»
Σφραντζής, Χρονικόν, PG 156, 1070D-1071A, επιμ. Grecu. σελ. 122:
Στη συνέχεια ο σουλτάνος κατέλαβε την Αρκαδία [Κυπαρισσία] και από εκεί προχώρησε προς τα κάτω [δυτικά] μέρη τού Μοριά, όπου κατέλαβε όλες τις περιοχές, στις οποίες συμπεριλαμβάνονταν το ισχυρά οχυρωμένο Χλεμούτσι και το Σανταμέρι, αφού οι άρχοντες [μπεηλερμπέηδες] στους οποίους ανήκαν τα είχαν παρατήσει έρημα και είχαν επίσης φύγει για την Κέρκυρα. Ο σουλτάνος έφτασε στη συνέχεια στην Πάτρα και παρέμεινε εκεί για λίγο.
«Τοῦ δὲ ἀμηρᾶ λαβόντος τὴν Ἀρκαδίαν καὶ ἀπ’ ἐκεῖσε διερχομένου εἰς τὰ κάτω μέρη τοῦ Μορέως καὶ λαμβάνοντος πάντα τὰ ἐκεῖσε, ἀλλὰ δὴ καὶ τὸ ἰσχυρότατον Χλουμοῦτζι καὶ Σανταμέρι τῶν μπεϊλαρμπεΐδων ὁποῦ εἶχον αὐτά, ταῦτα ἀφέντων κούφων καὶ ἀπελθόντων καὶ αὐτῶν εἰς Κορφούς, ἦλθε μέχρι καὶ τῆς Πάτρας κἀκεῖσε προσέμεινε.
Στη συνέχεια [ο σουλτάνος] πήρε τα Καλάβρυτα από τον άρχοντά τους τον Δόξα, που δεν ήταν πιστός ούτε στον σουλτάνο ούτε στους δεσπότες, αλλά ούτε στον Θεό, όπως πιστεύω. Αυτός [ο σουλτάνος] τον τιμώρησε δίκαια: τον έγδαρε ζωντανό. Από όλους τούς δικούς του, μερικούς αποκεφάλισαν και όλους τούς άλλους τούς πήραν αιχμάλωτους.
Καὶ τὰ Καλάβρυτα λαβόντος παρὰ τοῦ οὐτ’ εἰς δεσπότας, οὐτ’ εἰς ἀμηρᾶν πιστοῦ Δόξα, ἀλλ’ οὐδ’ εἰς θεὸν νομίζω, αὐτὸς μὲν ἔδωκεν δίκην ἀξίαν ἐκδαρείς, οἱ δ’ αὐτοῦ πάντες, οἱ μὲν ἀπετμήθησαν τὰς κεφαλάς, οἱ δὲ αἰχμάλωτοι ἀπήχθησαν.»
Πρβλ. Ψευδο-Σφραντζή, IV, 19, CSHB, Βόννη, σελ. 409, επιμ. Grecu, σελ. 548:
«τοῦ δ’ ἀμηρᾶ λαβόντος τὴν Ἀρκαδίαν, κἀκεῖθεν διερχομένου εἰς τὰ κάτω μέρη τῆς Πελοποννήσου καὶ λαβόντος πάντα τὰ ἐκεῖσε, ἀλλὰ δὴ καὶ τὸ ἰσχυρότατον Χλομούτζην καὶ τὸ Σανταμαρίν, ἅ ἐκἐκτηντό τινες τὸ ἐπίκλην μπεγλερμπεΐδες, καὶ αὐτοὶ φοβούμενοι εἴασαν πάντα κωφὰ, καὶ ἀπῆλθον καὶ αὐτοὶ εἰς Κέρκυραν. ὁ δὲ ἦλθε μέχρι καὶ Πάτρας κἀκεῖσε προσέμεινε.
καὶ τὰ Καλάβρυτα λαβὼν, ἔνθα ὁ ἡγεμονεύων οὔτε τοῖς δεσπόταις οὔτε τῷ ἀμηρᾷ ἐφύλαττε πίστιν, ἀλλ’ ουδ’ εἰς θεὸν, ὡς νομίζω, αὐτὸς μὲν ὁ ἀμηρᾶς ἔδωκε δίκην ἀξίαν αὐτῷ˙ ἐλέπισε γὰρ αὐτὸν, οἱ δ’ αὐτοῦ πάντες οἱ μὲν ἀπετμήθησαν τὰς κεφαλὰς οἱ δὲ αἰχμάλωτοι ἀπήχθησαν.
τὸ δὲ ἄστυ ὁ ἀμηρᾶς καλῶς ἀσφαλισάμενος καὶ παντὶ τόπῳ ἀφεὶς στρατιώτας, ἐγερθεὶς ἀπὸ τῆς Πάτρας διέβη εἰς τὰ περὶ τὸ Σαλμενικὸν καὶ Λίστραιναν καὶ Βοστίτζαν˙ καὶ τὴν μὲν Βοστίτζαν καὶ Λίστραιναν ἔλαβε, τὸ δὲ Σαλμενικὸν ἐκράτησε μέχρι τινὸς τις Παλαιολόγος λεγόμενος τὸ ἐπίκλην Γραίτζας.»
- [←96]
-
Χαλκοκονδύλης, βιβλίο ix, CSHB, Βόννη, σελ. 477-79, 481, επιμ. Darkò, II-2, 231-34, 235:
Στο μεταξύ στον Ζαγανός, τον ύπαρχο τής Πελοποννήσου, είχε ανατεθεί η κατάκτηση τής Αχαΐας, τού μεγαλύτερου μέρους τής Ήλιδας και των εκεί εσωτερικών περιοχών. Παίρνοντας τον στρατό τής Θεσσαλίας και τούς ιππείς-επιδρομείς τού σουλτάνου υπέταξε την πόλη των Καλαβρύτων. Στην πραγματικότητα τού παραδόθηκε από τον άρχοντά της, τον Δόξα, τον πιο διακεκριμένο ηγεμόνα των Αλβανών. Αυτός και οι οπαδοί του υποτάχθηκαν και παρέδωσαν την πόλη στον Ζαγανός. Αργότερα, με εντολή τού σουλτάνου, ο Ζαγανός τούς σκότωσε όλους. Προχώρησε στην οχυρωμένη πόλη Γρεβενό και τής επιτέθηκε, αλλά απωθήθηκε λόγω τής τραχύτητας τού εδάφους.
«Ζάγανος δὲ ὁ τῆς Πελοποννήσου ὕπαρχος, ὡς τήν τε Ἀχαΐαν ἐπετέτραπτο καταστρέφεσθαι καὶ Ἤλιδος τὴν πλείονα χώραν καὶ τὴν ταύτῃ μεσόγαιον, παραλαβὼν τὸ Θετταλίας στράτευμα καὶ ἱπποδρόμους τοῦ βασιλέως, τήν τε Καλαβρίτων πόλιν ὑπηγάγετο, παραδόντος Δοξίεω ἄρχοντος, τῶν ἐν τοῖς Ἀλβανοῖς ἐπιφανῶν τὰ πρῶτα φερομένου. καὶ αὐτὸς μὲν αὐτίκα προσεχώρησαν καὶ οἱ προσήκοντες, τῷ Ζαγάνῳ παραδόντες τὴν πόλιν· οὓς ξύμπαντας τούτους ὕστερον βασιλέως ἐπιτάξαντος διεχρήσατο. ἐλαύνων δὲ ἐπὶ Γρεβενὸν ὀχυρὰν πόλιν, ταύτην μὲν προσέβαλλέ τε, καὶ ἐξεκρούσθη τῇ χαλεπότητι τοῦ χωρίου.
Ο Ζαγανός έκανε προσπάθειες και σε άλλα μέρη, συμπεριλαμβανομένης τής πόλης Σανταμέριον, όπου οι περισσότεροι από τούς πλούσιους κατοίκους εκείνης τής περιοχής είχαν καταθέσει τον πλούτο τους και τα υπόλοιπα αγαθά τους, προκειμένου να τα σώσουν μετακομίζοντας εκεί. Ξεκίνησαν διαπραγματεύσεις με τον Ζαγανός για να καταλήξουν σε συμφωνία, έκαναν συνθήκη και παρέδωσαν το φρούριο. Όταν όμως το παρέλαβε, έγινε φανερό ότι τούς είχε εξαπατήσει, γιατί την επόμενη μέρα επέτρεψε στον στρατό του να υποδουλώσει όλους όσοι είχαν παραμείνει στη θέση τους στην πόλη και σκότωσε πολλούς εκεί. Όταν αυτό αναφέρθηκε στις άλλες πόλεις, δηλαδή ότι δεν υπήρχε τίποτε σταθερό στις σχέσεις τους με τον σουλτάνο, έσπευσαν όλοι να υπερασπιστούν τις δικές τους πόλεις και καμία από τις πόλεις δεν ήθελε πια να υποταχθεί. Λίγο μετά ο Ζαγανός, ο οποίος διέπραξε αυτά τα δυσάρεστα στο Σανταμέριον, έπεσε σε δυσμἐνεια και έχασε την εξουσία του.
ἀπόπειραν δὲ ποιούμενος τῶν ἄλλων χωρίων, Σανταμέριον πόλιν, ἐς ἣν ὡς πλεῖστοι τῶν ταύτῃ περιοίκων ὄλβιοι κατέθεντο τὸν πλοῦτον καὶ τὴν ἄλλην εὐδαιμονίαν, ὡς αὐτὸν ἐνταῦθα ἀφικόμενοι διεσώζοντο, προσφέροντες λόγους τῷ Ζαγάνῳ περὶ ξυμβιβάσεως, σπονδάς τε ἐποιοῦντο καὶ τὴν ἀκρόπολιν παρεδίδοσαν. ταύτην δὲ ὡς παρέλαβε, δόλῳ ἐξαπατήσας, τῇ ὑστεραίᾳ μενόντων τῶν ἐν τῇ πόλει κατὰ χώραν ἐπαφεὶς τὸν στρατὸν ἠνδραποδίσατο, καὶ πολλοὺς αὐτοῦ ταύτῃ διέφθειρε. ταῦτα ὡς ἠγγέλλετο καὶ ἐς τὰς ἄλλας πόλεις, ὡς οὐδὲν σφίσιν ἔτι ἔμπεδον εἴη τῶν πρὸς βασιλέα πραγμάτων, ὥρμηντο ἀμύνεσθαι ὡς ἕκαστοι ἐν ταῖς ἑαυτῶν πόλεσι, καὶ οὐδὲν ἔτι τῶν πολισμάτων ἤθελε προσχωρεῖν. καὶ ὁ μὲν Ζάγανος οὕτω πράξας τὰ μὲν τοῦ Σανταμερίου ἐδυστύχησεν οὐ πολλῷ ὕστερον καὶ ἀπέβαλε τὴν ἀρχήν.
Ο σουλτάνος έφτασε στην Πύλο από την Κορώνη και στρατοπέδευσε εκεί, όπου βρισκόταν και ο Θωμάς πάνω στο πλοίο του. Είχε επιβιβαστεί σε αυτό και περίμενε εκεί για να δει πώς θα εξελίσσονταν τα πράγματα στην Πελοπόννησο. Πλοία των Ενετών έπλευσαν σε αυτόν και τον διέταξαν να φύγει από εκεί και να μην αντισταθεί στον σουλτάνο μέσα από το δικό τους λιμάνι. Καθώς ο σουλτάνος είχε στρατοπεδεύσει εκεί, ο Θωμάς έφυγε και προχώρησε στα ανοιχτά. Οι Ενετοί πρέσβεις ήρθαν ενώπιον τού σουλτάνου, επιβεβαίωσαν τη μεταξύ τους συνθήκη και τη συμμαχία τούς και διακήρυξαν την καλή τους διάθεση απέναντι στον σουλτάνο. Όμως οι ιππείς-επιδρομείς έκαναν επιδρομές εναντίον τής Πύλου και συνέλαβαν και σκότωσαν πολλούς από τούς Αλβανούς που ζούσαν στην περιοχή. Όταν ο σουλτάνος ίππευσε στη Μεθώνη για να τη δει, μερικοί από τούς κατοίκους της βγήκαν σαν να υπήρχε συνθήκη, ενώ μερικοί από αυτούς σκοτώθηκαν από τούς άνδρες τού σουλτάνου.
βασιλεὺς μὲν δὴ ἀπὸ Κορώνης ἐς Πύλον ἀφικόμενος ἐνταῦθα ἐστρατοπεδεύετο, ᾗπερ καὶ ὁ Θωμᾶς σὺν τῇ νηΐ· ἐς ἣν ἐμβὰς καὶ ἀναγόμενος ἐκαραδόκει, ᾗ χωρήσει τὰ Πελοποννήσου πράγματα. τούτῳ μὲν ἐπιπλέουσαι νῆες τῶν Οὐενετῶν προηγόρευον ἐντεῦθεν ἀπαλλάττεσθαι, μηδὲ ἐναντίον βασιλέως ἀνέχειν ἐπὶ τοῦ σφετέρου λιμένος. οὗτος μέν, ὡς βασιλεὺς ἐστρατοπεδεύετο, ἀπηλλάττετο ἀναγόμενος ἐς τὸ πέλαγος· οἱ δὲ Οὐενετῶν πρέσβεις ἀφικόμενοι ἐνταῦθα παρὰ βασιλέα τάς τε σπονδὰς ἐπεκύρουν σφίσι καὶ τὴν ξενίαν τε καὶ εὔνοιαν ἐνεδείκνυντο βασιλεῖ. οἱ μὲν οὖν ἱπποδρόμοι ὅμως ἐς τὴν Πύλον ἐπιδραμόντες τινὰς οὐκ ὀλίγους ἐνταῦθα τῶν ταύτῃ Ἀλβανῶν τῶν περιοίκων ἑλόντες διέφθειρον. ἐλάσαντος δὲ ἵππῳ τοῦ βασιλέως ἐπὶ Μεθώνην καὶ θεασαμένου, τινὲς τῶν τῆς πόλεως ἐπεξῆλθον ὡς ἐπὶ σπονδαῖς, καί τινες αὐτῶν διεφθάρησαν ὑπὸ τῶν βασιλέως.
Ο σουλτάνος ετοιμάστηκε να φύγει από την Πύλο και διέταξε τον ηγεμόνα των Ελλήνων να ακολουθήσει τον δρόμο από την ενδοχώρα και να πάει κατευθείαν στην Βοιωτία, όπως είπα νωρίτερα. Ο ίδιος ο Μεχμέτ έφτασε στην Αχαΐα και παρέλαβε τα εκεί χωριά, τα οποία παραδόθηκαν από τούς άρχοντές τους. Έμεινε στην Αχαΐα έχοντας μαζί του και τον Ασάνη, τον αδελφό τής γυναίκας τού ηγεμόνα. Αλλά όταν έφτασε εκεί και έμαθε τι είχε συμβεί στο Σανταμέριον, θύμωσε με τον Ζαγανός και απογοητεύτηκε, επειδή, λόγω τής δικής του παράβασης εναντίον των Ελλήνων, δύσκολα θα υποτάσσονταν σε αυτόν οι υπόλοιπες πόλεις. Διακήρυξε σε ολόκληρο το στρατόπεδο να απελευθερωθούν οι σκλάβοι που είχαν συλληφθεί στο Σανταμέριον. Όσοι υπήρχαν εκεί απελευθερώθηκαν και οι περισσότεροι κατάφεραν να περάσουν στην Αιτωλία από την Αχαΐα. Ο Ζαγανός πέρασε τούς περισσότερους απέναντι κατά την επιστροφή του στην πατρίδα του.
βασιλεὺς δὲ ἀπὸ Πύλου συσκευασάμενος τὸν μέντοι Ἑλλήνων ἡγεμόνα ἐκέλευε τὴν μεσόγαιον ὑπάγοντα εὐθὺ Βοιωτίας ἐλαύνειν, ὡς πρότερόν μοι δεδήλωται· αὐτὸς δὲ ἐπὶ Ἀχαΐδος γενόμενος, καὶ τὰ ταύτῃ χωρία παραλαβὼν παραδόντων τῶν ἀρχόντων, παρεγένετο ἐς Ἀχαΐαν, περιάγων καὶ Ἀσάνην τὸν τοῦ ἡγεμόνος γυναικὸς ἀδελφόν. ἐνταῦθα δὲ ἀφικόμενος, ὡς ἐπύθετο τὰ περὶ Σανταμέριον γενόμενα, ἐχαλέπαινε τῷ Ζαγάνῳ καὶ ἤχθετο, ὅτι διὰ τὴν ἐκείνου παράβασιν ἐς τοὺς Ἕλληνας χαλεπῶς ἂν αὐτῷ προσχωρήσειε τὰ λοιπὰ τῶν πολισμάτων. κήρυγμα δὲ ἐποιεῖτο ἀνὰ τὸ στρατόπεδον, ὥστε ἀφιέναι τὰ ἀπὸ Σανταμερίου ἀνδράποδα. ἐνταῦθα, ὅσα ἦν, ἠλευθεροῦντο, τὰ μέντοι πλείω ἔφθησαν διαβάντα ἐς τὴν Αἰτωλίαν ἀπὸ τῆς Ἀχαΐας· Ζάγανος δὲ τὰ πλείω διεβίβασεν ἀπαγόμενος οἴκαδε.
Στέλνοντας τον Ισά, τον ύπαρχο των Σκοπίων, ο Μεχμέτ υπέταξε την πόλη Γρεβενό και στη συνέχεια υποδούλωσε το ένα τρίτο των κατοίκων της. Διάλεξε από την πόλη όσους θα ήσαν καλοί για σκλάβοι και τούς πήρε για τον εαυτό του. Νωρίτερα, ο άρχοντας τής πόλης τής Πάτρας, ο Ισάκ-Αλή όπως ονομαζόταν, είχε καταλάβει μερικές από τις πόλεις στην περιοχή. Γιατί όταν οι Έλληνες κατάλαβαν ότι ο σουλτάνος είχε κατακτήσει τις περιοχές τής ενδοχώρας και είχε σκοτώσει όσο περισσότερους άνδρες των πόλεων μπορούσε, καθένας από αυτούς ήθελε να σπεύσει και να παραδοθεί πριν φτάσει ο σουλτάνος και τούς συλλάβει, υποδουλώνοντας μερικούς και σφάζοντας τούς υπόλοιπους. Έτσι, οι Τούρκοι παραλάμβαναν τις πόλεις αλλά χωρίς την προίκα τους, θα μπορούσαμε να πούμε, διάλεγαν τούς καλύτερους σκλάβους από τις πόλεις και τούς έπαιρναν μαζί τους. Υποδούλωναν τις μικρές πόλεις συνολικά, αλλά όταν καταλάμβαναν τις μεγαλύτερες, διάλεγαν για τούς εαυτούς τους τους κορυφαίους ανθρώπους ανάμεσά τους. Σαν τούς λύκους που επιτίθενται σε ανυπεράσπιστα κοπάδια προβάτων, ποτέ δεν χόρταιναν με τούς φόνους τους. Οι άνθρωποι εκεί υπέφεραν οδυνηρά στα χέρια αυτών των άγριων λύκων και έτσι η Πελοπόννησος χάθηκε φρικτά, καταστρεφόμενη από τούς άνδρες τού σουλτάνου, με ανθρώπους να πεθαίνουν παντού με τρομακτικούς τρόπους.
Τὴν μὲν οὖν Γρεβενοῦ πόλιν πέμψας Ἰησοῦν τῶν Σκοπίων ὕπαρχον παρεστήσατο· καὶ τούτων τὴν τρίτην μοῖραν ἀνδραποδισάμενος, καὶ ἐπιλεξάμενος εἴ τι καλὸν ἦν ἀνδράποδον ἐν τῇ πόλει, ἀφαιρεῖτο. καὶ πρότερον μὲν ὁ τῆς Πατρῶν πόλεως ἄρχων Ἰσακάλης τοὔνομα παρεστήσατο ἔνια τῶν περιοίκων αὐτοῦ πολισμάτων. οἱ γὰρ Ἕλληνες ὡς ᾔσθοντο βασιλέα καταστρεψάμενον τὴν μεσόγαιον καὶ διαφθείραντα ἄνδρας ὡς πλείστους τῶν πόλεων, ὥρμηντο μὲν αὐτός τις ἕκαστος φθῆναι βουλόμενος παραδοῦναι σφᾶς, πρὶν ἢ ἀφικόμενον τὸν βασιλέα ἐξελεῖν σφᾶς, τὰ μὲν ἀνδραποδισάμενον, τὰ δὲ καὶ ἐπισφάξαντα. οἱ δὲ Τοῦρκοι παρελάμβανον μὲν τὰς πόλεις, ἀπροίκους μὲν οὖν, ἐπιλεγόμενοι δὲ τὰ κάλλιστα τῶν πόλεων ἀνδράποδα ἀφῃροῦντο. καὶ τὰ μὲν αὐτοὶ ἠνδραποδίζοντο, τὰ μικρὰ τῶν πολισμάτων, τὰ δὲ μεγάλα παρελάμβανον, ἐπιλεγόμενοι τὰ κάλλιστα τῶν πόλεων σφίσιν. ὡς δὲ λύκοι ἐπὶ πρόβατα νομέων ἔρημα ἐσβαλόντες αὐταρκῶς οὐδέποτε κορέννυνται τοῦ φόνου, ἐλεεινῶς δὲ πάσχουσιν ἀπὸ τῶν θηρίων τούτων τῶν λύκων, οὕτω δὴ καὶ ἡ Πελοπόννησος ἐν τῷ τοιῷδε κάκιστα ἀπώλλυτο, διαφθειρομένη ὑπὸ τῶν βασιλέως ἀνδρῶν, οἰκτρότατα ἄλλων ἄλλῃ ἀπολλυμένων.
- [←97]
-
Κριτόβουλος, III, 24, 4, επιμ. Müller, FHG, V-l, σελ. 135b, επιμ. Grecu, σελ. 265:
Κι εκείνος, φεύγοντας από εκεί με την προσωπική του σωματοφυλακή (γιατί είχε απολύσει ολόκληρο τον στρατό του), ταξίδεψε και έφτασε στην Αδριανούπολη στα μέσα φθινοπώρου και σταμάτησε εκεί. Όχι πολλές ημέρες αργότερα έφτασε και ο δεσπότης Δημήτριος. Ο σουλτάνος έσπευσε αμέσως να φροντίσει για την εξυπηρέτηση και την αποκατάσταση αυτού τού άνδρα. Κάλεσε αμέσως τον Μαχμούτ και τον Ισάκ, και ύστερα από συνεννόηση με αυτούς παραχώρησε ως επαρχία στον δεσπότη, για να την κυβερνά και να έχει τα έσοδά της, τα νησιά Ίμβρο και Λήμνο στο Αιγαίο και τα υπόλοιπα τμήματα τής Θάσου και τής Σαμοθράκης (το μεγαλύτερο μέρος των κατοίκων αυτών των νησιών είχε ήδη μεταφερθεί στο Βυζάντιο). Τα ετήσια έσοδα αυτών των νησιών ανέρχονταν σε 300.000 ασημένια νομίσματα των νομισματοκοπείων τού σουλτάνου.
«αὐτὸς δὲ ἄρας ἐκεῖθεν ξὺν τῇ ἰδίᾳ αὐλῇ (τὴν γὰρ στρατιὰν διαφῆκε πᾶσαν) ἐπορεύετο, καὶ ἀφικνεῖται ἐς τὴν Ἀδριανοῦ, φθινοπώρου μεσοῦντος ἤδη, κἀκεῖ περιμένει. Μετ’ οὐ πολλὰς δὲ ἡμέρας παραγίνεται καὶ ὁ δεσπότης Δημήτριος. Βασιλεὺς δὲ προὔργου τοι ποιούμενος τὴν τούτου θεραπείαν τε καὶ διόρθωσιν, εὐθὺς μετακαλεῖται Μαχουμούτεα καὶ Ἰσάακον, καὶ κοινῇ ξυνδιασκεψάμενος δίδωσι σατραπείαν τῷ δεσπότῃ ἔς τε ἀρχὴν ἅμα καὶ πρόσοδον τὰς τε ἐν Αἰγαίῳ νήσους Ἴμβρον καὶ Λῆμνον καὶ τὰ καταλειφθέντα Θάσου καὶ Σαμοθράκης (προαπῳκίσθη γὰρ τὸ πλέον τούτων ἐς τὸ Βυζάντιον)· ἦν δὲ τῶν νήσων τούτων ξύμπας ὁ ἐτήσιος φόρος ἀργυρίου κέρμα νενομισμένον βασιλικὸν μυριάδες τριάκοντα».
Tο άσπρο (asper), μικρό ασημένιο νόμισμα βυζαντινής καταγωγής, ζύγιζε αρχικά περίπου ένα γραμμάριο (=15,4 grains). Αργότερα ονομάστηκε ακτσέ (akce) από τούς Τούρκους [σημ. μετ.: δεν ονομάστηκε, αλλά μεταφράστηκε, αφού ak στα τουρκικά σημαίνει άσπρο], οι οποίοι το έκοβαν ως βασική μονάδα τού οθωμανικού αυτοκρατορικού νομίσματος μέχρι την αντικατάστασή του κατά τον 17ο αιώνα από τον παρά (όταν πια το άσπρο δεν ζύγιζε περισσότερο από 0,13 γραμμάρια ασημιού). Στην αρχή δέκα άσπρα φαίνεται ότι είχαν περίπου την αξία ενός ενετικού δουκάτου, αλλά το περιεχόμενο τού άσπρου σε ασήμι μειωνόταν συνεχώς και έτσι η αγοραστική του δύναμη μειωνόταν επίμονα. Την εποχή τού Μωάμεθ Β΄ ένα δουκάτο άξιζε 40-50 άσπρα, ενώ κατά τον 16ο αιώνα άξιζε τελικά περίπου 80. Ένα άσπρο ήταν περίπου ένα τέταρτο δραμιού (dirham από την ελληνικό δραχμή), τής μονάδας ασημένιων νομισμάτων που χρησιμοποιούνταν στις Ανατολικές επαρχίες τού παλαιού Χαλιφάτου. Πρβλ. τα σημειώματα στο K. H. Schafer, Die Ausgaben d. Apostolischen Kammer unter Johann XXII., Πάντερμπορν, 1911, σελ. 89, 115 και βλέπε ειδικότερα Friedrich von Schrotter, Worterbuch der Munzkunde, Βερολίνο και Λειψία, 1930, σελ. 145-48. Τρία δράμια (dirhams) έκαναν ένα ντινάρ (dinar, από το λατινικό denarius αλλά βασισμένο στο βυζαντινό σόλιδο), που ήταν η αραβική μονάδα χρυσών νομισμάτων και ζύγιζε περίπου 4,25 γραμμάρια χρυσού (=65,45 grains). Δώδεκα άσπρα λοιπόν ισούνταν με ένα ντινάρ, όπου ο τελευταίος αυτός όρος δεν βρισκόταν πια σε χρήση μετά τις αρχές τού 15ου αιώνα, μολονότι τον επανέφεραν αργότερα ως όνομα τής βασικής μονάδας των σύγχρονων γιουγκοσλαβικών, ιρακινών και άλλων νομισμάτων. Πρβλ. το Worterbuch d. Munzkunde, σελ. 139-42. Συνολικά όμως στο οθωμανικό εμπόριο με τα ιταλικά κράτη οι νομισματικές αξίες συνήθως υπολογίζονταν σε όρους δουκάτων και φλουριών.
Για τα έσοδα τής Οθωμανικής αυτοκρατορίας και το νομισματικό τής σύστημα βλέπε Babinger, Maometto, σελ. 655-66, ενώ για τα διάφορα νομίσματα βλέπε κάτω από τα ονόματά τους την Encycl. of Islam, τον C. H. Philips, Handbook of Oriental History, Λονδίνο, 1951, το Worterbuch d. Munzkunde [λήμματα akce και asper και ιδιαίτερα dinar και dirham], Franz Babinger, «Zur Frage der osmanischen Goldpragung im 15. Jahrhundert unter Murad II. und Mehmed II.» και «Contraffazioni Οttomane dello zecchino Veneziano nel XV secolo», όπου και οι δύο μελέτες έχουν ανατυπωθεί στο βιβλίο τού ιδίου Aufsätze und Abhandlungen zur Geschichte Südosteuropas und der Levante, 2 τόμοι. Μόναχο, 1962-66, II, 110-26, Babinger, «Die Aufzeichnungen des Genuesen lacopo de Protnontorio-de Campis iiber den Osmanenstaat urn 1475» (για το στρατιωτικό προσωπικό, το σεράι, την αυλή και τα έσοδα τής Οθωμανικής αυτοκρατορίας το 1475) στο Sitzungsberichte der bayerische Akad. d. Wissen., Philos.-hist. Kl., 1956, Heft 8, σελ. 62-72 και Speros Vryonis, «Laonicus Chalcocondyles and the Οttoman Budget», International Journal of Middle East Studies, VII (1976), 423-32.
- [←98]
-
O Χαλκοκονδύλης, βιβλίο ix, CSHB, Βόννη, σελ. 483, επιμ. Darkò, 11-2, 237, αναφέρει ότι o Μωάμεθ έδωσε στον Δημήτριο την πόλη τής Αίνου και τα εισοδήματα από τις αλυκές της, καθώς και σύνταξη περίπου 600.000 άσπρων (ἐς ἑξήκοντα μυριάδας ἀργυρίου) από τον Πύλη:
Καθώς επέστρεφε στην πατρίδα, έστειλε κήρυκες να διατάξουν τον ηγεμόνα Δημήτριο να προηγηθεί με τη γυναίκα του, ενώ ο ίδιος έκανε το ταξίδι με την άνεσή του. Ανέθεσε την Αίνο σε εκείνον τον ηγεμόνα, μαζί με εισόδημα από τις αλυκές της και από την Πύλη, που ανερχόταν σε εξακόσιες χιλιάδες ασημένια νομίσματα.
«…κομιζόμενος μέντοι ἐπ’ οἴκου καὶ πέμπων κήρυκας ἐκέλευε τὸν ἡγεμόνα Δημήτριον ὑπάγειν πρόσθεν σὺν τῇ γυναικί, καὶ αὐτὸς σχολῇ ἐπορεύετο. τῷ μέντοι ἡγεμόνι ἐπέτρεψεν Αἶνον πόλιν καὶ πρόσοδον ἀπὸ τῆς αὐτοῦ ταύτῃ ἁλικῆς καὶ ἀπὸ τῶν θυρῶν, ἐς ἑξήκοντα μυριάδας ἀργυρίου.»
Πρβλ. στο ίδιο, CSHB, Βόννη, σελ. 494, επιμ. Darkò, II-2, 247:
Αν παραδώσεις αμέσως την πόλη στον σουλτάνο, τότε θα σού παραχωρήσει περιοχή, όπως χάρισε ευδαιμονία στον Δημήτριο, τον ηγεμόνα των Ελλήνων τής Πελοποννήσου, καθώς και νησιά και την ευημερούσα πόλη τής Αίνου, όπου ευημερεί παραμένοντας με ασφάλεια.
«…ἢν οὖν αὐτίκα τὴν πόλιν παραδῷς τῷ βασιλεῖ, καὶ χώραν μέν σοι παρέχεται, ὡς καὶ τῷ Ἑλλήνων ἡγεμόνι τῆς Πελοποννήσου Δημητρίῳ εὐδαιμονίαν τε ἐδωρήσατο καὶ νήσους καὶ Αἶνον πόλιν εὐδαίμονα, καὶ ἐν ἀσφαλεῖ ὢν κάθηται εὐδαιμονῶν.»
- [←99]
-
Κριτόβουλος, III, 23, 3, επιμ. Müller, FHG, V-l, σελ. 135a, επιμ. Grecu (1963), σελ. 263:
Έτσι ο σουλτάνος εξασφάλισε ολόκληρη την Πελοπόννησο, αφού ολοκλήρωσε μεγάλη και αξιοσημείωτη εκστρατεία σε πολύ σύντομο χρονικό διάστημα. Γιατί το καλοκαίρι δεν είχε περάσει τελείως όταν είχε καταλάβει όλα τα σημεία (ισχυρές πόλεις και καλά φυλαγμένα φρούρια και μικρές πόλεις), σχεδόν διακόσια πενήντα συνολικά. Αυτή η χώρα είναι από τις διάσημες και ένδοξες περιοχές τής προηγούμενης ιστορίας. Έχει επιδείξει πολλά εξαιρετικά επιτεύγματα στην εποχή της και έχει κατακτήσει λαμπρές νίκες τόσο από βαρβάρους όσο και για από Έλληνες. Ίδρυσε πολλές αποικίες και κυβέρνησε πολλές πόλεις και έθνη, τόσο στην Ασία όσο και στην Ευρώπη, ακόμη και στη Λιβύη, καθώς και σε πολύ μεγάλα νησιά. Έχει επιδείξει σε όλους άνδρες που είναι προικισμένοι με ευφυΐα, θάρρος, γενναιοδωρία και άλλες αρετές, εκτός από το ότι είναι υγιείς και ισχυροί στο σώμα, και πολύ ικανοί και τέλειοι από κάθε άποψη, άνδρες όπως καμία άλλη χώρα δεν έχει παράγει, εκτός από τούς Ρωμαίους. Έχει επίσης θέση ισχυρή και κατάλληλη από κάθε αποψη στον υψηλότερο βαθμό, είτε από στεριά είτε από τη θάλασσα.
«Καί οὕτω πᾶσαν τὴν τοῦ Πέλοπος χώραν ὁ βασιλεὺς ἐχειρώσατο, ἔργον μέγα δράσας καὶ θαυμαστὸν ἐν οὕτω βραχυτάτῳ καιρῷ· οὔπω γὰρ ἐξήκει τὸ θέρος ὅλον καὶ πᾶσα εἴχετο, πόλεις τε ὀχυραὶ καὶ φρούρια ἐρυμνὰ καὶ πολίχνια ἐγγὺς που διακόσια καὶ πεντήκοντα, χώρα τῶν ὀνομαστῶν ἄνωθεν καὶ ἐνδόξων, καὶ πλεῖστα καὶ κάλλιστα ἔργα καὶ μέγιστα δὴ ἐν τοῖς κατ’ αὐτὴν ἐπιδειξαμένη καιροῖς, καὶ τρόπαια λαμπρὰ ἀπὸ βαρβάρων τε καὶ Ἑλλήνων ἀναστήσασα, καὶ ἀποικίας πολλὰς ἀποικίσασα, ἄρξασά τε πολλῶν καὶ πόλεων καὶ γενῶν ἐν τε Ἀσίᾳ καὶ Εὐρώπῃ καὶ δὴ καὶ Λιβύῃ καὶ νήσων τῶν μεγίστων, ἄνδρας τε ἀποδείξασα πᾶσιν ἐπὶ τε φρονήσει καὶ ἀνδρείᾳ καὶ στρατηγίᾳ καὶ τῇ λοιπῇ ἀρετῇ καὶ δὴ καὶ εὐεξίᾳ καὶ ῥώμῃ σώματος κρατίστους τε καὶ τελεωτάτους δι’ ἁπάντων, καὶ οἵους οὐκ ἄλλη τῶν ἁπασῶν οὐδεμία πλὴν γε δὴ τῆς Ῥωμαίων, θέσεώς τε λαχοῦσα ἀρίστης τε καὶ ἐπικαιροτάτης ἐν πᾶσι γῆς τε καὶ θαλάσσης, ὅ τι κράτιστον.»
- [←100]
-
Σφραντζής, Χρονικόν, PG 156, 1072D, 1075BC, 1078AB, επιμ. Grecu (1966), σελ. 134, 142:
Περίπου την ίδια εποχή, τον μήνα […] τού έτους […], πέθανε στην Αδριανούπολη ο δεσπότης κυρ Δημήτριος. Είχε γίνει καλόγερος και είχε πάρει το όνομα Δαβίδ. Λίγα χρόνια νωρίτερα, είχε πεθάνει και η κόρη του. Επίσης η γυναίκα του πέθανε λίγο μετά τον θάνατό του.
«Ἐν ᾧ δὴ χρόνῳ τῇ …τοῦ … μηνὸς καὶ ὁ εἰς τὴν Ἀνδριανούπολιν δεσπότης κὺρ Δημήτριος τέθνηκε, γεγονὼς καὶ καλόγηρος καὶ Δαβὶδ ἐπονομασθείς, πρὸ αὐτοῦ χρονῶν ὀλίγων ἀποθανούσης τῆς θυγατρὸς αὐτοῦ· ἔτι δὲ καὶ ἡ γυνὴ αὐτοῦ ἡ βασίλισσα τέθνηκε μετά τινα καιρὸν ὀλίγον τοῦ θανάτου αὐτοῦ.»
Πρβλ. Ψευδο–Σφραντζή, IV, 19, CSHB, Βόννη, σελ. 413-14, επιμ. Grecu, σελ. 552:
Και ο αρχηγός των ασεβών, αναχωρώντας το ίδιο εκείνο έτος εναντίον τού Ισφεντιγιάρ, παρέλαβε τη διάσημη πόλη εκείνου που ονομάζεται Σινώπη, την οποία έχω δει κι εγώ ο ίδιος. Όχι αυτήν μόνο, αλλά πήρε και όλη την άλλη περιοχή του, καθώς και την Κερασούντα και την Τραπεζούντα από τα χέρια τού Δαβίδ Κομνηνού που βασίλευε τότε εκεί, καθώς και όλη την επικράτεία τους, τού αυτοκράτορα Τραπεζούντας εννοώ και όλων σχεδόν των εκεί άτυχων και άχρηστων αφεντών και αρχόντων, τούς οποίους, βγάζοντας από εκεί, μετοίκισε στην Αδριανούπολη, όπου βρισκόταν μάλιστα και ο αφέντης τής Πελοποννήσου, ο δεσπότης κυρ Δημήτριος, στον οποίο είχε δώσει να έχει, για τη διατήρηση τής ζωής τού ίδιου και των δικών του, τη μεγάλη Αίνο, τη Λήμνο, την Ίμβρο και τη Σαμοθράκη. Εγκατέστησε τον αυτοκράτορα Τραπεζούντας Δαβίδ Κομνηνό στο Μαύρο Όρος, δίνοντάς του κάποια χωριά. Τον ίδιο, ύστερα από λίγο καιρό, τον σκότωσε με στραγγαλισμό, βρίσκοντας δήθεν εναντίον του κάποια αιτία όχι αληθινή και αφαιρώντας όλα τα δικά του υπάρχοντα.
«Ὁ δὲ τῶν ἀσεβῶν ἔξαρχος τῷ αὐτῷ δὴ ἔτει ἀπελθὼν κατὰ τοῦ Σφεντιάρη παρέλαβε τὴν ἐκείνου περιβόητον πόλιν Σινώπιον ὀνομαζομένην, ὅ δὴ κἀγὼ ἐθεασάμην. οὐ τοῦτο μόνον ἀλλ’ καὶ τὸν ἄλλον ἅπαντα αὐτοῦ τόπον παρέλαβεν, ἔτι δὲ καὶ τὴν Κερασοῦντα καὶ τὴν Τραπεζοῦντα ἀπὸ τῶν χειρῶν τοῦ Δαβὶδ τοῦ Κομνηνοῦ τοῦ ἐκεῖσε τότε βασιλεύοντος, καὶ ἅπασαν τὴν περίχωρον αὐτῶν, τοῦ βασιλέως Τραπεζοῦντος λέγω καὶ πάντων σχεδόν τῶν ἐκεῖσε ἀτυχῶν καὶ ἀνωφελεστάτων αὐθεντῶν καὶ ἀρχόντων, οὕς ἐξελθὼν ἐκεῖθεν κατῴκισεν αὐτοὺς ἐν τῇ Ἀνδριανουπόλει, ἔνθα δὴ καὶ ὁ τῆς Πελοποννήσου αὐθέντης ἦν ὁ δεσπότης κὺρ Δημήτριος, ᾧ καὶ δέδωκεν ἔχειν εἰς ζωάρκειαν αὐτοῦ καὶ τῶν αὐτοῦ τὴν μεγάλην Αἶνον, τὴν Λῆμνον τὴν Ἴμβρον καὶ τὴν Σαμοθρᾴκην. τῷ δὲ τῆς Τραπεζοῦντος βασιλεῖ τῷ Κομνηνῷ κὺρ Δαβίδ χωρία τινὰ δώσας ἐπὶ τὸ μαῦρον ὄρος κατῴκισεν αὐτὸν· ὅν δὴ καὶ μετὰ τινος χρόνου μικροῦ παραδρομὴν, εὑρὼν τάχα κατ’ αὐτοῦ αἰτίαν τινὰ οὐκ ἀληθῆ, πάντα τὰ ἑαυτοῦ ὑπάρχοντα ἀφείλετο, κἀκεῖνον πνιγμῷ ἐτελείωσε.»
Στο ίδιο, IV, 22, CSHB, Βόννη, σελ. 427-29, επιμ. Grecu, σελ. 566, 568:
Στις 29 Μαρτίου τού έτους 6975 [1467], τότε που ήταν και το δικό μας Πάσχα, εννοώ εκείνο των Ανατολικών Χριστιανών, ξεψύχησε ο αίτιος όλων των κακών τής Πελοποννήσου, ο Ματθαίος Ασάνης. Κι έτσι πραγματοποιήθηκε εκείνος ο ψαλμός τού Δαβίδ, που λέει «να διασκορπιστούν οι εχθροί του και να εξαφανιστούν από το πρόσωπό του εκείνοι που τον μισούν» [Ψαλμός 67]. Όπως ακούσαμε από κάποιους, όταν έγινε αυτό, ο δεσπότης έστειλε πίσω στον σουλτάνο το επίδομα, μη θέλοντας να συνεχίσει να έχει την ευθύνη που είχε για το στράτευμα, λέγοντας: «Είμαι γέρος και ασθενής. Εκείνος που πρόσφερε την υπηρεσία πέθανε. Ας δοθεί λοιπόν το μεγαλύτερο μέρος τού επιδόματος ὀπου προστάξεις, και σε μένα ας δοθεί μόνο εκείνο που μού φτάνει για να ζω καθισμένος εδώ, μαζί με λίγους άλλους». Και ο σουλτάνος απάντησε: «Ας διαλέξει ο δεσπότης εκείνους που θέλει». Διάλεξε και τού έδωσε πενήντα χιλιάδες ἀσπρα [ασημένια νομίσματα] από το κομέρκιο [φόρο] τού αλευριού. Εξορίζοντας τούς περισσότερους από τούς υπηρέτες του, τούς πήρε για να βρίσκονται στην Κωνσταντινούπολη. Άλλοι όμως έλεγαν ότι είχε γίνει αλλιώς, ότι ο εφευρέτης όλων των κακών ήταν ο Ματθαίος Ασάνης, μαζί με εκείνους που είχαν την αλυκή τής Αίνου. Έκλεψε κάποια χρήματα χωρίς να το γνωρίζει ο δεσπότης, το έμαθε αυτό ο σουλτάνος και θέλησε να συλλάβει τον εν λόγω Ασάνη και να τον παλουκώσει. Και ο Ασάνης ξεψύχησε από τον φόβο του εκεί όπου βρισκόταν. Ο σουλτάνος, υποπτευόμενος μήπως συμμετείχε και ο δεσπότης στο ίδιο σχέδιο και δραπέτευε, τον εξόρισε στο Διδυμότειχο, τού αφαίρεσε όλα τα επιδόματα κι έτσι εκείνος περνούσε άσχημα. Μια μέρα λοιπόν, καθώς επιστρέφοντας ο σουλτάνος από το κυνήγι θα περνούσε από εκεί όπου βρισκόταν ο εν λόγω δεσπότης, βγήκε ο δεσπότης πεζός και συναντώντας προσκύνησε τον σουλτάνο και τον γαμπρό του. Βλέποντάς τον ο σουλτάνος να περπατάει, λυπήθηκε πολύ και από συμπόνια περισσότερο για τα γηρατειά του, πρόσταξε να τού δοθεί ένα από τα άλογα τής συνοδείας του. Και ιππεύοντας ήρθε μαζί με τον σουλτάνο στην Αδριανούπολη και τού έδωσε για επίδομα τροφής πενήντα χιλιάδες ἀσπρα από το κομέρκιο τού αλευριού. Αυτή φαίνεται πιο αληθινή ιστορία. Το καλοκαίρι τού ίδιου έτους ξέσπασε τόσο μεγάλη επιδημία στην Κωνσταντινούπολη, την Αδριανούπολη, την Καλλίπολη και τις γύρω τους πόλεις και χωριά, σε αστικές και αγροτικές περιοχές, τέτοια που είχε καιρό να συμβεί στο παρελθόν. Πέθαναν, όπως λένε, πολλές μυριάδες ανθρώπων, όχι χιλιάδες, μεταξύ των οποίων πέθανε και η κόρη τού δεσπότη [Δημήτριου], η σουλτάνα.
«…Τῇ δὲ κθ’ τοῦ Μαρτίου μηνός, τοῦ ,ςϡοέ ἔτους, ἐν ᾗ καὶ τὸ ἡμέτερον πάσχα γέγονε, λέγω δὴ τὸ τῶν ἀνατολικῶν Χριστιανῶν, ἀπέψυξεν ὁ τῶν κακῶν πάντων τῆς Πελοποννήσου αἴτιος Ματθαῖος ὁ Ἀσάνης. καὶ ἰδοὺ καὶ τὸ τοῦ Δαβίδ μελῴδημα ἔτι πεπλήρωται, τὸ “διασκορπισθήτωσαν οἱ ἐχθροὶ αὐτοῦ καὶ φυγέτωσαν ἀπὸ προσώπου αὐτοῦ οἱ μισοῦντες αὐτὸν.” καὶ τούτου γενομένου ὡς ἠκούσαμεν παρὰ τινων ὅτι καὶ ὁ δεσπότης ἀπέπεμψε πρὸς τὸν ἀμηρᾶν την πρόσοδον, μὴ θέλων ἔτι ἔχειν τὸ βάρος ὅ εἶχεν εἰς τὸ στρατόπεδον, εἰπὼν οὕτως “ἐγὼ εἰμι γέρων καὶ ἀσθενὴς, καὶ ὁ ἐκπληρῶν τὴν δουλοσύνην ἀπέθανε· λοιπὸν ἡ πολλὴ πρόσοδος δοθήτω ὅπου δ’ ἄν κελεύσῃς, ἐμοὶ δὲ δοθήτω μόνον τὸ ἀρκοῦν πρὸς τὸ ζῆν με καθήμενον ἐνταῦθα μετὰ τινων ὀλίγων.” ὁ οὖν ἀμηρᾶς ἀπεκρίνατο “καλῶς ἔχει˙ διαχωρισάτω ὁ δεσπότης οὕς βούλεται,” καὶ χωρίσας δέδωκε πρὸς αὐτὸν ἄσπρα πεντήκοντα χιλιάδας, ἵνα ἔχῃ ἐκ τοῦ κομερκίου τοῦ ἀλεύρου˙ τοὺς δε πλείονας τῶν ὑποχειρίων αὐτοῦ περιορίσας ἀπῆρεν ἵνα εὑρίσκωνται ἐν τῇ Κωνσταντινουπόλει. ἄλλοι δὲ εἶπον ἄλλως γέγονεν, ὅτι ὁ τῶν κακῶν ἁπάντων ἐφευρετὴς Ματθαῖος ὁ Ἀσάνης μετὰ τῶν ἐχόντων τὴν τῆς Αἴνου ἁλικὴν κλέψας τινὰ χρήματα μὴ εἰδότος τοῦ δεσπότου, καὶ τοῦτο μαθὼν ὁ ἀμηρᾶς ἐβουλήθη πιάσαι τὸν εἰρημένον Ἀσάνην καὶ ἀνασκολοπίσαι αὐτόν, ὁ δὲ Ἀσάνης ἐκ τοῦ φόβου, ἔνθα ἦν, ἀπέψυξεν. ὁ δὲ ἀμηρᾶς ὑποπτεύων μὴ τοι καὶ ὁ δεσπότης ἐν τῇ τοιαύτῃ συμβουλῇ ἦν καὶ δραπετεύσῃ, ἐξώρισεν ἐν Διδυμοτείχῳ καὶ ἦρεν αὐτοῦ πᾶν σιτηρέσιον, καὶ οὕτω κακῶς διέκειτο. μιᾷ οὖν τῶν ἡμερῶν ἐρχομένου τοῦ ἀμηρᾶ ἀπὸ τοῦ κυνηγίου καὶ μέλλοντος διελθεῖν ὅθεν ὁ εἰρημένος δεσπότης ἦν, ἐξῆλθεν ὁ δεσπότης πεζηπορῶν καὶ συναντήσας προσεκύνησε τὸν ἀμηρᾶν τὸν καὶ γαμβρὸν αὐτοῦ. ἰδὼν δὲ τοῦτον ὁ ἀμηρᾶς περιπατοῦντα ἐλυπήθη σφόδρα, καὶ μᾶλλον σπλαγχνισθεὶς τὸ γῆρας αὐτοῦ ἐκέλευσε δοθῆναι αὐτῷ ἵππον τινὰ ἐκ τῶν αὐθεντικῶν. καὶ ἀναβὰς ἦλθε σὺν αὐτῷ ἐν τῇ Ἀνδριανουπόλει, καὶ εἰς σιτηρέσιον δέδωκεν αὐτῷ ἄσπρα χιλιάδας πεντήκοντα ἐκ τοῦ κομερκίου τοῦ ἀλεύρου, καὶ τοῦτο άληθέστερον. Τοῦ δ’ αὐτοῦ χρόνου τῷ θέρει ἐγεγόνει τοσαύτη λοιμώδης νόσος ἔν τε τῇ Κωνσταντινουπόλει Ἀνδριανουπόλει καὶ Καλλιουπόλει καὶ ταῖς πέριξ αὐτῶν πόλεσι καὶ κώμαις, ἄστεσί τε καὶ χώραις, οἵα οὐ γέγονεν ἐν τοῖς παρελθοῦσι χρόνοις ἐκ πολλοῦ καιροῦ, ὥστε τεθνήκασιν, ὥς φασι, μυριάδες πολλαὶ ἀνθρώπων, οὐ χιλιάδες, ἐν οἷς δὲ καὶ ἡ τοῦ δεσπότου θυγάτηρ ἡ ἀμήρισσα ἀπέθανε.»
Στο ίδιο, IV, 23, CSHB, Βόννη, σελ. 449, επιμ. Grecu, σελ. 586:
Στις αρχές τού φθινοπώρου τού έτους 6979 [1471] πέθανε και ο δεσπότης κυρ Δημήτριος στην Αδριανούπολη, έχοντας γίνει μοναχὸς και ονομαστεί Δαβίδ. Λίγο πριν από τον θάνατό του πέθανε και η κόρη του η σουλτάνα. Η δε γυναίκα του η βασίλισσα πέθανε λίγο μετά τον θάνατό του.
«…Ἐν δὲ τῇ ἀρχῇ τοῦ φθινοπώρου τοῦ ,ςϡοθ’ ἔτους˙ ἐν ᾧ δὴ χρόνῳ καὶ ὁ δεσπότης κὺρ Δημήτριος τέθνηκεν ἐν Ἀνδριανουπόλει μοναχὸς γεγονὼς, ὅς καὶ ἐπωνομάσθη Δαβίδ. καὶ πρὸ τῆς θανής αὐτοῦ ὀλίγῳ χρόνῳ ἀπέθανεν ἡ θυγάτηρ αὐτοῦ ἡ ἀμήρισσα˙ ἡ δὲ γυνὴ αὐτοῦ ἡ βασίλισσα τέθνηκε μετὰ τινα ὀλίγον καιρὸν τῆς θανῆς αὐτοῦ.»
Οι απίθανες ιστορίες τού Ψευδο-Σφραντζή για τα επόμενα χρόνια τού Δημήτριου φαίνεται ότι πάρθηκαν σοβαρά από τον Miller, Latins in the Levant, σελ. 452.
Για την Ελένη βλέπε Σπ. Π. Λάμπρο, Παλαιολόγεια και Πελοποννησιακά, IV (1930), εισαγωγή, σελ. 22-23, 221-29 (ρητορική μονωδία που θρηνεί τα βάσανα και τον θάνατό της). Στην πραγματικότητα ποτέ δεν παντρεύτηκε τον Μωάμεθ. Ο Ψευδο-Σφραντζής την αποκαλεί «σουλτάνα» (ἀμήρισσα), αλλά ο Σφραντζής όχι. Περισσότερες από μια φορές το 1460-1461 οι Ενετοί πρσπάθησαν να κάνουν την πτώση τού ελληνικού δεσποτάτου τού Μορέως ένα μάθημα για να διαπληκτίζονται οι Βαλκάνιοι μικροί ηγεμόνες. Πρβλ. Ljubić, Listine, X. 164. 165, αλλά τo μάθημα χάθηκε για αυτούς [στο ίδιο, σελ. 227-29] και μέσα σε δύο χρόνια ο «γαληνότατος βασιλιάς τής Boσνίας» δεν υπήρχε πια [στο ίδιο, σελ. 247, 250-52].
- [←101]
-
Pastor, Hist. Popes, III, παράρτημα, αριθ. 43, σελ. 403 και Gesch. d. Päpste, II (ανατυπ. 1955), παράρτημα, αριθ. 42, σελ. 728, η επιστολή τού Μπονάττο στις 9 Μαρτίου 1461 προς τη μαρκησία Μπάρμπαρα (φον Μπράντενμπουργκ) τής Μάντουα, τη σύζυγο τού Λοντοβίκο Γκονζάγκα. Στην αγγλική μετάφραση τού κειμένου τού Pastor, vol. ΙΙΙ, σελ. 249 η άφιξη τού Θωμά στη Ρώμη έχει λανθασμένα ημερομηνία 7 Μαΐου. Πρβλ. Pius II, Comm., βιβλίο v, αγγλική μεταφρ., σελ. 377-78, εκδ. Φρανκφούρτης, 1614, σελ. 130, γραμμές 13-19.
Για το ντύσιμο τού Θωμά Παλαιολόγου, όπως περιγράφεται από τον Bonatto, «παλτό από μαύρο καμηλό με λευκό καπέλλο φοδραρισμένο με μαύρο βελούδο σατέν και με περιμετρικό γείσο» (una turcha de zambeloto negro cum uno capello biancho petoso fodrato de cetanino velutato negro cum una cerata intorno), ο Pastor μάς υπενθυμίζει τη συζήτηση για το εμπόριο τής Ανατολικής Μεσογείου σε σατέν και καμηλό στον W. Heyd, Hist. du commerce du Levant, μετάφρ. Furcy Raynaud, 2 τόμοι, Λειψία, 1885-86. ανατυπ. Άμστερνταμ, 1967, II, 701-5.
- [←102]
-
To κείμενο τής επιγραφής υπάρχει στον Vincenzo Forcella, Ιscrizioni delle chiese e d’ altri edificii di Roma dal secolo XI fino ai giorni nostri, 14 τόμοι, 1869-84, XII, μέρος xxiii, αριθ. 245, σελ. 213:
«Ο Πίος Β΄, ο ανώτατος ποντίφηκας, έφερε από την Πελοπόννησο το κεφάλι τού ευλογημένου Αποστόλου Ανδρέα, το παρέλαβε σε αυτά τα λιβάδια και το μετέφερε με τα χέρια του στην πόλη το σωτήριο έτος 1462, τη μέρα πριν από τις ίδες Απριλίου [12 Απριλίου], που ήταν τότε η δεύτερη μέρα τής Μεγάλης Εβδομάδας [Δευτέρα] και ως εκ τούτου έστησαν σε αυτόν τον τόπο την επιγραφή και όλοι οι χριστιανοί πιστοί από την επόμενη Δευτέρα μπορούν να επισκέπτονται αυτό το μέρος και να λατρεύουν πέντε φορές τον Κύριό μας Χριστό με τη μεσολάβηση τού Αγίου Ανδρέα και να ικετεύουν από κοινού για τη σωτηρία των πιστών, που είναι γεμάτοι από αμαρτίες, με τη μορφή που προβλέπει η εκκλησία για την επίδοση αιώνιας άφεσης. Τέταρτο έτος τής παπικής του θητείας».
(Pius II. Pont. Max. sacrum beati apostoli Andree caput ex Peloponneso advectum his in pratis excepit et suis manibus portavit in urbem anno salutis MCCCCLXII pridie idus Αprilis que tunc fuit secunda feria maioris hebdomade atque idcirco hunc titulum erexit et universis Christifidelibus qui eadem feria imposterum hunc locum visitaverint et quinquies Christo Domino adorato intercessionem Sancti Andree pro communi fidelium salute imploraverint plenariam omnium peccatorum in forma ecclesie consucta perpetuo duraturam indulsit remissionem anno pontificatus sui quarto)
- [←103]
-
Pius II, Comm., βιβλίο viii, αγγλική μεταφρ., σελ. 523-41, εκδ. Φρανκφούρτης, 1614. σελ. 192-202. Campano, Vita Pii II, επιμ. G. C. Zimolo στο νέο Muratori, RISS, 111-3 (1964), 56-57, με σημειώσεις. Pastor, Hist. Popes, ΙΙΙ, 249-52, 258-61 και πρβλ. σελ. 302-3, αναθ. στο Gesch. d. Päpste, II (ανατυπ. 1955), 227-29, 233-36 και πρβλ. σελ. 211-12. Hopf, «Griechenland im Mittelalter» στο Ersch και Gruber, Allgemeine Encyklopadie, τόμ. 86 (1868. ανατυπ. 1960, II), σελ. 131b]. Σπ. Π. Λάμπρος, «Ἡ ἐκ Πατρῶν εἰς Ρώμην ἀνακομιδή τῆς κάρας τοῦ ἁγίου Ἀνδρέου», Nέος Ἑλληνομνήμων, X (1913), 33-112. Zakythinos, Despotat grec de Morée, I (1932, ανατυπ. 1975), 287-90, όχι χωρίς λάθη και ιδιαίτερα Ruth Olitsky Rubinstein, «Pius II’s Piazza S. Pietro and St. Andrew’s Head» στο Domenico Maffei (επιμ.), Enea Silvio Piccolomini, Papa Pio II, Siena, 1968, σελ. 221-43.
Η περιγραφή τής υποδοχής τής κάρας τού Αγίου Ανδρέα, που ονομαζόταν Andreis, εμφανίζεται χωριστά στο Cod. Vat. Lat. 5667, φύλλα 19-40, «Andreis idest Hystoria de receptione capitis Sancti Andreae». Αυτό το χειρόγραφο ετοιμάστηκε με εντολή τού καρδινάλιου Φραντσέσκο Πικκολομίνι, αργότερα Πίου Γ΄, για τον Τζάκοπο Σιλβέρι Πικκολομίνι, ο οποίος το είχε ζητήσει (ο τελυταίος πέθανε πριν μπορέσει ο καρδινάλιος να τού το στείλει). Ο Remo Ceserani στο Giornale storico della letteratura Ιtaliana, CXLI (ann. LXXXI, Τορίνο, 1964), 279-81, έχει παρατηρήσει ότι το «Andreis» γεμίζει το ένα έκτο (sesternio) τού κώδικα Cod. Reginensis lat. 1995, φύλλα 349-366 (365;), γραμμένο από το χέρι άγνωστου αντιγραφέα (με τις προηγούμενες και τις επόμενες σελίδες γραμμένες από το χέρι τού Πατρίτσι), πράγμα που υποδεικνύει την παρεμβολή τής περιγραφής τής μεταφοράς τής κάρας τού Αγίου Ανδρέα ως μονάδας μέσα στο κείμενο των Commentarii. Tο παράξενο είναι ότι στην επιστολή την οποία έγραψε ο καρδινάλιος Φραντσέσκο στις 23 Φεβρουαρίου 1464, καθώς ετοιμαζόταν να στείλει στον Τζάκοπο Σιλβέρι το χειρόγραφο, φαίνεται να λέει ότι το Andreis είχε (είναι σωστό;) γράψει, επεξεργαστεί ή ετοιμάσει ο Αλέσσιο ντε Τσέζαρι, επίσκοπος τού Κιούζι (1438-1462) και αρχιεπίσκοπος τού Μπενεβέντο (πέθανε στις 31 Ιουλίου 1464).
Ο Φραντσέσκο ζητούσε συγνώμη που είχε καθυστερήσει να στείλει το χειρόγραφο, που περιείχε κάποια έργα τού Πίου Β΄. Ήταν πολύ απασχολημένος με διάφορες υποθέσεις και συχνά εκκλησιαστικά συμβούλια. Τελικά όμως είχε βρει τον χρόνο να αντιγράψει (conscribi) τα εν λόγω έργα, «προσθέτοντας επίσης το Andreis για τον θείο σας κύριο Αλέσσιο, επίσκοπο Κιούζι» (adiecta etiam Andreide domini Alessii episcopi clusini patrui tui).
Δεδομένου ότι το στυλ τού ονομαζόμενου Andreis μοιάζει αναμφίβολα με εκείνο τού Πίου, ο Τσεζαρίνι υποθέτει ότι ο ντε Τσέζαρι επεξεργάστηκε το κείμενο, τοποθετώντας τις δύο ομιλίες τού Πίου, εκείνη τού Βησσαρίωνα, καθώς και τον ύμνο τού Αγκάπιτο ντε Ρούστιτσι και άλλο υλικό, όλα στην κατάλληλη θέση.
Μεταξύ των διάφορων μικρότερων έργων (opuscula) τού Πίου Β΄, σχετικών με τη Σταυροφορία, στα Arch. Segr. Vaticano, Miscellanea, Arm. XII, τόμος 3 (Bibl. Apost. Vaticana, Cod. Vat. lat. 12.255), φύλλα 61-82 υπάρχει επίσης η Historia de receptione capitis Sancti Andree, η οποία αποδίδεται στον Πίο Β΄ στα περιεχόμενα τού χειρογράφου στο φύλλο 2. Για το σημασία τού Andreis στη δομή των Commentarii σημειώστε τις παρατηρήσεις τού G. Bernetti, που αναφέρθηκαν πιο πάνω, στο τέλος τής σημείωσης 13.
Η επιστροφή τής κάρας τού Αγίου Ανδρέα στην εκκλησία τής Πάτρας περιγράφεται στους Νew York Times, στις 24 και ιδιαίτερα στις 27 Σεπτεμβρίου 1964, όπου αναμιγνύονται γεγονότα και φανταστικές ιστορίες.
Όταν το ιερό λείψανο μεταφέρθηκε στον Άγιο Πέτρο στις 14 Απριλίου 1462 (η 13 τού μηνός φαίνεται ότι ξεπλύθηκε από τη βροχή), ο Βησσαρίων έκανε κήρυγμα από το μεγάλο ιερό προς το πλήθος που συνωστιζόταν μπροστά στη βασιλική. Τελείωσε βάζοντας τον Άγιο Ανδρέα να κάνει έκκληση στον Πίο Β΄ [Comm., βιβλίο VIII, εκδ. Φρανκφούρτης, 1614, σελ. 202, γραμμές 15-19]:
«…εσύ άμωμε Θεέ, που με διαρκέστατη ευτυχία διατηρείς τα πηδάλια τής έδρας τού Πέτρου με την μεγαλύτερη καταλληλότητα και καθοδήγηση εκείνου που τα κατέχει, και ο οποίος για τη δική σου ευσέβεια προΐσταται, με ευγνωμοσύνη για εκείνους που για μεγάλη μου δόξα με έχουν δεχθεί τώρα σε αυτή την πόλη, ελπίζω να επιστρέψω κάποτε στην πατρίδα μου, όπως με τη μεγάλη αγάπη σας και με δική σας πρωτοβουλία υποσχεθήκατε χτες».
(…te Deus incolumem cum felicitate diutissime conservet sedis Petri gubernacula cum summo decore et moderatione tenentem, et tibi pro sua pietate praestet gratiam ut qui cum magna me gloria in hac urbe in praesentiarum accepisti cum maiori in patriam aliquando reducas, quemadmodum magno cum affectu tua sponte heri pollicitus fuistit)
Όπως είναι γνωστό και όπως θα έχουμε κι άλλη ευκαιρία να σημειώσουμε, ο Πίος Β΄ πέθανε στην Αγκώνα, όπου τάφηκαν τα σπλάγχνα του (praecordia) στον καθεδρικό ναό τού Αγίου Κυριάκου (S. Ciriaco), όπως ακόμη μαρτυρά επιγραφή στον χώρο τού κλίτους (choir). Το σώμα του όμως μεταφέρθηκε στη Ρώμη και θάφτηκε σε χαμηλό τάφο στην Καπέλλα ντι Σαν Αντρέα στο Βατικανό. Αμέσως μετά το 1464 ο ανηψιός του καρδινάλιος Φραντσέσκο Τοντεσκίνι–Πικκολομίνι, αργότερα πάπας Πίος Γ΄, έκτισε κοντά στον τάφο το ωραίο μνημείο, που μεταφέρθκε το 1614 στην εκκλησία τού Σαν Αντρέα ντέλλα Βάλλε, όπου υπάρχει ακόμη, αλλά έχει τοποθετηθεί τόσο ψηλά πάνω από το δάπεδο τού κυρίως ναού, που είναι δύσκολο να το δει κανείς. Tα λείψανα τού Πίου Β΄ εκτάφηκαν στις 13 Νοεμβρίου 1608 και ύστερα από προσωρινή κηδεία μεταφέρθηκαν επίσης στον Σαν Αντρέα ντέλλα Βάλλε το 1623 από τον καρδινάλιο Αλεσσάντρο Περέττι.
H αρχική επιγραφή, την οποία ο καρδινάλιος Φραντσέσκο Τοντεσκίνι-Πικκολομίνι τοποθέτησε πάνω στο μνημείο, επαναλαμβάνοντας πρώτα τα μεγάλα επιτεύγματα τού θείου του Πίου Β΄, αναφέρει ότι ο τελευταίος «… μεταφέρθηκε στην πόλη με διάταγμα των πατέρων και εδώ οδηγήθηκε [δηλαδή στη μη υφιστάμενη πλέον Καπέλλα ντι Σαν Αντρέα στον Άγιο Πέτρο], όπου έφερε από την Πελοπόνννησο και διέταξε να τοποθετηθεί η κεφαλή τού Αποστόλου Ανδρέα…» (… relatus in urbem est patrum decreto et hic conditus ubi caput Andreae Apostoli ad se Peloponneso advectum collocari iusserat…).
Η επιγραφή την οποία (το 1623) ο καρδινάλιος Περέττι τοποθέτησε στο μνημείο, όπως υπάρχει τώρα στον Σαν Αντρέα ντέλλα Βάλλε, υπενθυμίζει επίσης την απόκτηση από τον Πίο Β΄ τού λειψάνου τού Αγίου Ανδρέα για τη βασιλική τού Βατικανού. Βλέπε Renzo U. Montini, Tombe dei Pape. Ρώμη, Istituto di Studi romani, 1957, σελ. 285-89 για αναφορές, για τις επιγραφές και για εικόνα τού μνημείου, στο οποίο ο γλύπτης απεικονίζει τη μεταφορά τής κάρας τού Αγίου Ανδρέα στο Βατικανό, όπως την περιέγραψε ο Πίος Β΄ στο έργο του Commentarii.
- [←104]
-
Pastor, Gesch. d. Päpste, ΙΙ (ανατυπ. 1955), 211-12 και βλέπε το πρόσφατο φυλλάδιο Il Restauro delle aule di Niccolò V e di Sisto IV nel’ Palazzo Apostolica Vaticano, Città del Vaticano: Direzione Generale dei Servizi Tecnici del Governatorato, Vaticano, 1967. O Miller, Latins in the Levant (1908), σελ. 454 εσφαλμένα πίστευε ότι «κάθε επισκέπτης στη Ρώμη παρατηρεί ασυνείδητα τα χαρακτηριστικά του [του Θωμά Παλαιολόγου], γιατί λόγω τού ψηλού και ωραίου παραστήματός του είχε χρησιμοποιηθεί ως μοντέλο για το άγαλμα τού Αγίου Παύλου, το οποίο βρίσκεται ακόμη στα σκαλιά τού Αγίου Πέτρου». (Tο άγαλμα είχε απομακρυνθεί όπως αναφέρθηκε πιο πάνω, από τη θέση του μπροστά στη βασιλική τού 1847.) Ο Zakythinos, Despotat grec de Morée, I, 289 επαναλαμβάνει το λάθος τού Miller.
- [←105]
-
E. Müntz, Les Arts a la cour des papes, I (1878), 246-49, 280. Η πρώτη πληρωμή για τα αγάλματα των Αγίων Πέτρου και Παύλου καταγράφεται στις 11 Μαρτίου 1461, για «μάρμαρα για τις σκάλες τού Αγίου Πέτρου … για το κόστος ενός τεμάχιου μάρμαρου για την κατασκευή δύο αγαλμάτων, δηλαδή τού Αγίου Πέτρου και τού Αγίου Παύλου, για τις σκάλες, 20 φλουριά» (marmi per le scale di San Pietro … per costo di una petra di marmo per fare due figure, cioe S. Pietro e S. Paulo per le scale, fl. 20) [στο ίδιο, σελ. 279].
Αυτό έγινε τέσσερες ημέρες μετά την πρώτη άφιξη τού Θωμά Παλαιολόγου στο Ρώμη. Bλέπε γενικά R. O. Rubinstein, «Pius II’s Piazza S. Pietro and St. Andrew’s Head» στο Enea Silvio Piccolomini, Papa Pio II (1968), σελ. 230-35.
